Βρετανοί ηλικιωμένοι όμηροι σε φυλακή των Ταλιμπάν: «Ήταν το πιο κοντινό πράγμα στην Κόλαση»
Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Βρετανών, που κρατήθηκε σε μία από τις πιο γνωστές φυλακές των Ταλιμπάν, περιέγραψε τις συνθήκες κράτησης στο εσωτερικό της, χαρακτηρίζοντάς τες ως τις χειρότερες που έχουν βιώσει.
Ο 80χρονος Πίτερ Ρέινολντς και η 76χρονη σύζυγός του Μπάρμπι τοποθετήθηκαν σε διαφορετικά κελιά, τα οποία, όπως ανέφεραν, ήταν υγρά, με μούχλα και παρουσία αρουραίων. Η κράτησή τους πραγματοποιήθηκε στη φυλακή Πουλ-ε-Τσαρκί, στην Καμπούλ, ένα σωφρονιστικό συγκρότημα γνωστό για τον υπερπληθυσμό και τις ελλείψεις του. Το ζευγάρι, που ζούσε στο Αφγανιστάν επί 18 χρόνια, παρέμεινε φυλακισμένο για τρεις μήνες το 2025, στο πλαίσιο συνολικής οκτάμηνης κράτησης από τις αρχές των Ταλιμπάν. Μέχρι σήμερα δεν τους έχει γνωστοποιηθεί επίσημα ο λόγος της σύλληψής τους.
Η φυλακή κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1970 με χωρητικότητα 5.000 κρατουμένων, ωστόσο συχνά φιλοξενεί έως και 15.000 άτομα. Κατά το παρελθόν έχουν καταγραφεί αναφορές για κακομεταχείριση κρατουμένων από τους φύλακες, χωρίς το συγκεκριμένο ζευγάρι να αναφέρει ότι υπέστη τέτοιες πρακτικές. Οι συνθήκες υγιεινής, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, ήταν ιδιαίτερα προβληματικές, με έλλειψη επαρκών εγκαταστάσεων, χαμηλές θερμοκρασίες τον χειμώνα και αποπνικτική ζέστη τους θερινούς μήνες.
Ο Πίτερ και η Μπάρμπι, που παντρεύτηκαν στην Καμπούλ το 1970, ανέφεραν ότι πολλές γυναίκες στη φυλακή κρατούνταν για λόγους που τους περιγράφηκαν ως αυθαίρετοι. Όπως είπαν, μία γυναίκα φυλακίστηκε επειδή οδηγούσε αυτοκίνητο, ενώ άλλη κρατούνταν λόγω πράξης του συζύγου της. Το ζευγάρι συνελήφθη κατά την επιστροφή του στο σπίτι του στην επαρχία Μπαμιάν, στο κεντρικό Αφγανιστάν, με τις κατηγορίες να παραμένουν άγνωστες. Ο Πίτερ κρατούνταν στην ανδρική πτέρυγα μαζί με δύο ακόμη άνδρες, σε κελί με πρόσβαση σε τουαλέτα και ντους. Παρά το σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει, ήταν δεμένος με χειροπέδες και αλυσοδεμένος με άλλους κρατούμενους, όπως ανέφεραν στους Times.

Σύμφωνα με την περιγραφή τους, οι συνθήκες στην πτέρυγα των γυναικών ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένες. Στο κελί της Μπάρμπι βρίσκονταν ακόμη 15 γυναίκες και δύο παιδιά, οι οποίοι μοιράζονταν πέντε κουκέτες, με τη μία να χρησιμοποιείται ως χώρος μαγειρέματος. Κάποιες από τις κρατούμενες κοιμούνταν στο πάτωμα. Όπως είπε η ίδια, κάθε κρατούμενη είχε μία κουβέρτα από μη κυβερνητική οργάνωση, την οποία έπρεπε να πλένουν μόνες τους. Τα τέσσερα ντους της πτέρυγας δεν λειτουργούσαν και το νερό από τις βρύσες κατέληγε σε ανοιχτή αποχέτευση στον διάδρομο. Για συνολικά 230 γυναίκες και 40 παιδιά υπήρχαν επτά φορητές τουαλέτες, γεγονός που δημιουργούσε πρόσθετες δυσκολίες.
Η Μπάρμπι ανέφερε ότι επικοινωνούσε με τις συγκρατούμενές της στα Φαρσί και ότι πολλές της είπαν πως κρατούνταν για λόγους που θεωρούσαν ασήμαντους. Ανάμεσά τους ήταν μία 19χρονη που φυλακίστηκε επειδή οδηγούσε αυτοκίνητο, καθώς και μητέρα τεσσάρων παιδιών που καταδικάστηκε σε πενταετή ποινή. Άλλη γυναίκα ανέφερε ότι συνελήφθη επειδή εργάστηκε όταν η οικογένειά της έχασε τα εισοδήματά της. Η Μπάρμπι είπε ότι η πλειονότητα των γυναικών στη φυλακή δεν γνώριζε τη διάρκεια της ποινής της και ότι πολλές παρέμεναν κρατούμενες επί μήνες ή και χρόνια.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη διατροφή. Κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, το ζευγάρι λάμβανε ένα γεύμα την ημέρα, ενώ στη συνέχεια δύο, αποτελούμενα κυρίως από ψωμί, λαχανικά, ρύζι και όσπρια. Κρέας προσφερόταν δύο φορές την εβδομάδα, σε περιορισμένη ποσότητα. Πρόσθετα τρόφιμα μπορούσαν να αγοραστούν από ένα αυτοσχέδιο κατάστημα εντός της φυλακής, εφόσον υπήρχαν χρήματα. Η Μπάρμπι ανέφερε ότι παρουσίασε υποσιτισμό και αναιμία και ότι πέρασε τα γενέθλιά της σε επιβαρυμένη κατάσταση υγείας.
Σύμφωνα με την ίδια, οι δραστηριότητες των κρατουμένων ήταν περιορισμένες, με τις γυναίκες να κατασκευάζουν χειροτεχνίες από υλικά που παρείχαν φιλανθρωπικές οργανώσεις. Οι εντάσεις μεταξύ των κρατουμένων ήταν συχνές και σε ένα περιστατικό γυναίκα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο έπειτα από επίθεση. Αργότερα, το ζευγάρι μεταφέρθηκε για πέντε εβδομάδες σε υπόγειο χώρο χωρίς παράθυρα, με παρουσία τρωκτικών και εντόμων, υπό τη διαχείριση των υπηρεσιών πληροφοριών των Ταλιμπάν.
Τον Ιούνιο, ομάδα ειδικών του ΟΗΕ προειδοποίησε ότι χωρίς ιατρική φροντίδα υπήρχε κίνδυνος για τη ζωή τους, γεγονός που οδήγησε στη μεταφορά τους σε κατοικία εντός στρατιωτικού τομέα, υπό φρούρηση. Έπειτα από διπλωματικές παρεμβάσεις Βρετανών και Καταριανών αξιωματούχων, παραδόθηκαν σε εκπροσώπους του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Η απελευθέρωσή τους εντάχθηκε σε ευρύτερες κινήσεις των Ταλιμπάν για διεθνή αναγνώριση της κυβέρνησής τους, σύμφωνα με αξιωματούχο της περιόδου. Κατά την άφιξή τους στο αεροδρόμιο Χίθροου τον Σεπτέμβριο, το ζευγάρι εμφανίστηκε χαμογελαστό χωρίς να προβεί σε δηλώσεις. Προηγουμένως είχε επανενωθεί με την κόρη του, Σάρα Έντγουιστλ, στο αεροδρόμιο της Ντόχα, πριν επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τη Daily Mail.
Πιο Δημοφιλή
Το βαθύτερο κράτος της επταετίας Μητσοτάκη
Ελλάδα και Ρωσία – Ρεαλισμός χωρίς αυταπάτες και χωρίς αυτοπαγίδευση
Αρχείο Epstein: 3,5 εκατ. σελίδες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την ελίτ της Δύσης
Ο Μετάνθρωπος προ των πυλών
Πιο Πρόσφατα
Οι Θεσσαλοί βλέπουν τις ζωές τους να καταστρέφονται για ακόμη μία φορά