Ασφάλιστρα υγείας: Σύγκρουση κλινικών και ασφαλιστικών
Σε παρατεταμένη αντιπαράθεση βρίσκονται οι ιδιωτικές κλινικές και οι ασφαλιστικές εταιρείες για το κόστος των υπηρεσιών υγείας που τελικά μετακυλίεται στους ασφαλισμένους. Οι χρεώσεις των ιδιωτικών παρόχων αποτελούν, σύμφωνα με την ασφαλιστική αγορά, τον βασικό παράγοντα που οδηγεί σε συνεχείς αυξήσεις στα ασφαλιστήρια συμβόλαια υγείας.
Οι κάτοχοι ασφαλιστηρίων υγείας βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια διαρκή διελκυστίνδα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Από τη μία, οι ασφαλιστικές εταιρείες υποστηρίζουν ότι καλούνται να απορροφήσουν ένα ολοένα αυξανόμενο κόστος νοσηλείας και περίθαλψης. Από την άλλη, οι ιδιωτικές κλινικές απορρίπτουν την αποκλειστική ευθύνη για την άνοδο των ασφαλίστρων, επιμένοντας ότι το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό.
Η ασφαλιστική αγορά έχει επανειλημμένα ζητήσει δημόσια άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις για τον εξορθολογισμό του κόστους υγείας. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν έχει καταγραφεί ουσιαστική πρόοδος, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις να συνεχίζουν να πιέζουν τους ασφαλισμένους και να δημιουργούν έντονο προβληματισμό για τη βιωσιμότητα των ιδιωτικών συμβολαίων υγείας.
Οι ιδιωτικοί πάροχοι υγείας υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα δεν μπορούν να αποδοθούν μονοδιάστατα στις χρεώσεις των κλινικών. Επικαλούνται τη σημαντική αύξηση του κόστους της ιατρικής τεχνολογίας, την εισαγωγή νέων και ακριβότερων θεραπειών, καθώς και τη μεγαλύτερη χρήση υπηρεσιών υγείας μετά την πανδημία.
Στα επιχειρήματά τους περιλαμβάνουν επίσης την εφαρμογή σύγχρονων διαγνωστικών και θεραπευτικών μεθόδων, όπως η ρομποτική χειρουργική, οι ανοσοθεραπείες και οι προηγμένες απεικονιστικές εξετάσεις. Όλες αυτές οι πρακτικές, όπως αναφέρουν, βελτιώνουν την ποιότητα της περίθαλψης, αυξάνουν όμως σημαντικά το συνολικό κόστος παροχής υπηρεσιών υγείας.
Οι ιδιωτικές κλινικές επισημαίνουν ακόμη ότι τα ασφάλιστρα δεν επηρεάζονται μόνο από τις τιμές νοσηλείας. Σε αυτά ενσωματώνονται λειτουργικά κόστη των ασφαλιστικών εταιρειών, προμήθειες των δικτύων πωλήσεων και φορολογικές επιβαρύνσεις, στοιχεία που, κατά την πλευρά τους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη συνολική αποτίμηση του προβλήματος.
Η θέση των ασφαλιστικών εταιρειών
Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος τονίζει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν δημιουργούν οι ίδιες τις δαπάνες υγείας. Τις καλύπτουν, καταβάλλοντας το κόστος της περίθαλψης που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι από ιδιωτικές κλινικές, γιατρούς και άλλους παρόχους, μέσω των ασφαλίστρων που συγκεντρώνονται.
Σύμφωνα με την Ένωση, οι ασφαλιστικές εταιρείες λειτουργούν υπό το αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II, το οποίο επιβάλλει την ύπαρξη επαρκών κεφαλαίων ώστε να μπορούν να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους προς τους ασφαλισμένους. Όταν οι αποζημιώσεις αυξάνονται, οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι είναι αναγκασμένες να προσαρμόζουν τα ασφάλιστρα.
Σε διαφορετική περίπτωση, όπως σημειώνει η ΕΑΕΕ, οι ασφαλιστικές θα πρέπει να διαθέσουν πρόσθετα ίδια κεφάλαια προκειμένου να συνεχίσουν να πληρούν τις απαιτήσεις φερεγγυότητας. Η Ένωση υπογραμμίζει ότι εάν οι αυξήσεις περιορίζονταν σταθερά στο 7% ετησίως, όπως συνέβη το 2025, θα προέκυπταν σημαντικές κεφαλαιακές ανάγκες για τη συμμόρφωση με το Solvency II.
Οι ανάγκες αυτές, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται η ασφαλιστική αγορά, θα υπερέβαιναν τα 5 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερο από το διπλάσιο των συνολικών ιδίων κεφαλαίων που διατηρεί σήμερα η ελληνική ασφαλιστική αγορά για όλους τους κλάδους, τα οποία ανέρχονται σε 4,1 δισ. ευρώ.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες, μέσω της ΕΑΕΕ, έχουν καταθέσει σειρά προτάσεων για τη συγκράτηση του κόστους. Κεντρική θέση σε αυτές έχει η οριζόντια εφαρμογή, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, διαφανών και διεθνώς αναγνωρισμένων συστημάτων αποζημίωσης νοσηλειών, όπως τα DRGs, για όλους τους πληρωτές.
Στις προτάσεις περιλαμβάνεται επίσης η διεύρυνση της αδειοδότησης και λειτουργίας των Αυτόνομων Μονάδων Ημερήσιας Νοσηλείας στις μητροπολιτικές περιοχές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, όπως ισχύει στη λοιπή χώρα, ώστε να μπορούν να πραγματοποιούνται επεμβάσεις μικρής και μεσαίας βαρύτητας με χαμηλότερο κόστος.
Η ασφαλιστική αγορά ζητά ακόμη επανεξέταση του ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, επέκταση της απαλλαγής των ασφαλίστρων υγείας από τον φόρο ασφαλίστρων 15% σε όλες τις ηλικίες ή τουλάχιστον στους ασφαλισμένους άνω των 65 ετών, καθώς και συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μέσω συνεργασίας ασφαλιστικών εταιρειών με δημόσια νοσοκομεία.
Το κόστος υγείας και οι πιέσεις στην αγορά
Τα τελευταία χρόνια η αύξηση του κόστους υγειονομικής κάλυψης είναι έντονη. Το 2024 οι αποζημιώσεις των ασφαλιστικών εταιρειών αυξήθηκαν κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2023, δηλαδή κατά 21%. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών αποζημιώσεων υγείας για την περίοδο 2020-2024 διαμορφώθηκε στο 10,8%.
Η πίεση έγινε ακόμη μεγαλύτερη την περίοδο 2022-2024, όταν η μέση ετήσια αύξηση εκτινάχθηκε στο 18,9%. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά συνδέεται με βαθύτερες τάσεις στην αγορά υγείας, στη δημογραφία, στην τεχνολογία και στη διάρθρωση των ιδιωτικών υπηρεσιών περίθαλψης.
Η αύξηση του κόστους υγείας αποτελεί διεθνή πρόκληση. Η γήρανση του πληθυσμού, οι πληθωριστικές πιέσεις και η συνεχής εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης ανεβάζουν το κόστος σε όλες τις ανεπτυγμένες αγορές. Η ενσωμάτωση νέων ιατρικών τεχνολογιών, καινοτόμων θεραπειών και προηγμένων διαγνωστικών μεθόδων βελτιώνει την έκβαση για τους ασθενείς, συνεπάγεται όμως πολύ υψηλές δαπάνες.
Στην Ελλάδα, η πίεση αυτή εμφανίζεται εντονότερη λόγω συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της εγχώριας αγοράς. Ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης στους ιδιωτικούς παρόχους, ιδίως στις νοσοκομειακές υπηρεσίες, σε συνδυασμό με την απουσία ενιαίου και διαφανούς συστήματος τιμολόγησης, δημιουργούν ισχυρές ανοδικές πιέσεις στο κόστος.
Οι υπηρεσίες των ιδιωτικών νοσοκομείων στην Ελλάδα συγκαταλέγονται, σύμφωνα με την ασφαλιστική αγορά, στις ακριβότερες στην Ευρώπη. Σε ορισμένες ιατρικές πράξεις, το κόστος προσεγγίζει ακόμη και επίπεδα που συγκρίνονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ επιβαρύνεται επιπλέον με ΦΠΑ 24%.
Η ελληνική ασφαλιστική αγορά καταβάλλει κάθε χρόνο αποζημιώσεις που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ για υπηρεσίες υγείας. Από το ποσό αυτό, περίπου το 20% αντιστοιχεί σε φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου, στοιχείο που, σύμφωνα με τις ασφαλιστικές, επιτείνει ακόμη περισσότερο το τελικό κόστος για τον ασφαλισμένο.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά σε διαρκή ένταση, όπου οι ασφαλισμένοι βλέπουν τα συμβόλαιά τους να ακριβαίνουν, οι ασφαλιστικές επικαλούνται την αύξηση των αποζημιώσεων και οι ιδιωτικές κλινικές αποδίδουν το πρόβλημα στη συνολική άνοδο του κόστους περίθαλψης. Μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, το κρίσιμο ζητούμενο παραμένει η διαφάνεια στις χρεώσεις, ο έλεγχος του κόστους και η προστασία των πολιτών που πληρώνουν ολοένα ακριβότερα την ιδιωτική κάλυψη υγείας.
Πιο Δημοφιλή
Καλοί Λιμένες: Επιχείρηση διάσωσης 40 ατόμων
Ανακατατάξεις στον ΣΥΡΙΖΑ: Απομακρύνσεις και νέοι ρόλοι
Πιο Πρόσφατα
Ηλεκτρονική πλατφόρμα για τη νέα ΚΑΠ 2028-2034
ΑΑΔΕ: Νέες οδηγίες για όσους επιστρέφουν Ελλάδα