LIVE Ακούστε Live Δια Πυρός
11 Φεβρουαρίου 2026

Διαμαντοπούλου: Παραγωγικότητα στο 46% της Ευρώπης και ανάπτυξη χαμηλής αξίας

Σε μια συζήτηση με επίκεντρο την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και τη λειτουργία των θεσμών, η Άννα Διαμαντοπούλου, μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΠΑΣΟΚ και υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού, παρενέβη στο Κεντρικό Δελτίο του KONTRA, αναπτύσσοντας θέσεις για την παραγωγικότητα, το Ταμείο Ανάκαμψης, την ενέργεια, το τραπεζικό σύστημα, το συνδικαλιστικό πλαίσιο και τη συνταγματική αναθεώρηση.

Η τοποθέτησή της αμφισβήτησε ευθέως την εικόνα οικονομικής επιτυχίας που προβάλλεται, υποστηρίζοντας ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν συνοδεύεται από ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη. Όπως ανέφερε, το αποτέλεσμα αποτυπώνεται άμεσα στο επίπεδο διαβίωσης και στην αγοραστική δυνατότητα των πολιτών.

Αναφερόμενη στους μισθούς, σημείωσε ότι η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα κατατάσσεται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκρινίζοντας ότι η εικόνα αυτή δεν ταυτίζεται με τον μέσο μισθό. Τόνισε ότι η χαμηλή παραγωγικότητα αποτελεί τη βασική αιτία των περιορισμένων εισοδημάτων, επισημαίνοντας πως η ελληνική οικονομία κινείται στο 46% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Σύμφωνα με την ίδια, το παραγωγικό μοντέλο δεν δημιουργεί ανταγωνιστικότητα ούτε ενισχύει τις εξαγωγές.

Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε μια οικονομία που αναπτύσσεται κυρίως σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Παρέθεσε στοιχεία που δείχνουν ισχυρή αύξηση στις επιχειρήσεις διανομής, μαζική είσοδο νέων σχημάτων στον τουρισμό τύπου βραχυχρόνιας μίσθωσης και χιλιάδες νέες μονάδες εστίασης μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι μεγάλο μέρος αυτών των επιχειρήσεων δεν επιβιώνει σε βάθος χρόνου, γεγονός που καταδεικνύει τη δομική αδυναμία του μοντέλου ανάπτυξης.

Παρά τη δημοσιονομική προσαρμογή, σημείωσε ότι το εξωτερικό ισοζύγιο επιδεινώνεται, καθώς οι εισαγωγές αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από τις εξαγωγές, επιβαρύνοντας τη συνολική εικόνα της οικονομίας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης, ασκώντας κριτική στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση των έργων. Μίλησε για καθυστερήσεις, τροποποιήσεις και εκτεταμένη χρήση απευθείας αναθέσεων, ενώ στον αγροτικό τομέα επεσήμανε ότι λιγότερα από τα μισά έργα που ανακοινώθηκαν το 2020 βρίσκονται σήμερα σε φάση υλοποίησης. Υποστήριξε ότι οι πόροι έπρεπε να κατευθυνθούν σε κρίσιμες υποδομές, στην πράσινη μετάβαση, σε ουσιαστικές ψηφιακές εφαρμογές και σε ολοκληρωμένα σχέδια για τη λειψυδρία και τις πλημμύρες. Υπενθύμισε ότι η χώρα επιβαρύνθηκε με πρόστιμο λόγω καθυστερήσεων στην κατάθεση σχεδίου αντιπλημμυρικής προστασίας και σημείωσε ότι το κόστος της κλιματικής κρίσης μετακυλίεται ήδη στα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.

Στο τραπεζικό σύστημα έθεσε ζήτημα ανταγωνισμού, επισημαίνοντας ότι η ελληνική αγορά κυριαρχείται από τέσσερις μεγάλες τράπεζες με υψηλή κερδοφορία, την ώρα που σε αντίστοιχες ευρωπαϊκές χώρες λειτουργούν δεκάδες μικρότερα, εξειδικευμένα χρηματοπιστωτικά σχήματα. Πρότεινε τη δημιουργία θεματικών τραπεζών, με έμφαση σε τομείς όπως η αγροτική παραγωγή, ώστε να βελτιωθεί η πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση.

Αναφερόμενη στην ενεργειακή πολιτική, υποστήριξε ότι το πλαίσιο λειτουργεί υπέρ λίγων μεγάλων παικτών, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή συνεταιρισμών, δήμων και μικρότερων επιχειρήσεων. Όπως ανέφερε, το υψηλό ενεργειακό κόστος ενσωματώνεται στις τελικές τιμές και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Για τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων και τα προγράμματα κατάρτισης, έθεσε ζήτημα αξιολόγησης από ανεξάρτητο φορέα, επισημαίνοντας την ανάγκη να εξετάζεται τόσο η πιστοποίηση όσο και η απορρόφηση των καταρτισμένων στην αγορά εργασίας. Τόνισε ότι η κατάρτιση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για το μέλλον της παραγωγής.

Στο πεδίο του συνδικαλιστικού κινήματος, αναγνώρισε σοβαρό πρόβλημα αντιπροσωπευτικότητας και υποστήριξε την ανάγκη συνολικής αναδιάρθρωσης, με όρια θητειών, νέο οργανωτικό μοντέλο και αλλαγές στη δομή των εργατικών κέντρων, σημειώνοντας ότι πολυετείς παραμονές στην ηγεσία δεν συναντώνται στον ευρωπαϊκό χώρο.

Αναφερόμενη στο πολιτικό σκηνικό και στις δημοσκοπήσεις, υποστήριξε ότι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί τον βασικό διεκδικητή του πολιτικού κέντρου και κατηγόρησε την κυβέρνηση για προσπάθεια ταύτισης του κόμματος με τον ΣΥΡΙΖΑ. Υπερασπίστηκε τη στάση του ΠΑΣΟΚ στο ζήτημα του άρθρου 86, τονίζοντας την ανάγκη θεσμικής καθαρότητας.

Για τη συνταγματική αναθεώρηση, υποστήριξε ότι το άρθρο 86 πρέπει να αλλάξει από τη βάση του, καθώς η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα όπου η Βουλή αποφασίζει για την ποινική τύχη υπουργών. Έθεσε επίσης ζήτημα αλλαγής της διαδικασίας των δύο Βουλών, ώστε να αποφεύγονται πολιτικοί εκβιασμοί, καθώς και αναθεώρησης διατάξεων που αφορούν τη Δικαιοσύνη. Κατηγόρησε την κυβέρνηση για συστηματικές παραβιάσεις του Συντάγματος τα τελευταία χρόνια.

Κλείνοντας, υποστήριξε ότι υπάρχει συγκροτημένη πολιτική εναλλακτική, με επεξεργασμένες προτάσεις και στελέχη έτοιμα να αναλάβουν ρόλο στην εφαρμογή ενός διαφορετικού σχεδίου για τη χώρα.