16 Ιουνίου 2026

Παπασταύρου-Ενέργεια: Γεώτρηση 80 εκατ. ευρώ στον «Ασωπό»

Την εμπλοκή της Chevron σε ακόμη ένα ελληνικό θαλάσσιο οικόπεδο παρουσίασε ως ένδειξη αυξημένου διεθνούς ενδιαφέροντος για την Ελλάδα ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου. Μιλώντας στην ΕΡΤnews και την εκπομπή «Συνδέσεις», ανέφερε ότι η κίνηση της αμερικανικής εταιρείας δείχνει πως η περιοχή διαθέτει προοπτικές εμπορικής εκμετάλλευσης, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι ο συγκεκριμένος τομέας απαιτεί τεράστια κεφάλαια, τεχνογνωσία και αυστηρή τήρηση περιβαλλοντικών προδιαγραφών.

Η κυβερνητική ανάγνωση επιχειρεί να παρουσιάσει την εξέλιξη ως στρατηγική επιτυχία, σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή πολιτική της χώρας παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα στην ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια, την πράσινη μετάβαση και την εξάρτηση από μεγάλους διεθνείς ομίλους. Το ενδιαφέρον της Chevron προσδίδει βαρύτητα στα ελληνικά θαλάσσια οικόπεδα, αναδεικνύει όμως και το κρίσιμο ερώτημα του πραγματικού δημόσιου οφέλους από μια πιθανή εκμετάλλευση υδρογονανθράκων.

Πρώτη ερευνητική γεώτρηση το 2027

Ο κ. Παπασταύρου διευκρίνισε ότι η πρώτη ερευνητική γεώτρηση έχει προγραμματιστεί για τον Φεβρουάριο του 2027 στην περιοχή «Ασωπός», βορειοδυτικά της Κέρκυρας. Πρόκειται για το πιο ώριμο έργο ερευνών, ενώ ακολουθεί το λεγόμενο «οικόπεδο 10».

Το κόστος μιας ερευνητικής γεώτρησης εκτιμάται περίπου στα 80 εκατ. ευρώ. Σε περίπτωση επιτυχούς εντοπισμού κοιτάσματος και εμπορικής αξιοποίησης, οι συνολικές επενδύσεις μπορούν να φτάσουν τα 3 έως 4 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, υπό αυτό το σενάριο, τα δημόσια έσοδα θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 10 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου, μέσω φορολογίας και άλλων εσόδων που συνδέονται με την παραγωγή, με το ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου να υπολογίζεται στο 38% έως 40% των κερδών.

Ο υπουργός συνέδεσε την πιθανή επιτυχία των ερευνών με την ενεργειακή αυτονομία της χώρας, επικαλούμενος εκτιμήσεις για αποθέματα 270 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, τη στιγμή που η ετήσια κατανάλωση της Ελλάδας ανέρχεται περίπου σε 6 δισ. κυβικά μέτρα. Σύμφωνα με τον ίδιο, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ενισχύσει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και να αυξήσει περαιτέρω το επενδυτικό ενδιαφέρον για τα ελληνικά θαλάσσια οικόπεδα.

Υδρογονάνθρακες, ΑΠΕ και αποθήκευση ενέργειας

Απαντώντας στη συζήτηση για τη σχέση υδρογονανθράκων και πράσινης ενέργειας, ο κ. Παπασταύρου υποστήριξε ότι η ελληνική ενεργειακή στρατηγική στηρίζεται σε ένα ισορροπημένο μείγμα. Όπως ανέφερε, η χώρα πρέπει να αξιοποιήσει όλες τις διαθέσιμες πηγές, από τον ήλιο, τον άνεμο και τα υδροηλεκτρικά έως τα πιθανά κοιτάσματα φυσικού αερίου, με στόχο την ενεργειακή επάρκεια και την ασφάλεια τροφοδοσίας.

Ο υπουργός σημείωσε ότι η ανάπτυξη υδρογονανθράκων δεν ακυρώνει τον στόχο της βιώσιμης ανάπτυξης και της απανθρακοποίησης, καθώς το φυσικό αέριο θεωρείται απαραίτητο για τη σταθερότητα του ενεργειακού συστήματος. Η θέση αυτή αποτυπώνει την κυβερνητική επιλογή να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο των εξορύξεων, ενώ παράλληλα προβάλλει τη διεύρυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ έχει τριπλασιαστεί από το 2019, καθώς η εγκατεστημένη ισχύς αυξήθηκε από τα 6,3 GW στα 18 GW. Μόνο τον τελευταίο χρόνο προστέθηκαν περίπου 3 GW, στοιχείο που δείχνει την ταχύτητα ανάπτυξης του τομέα.

Παρά ταύτα, ο ίδιος αναγνώρισε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σοβαρά στην αποθήκευση ενέργειας. Η καθυστέρηση αυτή οδηγεί σε απώλειες, κυρίως της ηλιακής ενέργειας που παράγεται τις μεσημεριανές ώρες και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως. Μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις αποθήκευσης συνδεδεμένες στο δίκτυο, ενώ πλέον έχουν ξεκινήσει τα πρώτα έργα, με στόχο τα 700 έως 800 MW έως το τέλος του έτους και τα 1,2 έως 1,4 GW έως το 2027.

Η αποθήκευση ενέργειας αναδεικνύεται έτσι σε κομβικό πεδίο για την αξιοποίηση της περίσσειας παραγωγής και τη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος. Η κυβέρνηση, ενώ προβάλλει την προσέλκυση μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων ως δείγμα γεωοικονομικής αναβάθμισης, καλείται να απαντήσει με συγκεκριμένα αποτελέσματα στο βασικό ζήτημα: αν η ενεργειακή στρατηγική υπηρετεί πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον, τη μείωση του κόστους για τους πολίτες και την πραγματική ενεργειακή αυτονομία της χώρας.