Βορυλλας: Η Ελλάδα των σπάνιων μετάλλων και η πολιτική ευθύνη: Οι θέσεις της "Νίκης" για Τέμπη, Δάνεια και Δημογραφικό
Η τραγωδία των Τεμπών δεν αποτελεί, όπως τονίζει ο κ. Βορίλας, «επέτειο». Δεν είναι μια ημερομηνία τελετουργικής μνήμης ούτε μια ακόμη στάση στο ημερολόγιο της συλλογικής μας συγκίνησης. Είναι μια ωμή υπενθύμιση της διαχρονικής κρατικής αδιαφορίας, της διοικητικής ανεπάρκειας και της πολιτικής συνενοχής που διαπερνά δεκαετίες διακυβέρνησης. Η σύγκρουση των τρένων δεν ήταν ένα «ανθρώπινο λάθος» αποκομμένο από το πλαίσιο· ήταν η δραματική κατάληξη μιας αλυσίδας παραλείψεων, καθυστερήσεων και αθετημένων δεσμεύσεων γύρω από τη διαβόητη σύμβαση 717, που αφορούσε την εγκατάσταση και λειτουργία σύγχρονων συστημάτων σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης. Η ευθύνη, επισημαίνει, δεν βαραίνει μόνο μία κυβέρνηση. Αγγίζει διαδοχικά τη Νέα Δημοκρατία, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, που χειρίστηκαν, αναθεώρησαν, παρέτειναν ή ανέχθηκαν την εκκρεμότητα ενός έργου ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια των πολιτών. Η απαίτηση για πλήρη διαλεύκανση δεν είναι κομματική εμμονή· είναι ηθική και θεσμική υποχρέωση απέναντι στους νεκρούς και στις οικογένειές τους. Σε ένα κράτος δικαίου, η αλήθεια δεν τεμαχίζεται με βάση εκλογικούς κύκλους.

Στο ίδιο πνεύμα θεσμικής εγρήγορσης εντάσσεται και η αναφορά του στα «κόκκινα δάνεια» και στη νομολογία που αναδιατάσσει το πεδίο προστασίας των δανειοληπτών. Ο λεγόμενος «Νόμος Κατσέλη» (Ν. 3869/2010) υπήρξε για χρόνια η ύστατη ασπίδα της πρώτης κατοικίας απέναντι σε πρακτικές τραπεζικής αυθαιρεσίας. Η πρόσφατη απόφαση του Άρειος Πάγος, που δικαιώνει δανειολήπτες και θέτει φραγμούς στον καταχρηστικό υπολογισμό τόκων, αποκαθιστά ένα κρίσιμο ισοζύγιο δικαιοσύνης. Ωστόσο, η δικαστική δικαίωση δεν αρκεί. Ο κ. Βορίλας καλεί την κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος να προχωρήσουν σε σαφείς νομοθετικές πρωτοβουλίες που θα θωρακίσουν οριστικά την πρώτη κατοικία, θα επιβάλουν διαφάνεια στους υπολογισμούς και θα αναχαιτίσουν την ασύμμετρη ισχύ χρηματοπιστωτικών οργανισμών και διαχειριστών απαιτήσεων. Διότι η κοινωνική ειρήνη δεν οικοδομείται πάνω στον φόβο της έξωσης.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαρδιωτική όταν το βλέμμα μεταφέρεται εκτός συνόρων. Στο Δουβλίνο, έδρα πλήθους επενδυτικών σχημάτων, ο κ. Βορίλας περιγράφει μια εμπειρία που γεννά εύλογα ερωτήματα για τη δημοκρατική λογοδοσία.
Στον πυρήνα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κέντρου της ιρλανδικής πρωτεύουσας, λειτουργούν «εταιρείες-κέλυφος» που διαχειρίζονται ελληνικές περιουσίες χωρίς ουσιαστική φυσική παρουσία στη χώρα μας. Νομικά πρόσωπα με ελάχιστο προσωπικό και τυπικές διευθύνσεις αναλαμβάνουν τη διαχείριση χιλιάδων δανείων, μετατρέποντας την ιδιωτική περιουσία σε απρόσωπο χρηματοοικονομικό προϊόν. Η μεταβίβαση χαρτοφυλακίων σε funds μπορεί να αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση ή αγοραία πρακτική· όμως η πολιτική ευθύνη για τους όρους, τη διαφάνεια και την κοινωνική προστασία παραμένει εθνική. Όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις γειτονιές που πλήττονται, το έλλειμμα αντιπροσώπευσης βαθαίνει.
Στο πεδίο του δημογραφικού, ο κ. Βορίλας εστιάζει σε μια κραυγαλέα αντίφαση: την ώρα που η Ελλάδα γερνά και συρρικνώνεται, το κράτος θέτει τόσο χαμηλά εισοδηματικά κριτήρια ώστε να αποκλείει μητέρες με ετήσιο εισόδημα 13.600 ευρώ από επιδόματα μητρότητας. Η πολιτική για την οικογένεια δεν μπορεί να περιορίζεται σε συμβολικές εξαγγελίες· απαιτεί δημοσιονομική προτεραιοποίηση. Η πρόταση για 1,5–2 δισ. ευρώ ετησίως προς ουσιαστική στήριξη της ελληνικής οικογένειας εγγράφεται ως στρατηγική επένδυση και όχι ως παροχή. Δημογραφικό χωρίς οικονομική ασφάλεια δεν ανατρέπεται· απλώς διαχειρίζεται επικοινωνιακά.
Παράλληλα, θέτει στο τραπέζι το ζήτημα του εθνικού πλούτου και της παραγωγικής αυτονόμησης. Η Ελλάδα διαθέτει αποθέματα και προοπτικές αξιοποίησης σπάνιων μετάλλων όπως το γάλλιο, το γερμάνιο και το αντιμόνιο, καθώς και υδρογονάνθρακες σε θαλάσσιες περιοχές.
Σε μια εποχή γεωοικονομικού ανταγωνισμού και ενεργειακής ανασφάλειας, η συστηματική, περιβαλλοντικά υπεύθυνη και τεχνολογικά προηγμένη αξιοποίηση τέτοιων πόρων θα μπορούσε να μεταβάλει το παραγωγικό υπόδειγμα. Το ζητούμενο δεν είναι η άκριτη εξόρυξη, αλλά η εθνική στρατηγική που θα συνδέει πρώτες ύλες, βιομηχανική πολιτική και τεχνογνωσία. Η χώρα, υποστηρίζει, δεν οφείλει να παραμένει «ζήτουλας» ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, όταν μπορεί να αναπτύξει δικές της πηγές πλούτου.
Στο πολιτικό επίπεδο, ο λόγος του κορυφώνεται με αναφορά στον πρόεδρο της Νίκη, Δημήτρης Νατσιός, τον οποίο παρουσιάζει ως πρόσωπο που «δεν τον κρατάει κανείς». Κατά την αποτίμησή του, η «Νίκη» είναι η μόνη δύναμη που επιλέγει τη ρήξη με τα παρασκήνια και την ανοιχτή σύγκρουση για την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας και της Πατρίδας. Σε ένα πολιτικό σύστημα που συχνά ισορροπεί ανάμεσα σε διαχειριστικές συναινέσεις και επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις, η ανάδειξη μιας ταυτότητας σύγκρουσης επιχειρεί να καλύψει το κενό εκπροσώπησης ενός τμήματος της κοινωνίας που αισθάνεται αποξενωμένο.
Από τα Τέμπη έως τα funds του Δουβλίνου, από την προστασία της πρώτης κατοικίας έως τη δημογραφική κατάρρευση και την αξιοποίηση του εθνικού πλούτου, το νήμα που διαπερνά την επιχειρηματολογία είναι η αξίωση για κυριαρχία, λογοδοσία και κοινωνική δικαιοσύνη. Η μνήμη των νεκρών δεν μπορεί να γίνει εθιμοτυπία. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να εξαντλείται σε αποσπασματικές αποφάσεις. Και η πολιτική δεν μπορεί να παραμένει διαχειριστική όταν οι προκλήσεις είναι υπαρξιακές.
Πιο Δημοφιλή
Η δημοσιογραφία βουλιάζει στον βούρκο της αγραμματοσύνης
Η Ευρώπη σε τροχιά σοβιετικού συγκεντρωτισμού
Πιο Πρόσφατα