23 Απριλίου 2026

Αττική: Οι βροχές έδωσαν χρόνο, όχι λύση – Στο τραπέζι έργα δισεκατομμυρίων για το νερό

Προσωρινή ανακούφιση προσφέρουν στην Αττική οι φετινές βροχοπτώσεις, οι οποίες έδωσαν ένα περιθώριο περίπου ενός έτους στο κρίσιμο ζήτημα της υδροδότησης. Η εικόνα αυτή, αν και βελτιωμένη σε σχέση με την περυσινή περίοδο, δεν αναιρεί την έντονη πίεση που δέχεται το σύστημα και δεν επιτρέπει κανένα περιθώριο χαλάρωσης. Το μήνυμα που εξέπεμψαν οι παρεμβάσεις στο 11ο Φόρουμ των Δελφών ήταν σαφές: ο κίνδυνος της λειψυδρίας παραμένει παρών και η χώρα χρειάζεται άμεσες παρεμβάσεις σε έργα, υποδομές και διοικητική οργάνωση.

Περισσότερο νερό από πέρυσι, πολύ λιγότερο από το 2023

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι τα αποθέματα νερού για την Αττική είναι αυξημένα κατά περίπου 120 εκατομμύρια κυβικά μέτρα σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Παρά τη βελτίωση αυτή, η απόσταση από τα επίπεδα του 2023 παραμένει μεγάλη, καθώς τα σημερινά αποθέματα υπολείπονται κατά περίπου 340 εκατομμύρια κυβικά μέτρα σε σχέση με εκείνη τη χρονιά.

Ο γενικός γραμματέας Υδάτων του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πέτρος Βαρελίδης, υπογράμμισε ότι η φετινή θετική εξέλιξη δεν μεταβάλλει τη βασική πραγματικότητα. Όπως ανέφερε, το πρόβλημα είναι ενεργό, έχει σαφώς δομικά χαρακτηριστικά και απαιτεί γρήγορες αποφάσεις, επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και αλλαγές στον τρόπο διαχείρισης των υδάτινων πόρων.

Παρεμβάσεις της ΕΥΔΑΠ και μεγάλα έργα σε αναμονή

Από την πλευρά της ΕΥΔΑΠ, ο διευθύνων σύμβουλος Χάρης Σαχίνης σημείωσε ότι η φετινή υδρολογική εικόνα δίνει μια πρόσκαιρη διευκόλυνση, χωρίς να λύνει το πρόβλημα στον πυρήνα του. Όπως εξήγησε, έχουν ήδη γίνει κινήσεις για τον περιορισμό των συνεπειών της ανομβρίας και για την αποτροπή μιας οξείας κρίσης λειψυδρίας, όμως ο χρόνος που κερδίζεται πρέπει να αξιοποιηθεί αμέσως για μεγάλα έργα.

Στο πλαίσιο αυτό, έχουν ήδη ενεργοποιηθεί πηγές που παρέμεναν ανενεργές, έχουν αυξηθεί οι αντλήσεις από την Υλίκη και έχει γίνει νέα προσαρμογή στη χρήση του Εύηνου. Παράλληλα, εξετάζεται η αξιοποίηση του Βοιωτικού Κηφισού υπό αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους, έως ότου προχωρήσει το μεγάλο έργο του Εύρυτου που έχει ήδη ανακοινωθεί από την κυβέρνηση.

Ο ίδιος ανέδειξε και το δεκαετές επενδυτικό πρόγραμμα της ΕΥΔΑΠ, συνολικού ύψους 2,5 δισ. ευρώ, το οποίο χαρακτήρισε ως τη σημαντικότερη αναβάθμιση του υδροδοτικού συστήματος της Αττικής εδώ και πολλές δεκαετίες. Ο σχεδιασμός αυτός περιλαμβάνει εκτεταμένα έργα ύδρευσης, ανακαίνιση του δικτύου μήκους 14.000 χιλιομέτρων, νέους αγωγούς σε περιοχές με αυξημένες ανάγκες και εγκατάσταση έξυπνων υδρομέτρων. Παράλληλα προβλέπονται έργα αποχέτευσης, ενεργειακή αναβάθμιση της Ψυττάλειας, καθώς και η ανάπτυξη νέων δικτύων αποχέτευσης μαζί με τέσσερα νέα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων.

Το νερό, οι διαρροές και το νέο μοντέλο διαχείρισης

Σε ερώτηση για την τιμολογιακή πολιτική, ο κ. Σαχίνης ανέφερε ότι το νερό στην Ελλάδα παραμένει το φθηνότερο στην Ευρώπη, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς ισχυρές επενδύσεις. Έδωσε έμφαση στις συγχωνεύσεις και στον εξορθολογισμό της διαχείρισης, κρίνοντας ότι αποτελούν βασική προϋπόθεση για να αποκτήσει αντοχές το σύστημα.

Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αποτύπωση του Πέτρου Βαρελίδη, ο οποίος υπογράμμισε ότι τα προβλήματα δεν απορρέουν μόνο από την κλιματική αλλαγή. Όπως είπε, η κλιματική πίεση επιδεινώνει μια ήδη επιβαρυμένη κατάσταση, καθώς πολλά υδροδοτικά συστήματα της χώρας λειτουργούν στα όριά τους ή και κάτω από αυτά, ιδιαίτερα στις τουριστικές περιοχές κατά τις περιόδους αιχμής. Κατά την ίδια εκτίμηση, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ασφάλεια υδροδότησης χωρίς βαθιά ενίσχυση των υποδομών.

Αναφερόμενος ειδικά στην Αττική, υποστήριξε ότι το γεγονός πως οι βροχές προσέφεραν επιπλέον χρόνο δεν δημιουργεί κανένα αίσθημα ασφάλειας. Με τέσσερα εκατομμύρια χρήστες να εξαρτώνται από το συγκεκριμένο σύστημα, η αδιάλειπτη υδροδότηση δεν μπορεί να αφήνεται στην αβεβαιότητα. Γι’ αυτό, όπως σημείωσε, απαιτείται ταχεία ενίσχυση του υδροδοτικού δικτύου ώστε να αυξηθούν τα διαθέσιμα αποθέματα και να θωρακιστεί η επάρκεια.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις απώλειες νερού από διαρροές, καθώς και στη μη τιμολογούμενη κατανάλωση, τις οποίες περιέγραψε ως από τις βασικότερες χρόνιες αδυναμίες του συστήματος. Ταυτόχρονα έθεσε ως αναγκαία προτεραιότητα ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, με ενίσχυση των μεγάλων φορέων μέσα από απορροφήσεις και συγχωνεύσεις μικρότερων σχημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη δρομολογηθεί η επέκταση της ΕΥΔΑΠ προς τη Στερεά Ελλάδα, ενώ αντίστοιχα η ΕΥΑΘ προβλέπεται να επεκτείνει τη λειτουργική της εμβέλεια και στη Χαλκιδική.

Στο ίδιο πάνελ, ο Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης από τη Deloitte επισήμανε ότι πάνω από το 35% του ελληνικού ΑΕΠ συνδέεται άμεσα με τις ροές του νερού, αναδεικνύοντας έτσι τη στρατηγική βαρύτητα του ζητήματος. Τόνισε επίσης ότι ο κατακερματισμός της διαχείρισης παραμένει σοβαρό εμπόδιο, καθώς στην Ελλάδα εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται περίπου 740 διαφορετικοί φορείς. Όπως ανέφερε, πολλοί από αυτούς δεν διαθέτουν πραγματική βιωσιμότητα, ενώ η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων ενισχύει την επενδυτική ικανότητα και δημιουργεί οικονομίες κλίμακας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα των ίδιων των φορέων, οι συνολικές επενδυτικές ανάγκες για την επόμενη περίοδο μπορεί να φτάσουν τα 17 έως 18 δισ. ευρώ.

Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, η Μαριάννα Ναθαναήλ ανέδειξε ότι το νερό έχει πλέον αναχθεί σε στρατηγική προτεραιότητα για την Ευρώπη. Όπως υπογράμμισε, η ΕΤΕπ έχει ήδη κατευθύνει δισεκατομμύρια ευρώ σε έργα που σχετίζονται με τους υδάτινους πόρους διεθνώς και σχεδιάζει ακόμη μεγαλύτερη κινητοποίηση κεφαλαίων. Για την Ελλάδα, επισήμανε ότι συμπυκνώνει πολλές από τις μεγάλες ευρωπαϊκές προκλήσεις, εξαιτίας της άνισης κατανομής των υδατικών πόρων, της αυξανόμενης κλιματικής πίεσης και της έντονης εποχικής επιβάρυνσης από τον τουρισμό. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι την περίοδο 2025-2027 η ΕΤΕπ θα επενδύσει 17 δισ. ευρώ, με στόχο τη συνολική κινητοποίηση ακόμη μεγαλύτερων επενδυτικών πόρων.

Το βασικό συμπέρασμα που αναδείχθηκε από τη συζήτηση είναι ότι η φετινή βελτίωση δεν συνιστά λύση. Η Αττική κέρδισε χρόνο, όχι ασφάλεια. Και το ερώτημα πλέον δεν είναι αν χρειάζονται παρεμβάσεις, αλλά πόσο γρήγορα θα προχωρήσουν τα έργα και οι αλλαγές που απαιτούνται, ώστε η υδροδότηση εκατομμυρίων πολιτών να μην εξαρτάται κάθε χρόνο από το αν θα βρέξει αρκετά.