Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΠΡΙΖΙΤ

ΤΡΥΦΩΝΑΣ

ΦΙΛΙΚΗΤΑΤΗ

1 Φεβρουαρίου 2026

Διπλωματία χαμηλών προσδοκιών και επικίνδυνων σιωπών

Πριν από λίγες ημέρες ο έμπειρος ανταποκριτής του Σκάι στην Άγκυρα, Μανώλης Κωστίδης, ο οποίος διαθέτει σαφή γνώση και δυνατότητα ανάγνωσης των προθέσεων της τουρκικής ηγεσίας, μετέδωσε ότι η πολυπροβεβλημένη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν τοποθετείται χρονικά μετά τις 10 Φεβρουαρίου και αναμένεται να έχει καθαρά τυπικό χαρακτήρα. Όπως σημείωσε, δεν καλλιεργούνται ιδιαίτερες προσδοκίες, καθώς πρωταρχικός στόχος των δύο πλευρών είναι να εκπέμψουν προς τα έξω την εικόνα μιας συνεχιζόμενης συνεννόησης και της απουσίας σοβαρής έντασης στην περιοχή.

Είναι όμως πράγματι αυτό το διακύβευμα για την ελληνική πλευρά; Να παρουσιάσει διεθνώς ότι δεν υφίσταται ένταση με την Τουρκία, τη στιγμή που η χώρα έχει βρεθεί αντιμέτωπη με δύο NAVTEX αορίστου διάρκειας, οι οποίες δεσμεύουν τεράστιες θαλάσσιες εκτάσεις του Αιγαίου; Και μάλιστα όταν σε αυτές τις ίδιες αγγελίες ναυσιπλοΐας κατονομάζονται 23 ελληνικά νησιά ως δήθεν αποστρατικοποιημένα, βάσει μιας αυθαίρετης και μονομερούς τουρκικής ερμηνείας του Διεθνούς Δικαίου;

Η εικόνα αυτή μπορεί να μοιάζει παράδοξη, ωστόσο η περιγραφή του Κωστίδη αποδεικνύεται ακριβής. Με τρόπο σχεδόν συγχρονισμένο, η επικοινωνιακή στρατηγική Αθήνας και Άγκυρας φαίνεται να συγκλίνει: να δοθεί η εντύπωση ότι ο διάλογος συνεχίζεται. Ότι οι «μικροδιαφορές», οι οποίες για την Τουρκία συνιστούν απτές πράξεις αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας, ενώ για την κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετωπίζονται με τη λογική του «πέρα βρέχει», δεν επηρεάζουν το κλίμα. Ποιος διάλογος όμως; Ένας διάλογος προσχηματικός, περιορισμένος σε συζητήσεις χαμηλής πολιτικής, όπως η περαιτέρω χαλάρωση ταξιδιωτικών περιορισμών για Τούρκους επισκέπτες στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τη Θράκη, οι επιχειρηματικές συμπράξεις που σε περίπτωση κρίσης λειτουργούν εις βάρος της ελληνικής θέσης και όχι υπέρ της, καθώς και οι πολιτιστικές ανταλλαγές που ευνοούν τη μαζική παρουσία τουρκοσειρών στα ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια.

Πρόκειται για τη λεγόμενη soft power diplomacy της σχολής Γεραπετρίτη, μια πρακτική που επιδιώκει τη μετατόπιση των κρίσιμων ζητημάτων «κάτω από το ραντάρ». Όταν όμως αυτά τα ζητήματα αναπόφευκτα επανέλθουν στο προσκήνιο, η Ελλάδα θα αναζητά διεθνή στήριξη και θα εισπράττει από τους ευρωπαίους εταίρους την κυνική απάντηση ότι μέχρι πρότινος διαβεβαίωνε πως δεν υφίσταται ένταση στο Αιγαίο και ότι οι δύο πλευρές οφείλουν απλώς να «τα βρουν».

Στην αντίστροφη όψη του ίδιου σκηνικού, η αντίδραση στις τουρκικές NAVTEX δεν προήλθε από την ελληνική κυβέρνηση αλλά από αλλού. Την περασμένη Πέμπτη ο ανεξάρτητος ευρωβουλευτής Νικόλας Φαραντούρης κατέθεσε κατεπείγουσα ερώτηση προς την ύπατη εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κάγια Κάλας, επισημαίνοντας ότι οι συγκεκριμένες τουρκικές ενέργειες συνιστούν ευθεία αμφισβήτηση της κυριαρχίας κράτους-μέλους της Ένωσης.

Λίγο νωρίτερα, ο ίδιος ευρωβουλευτής είχε επισκεφθεί την Τρίπολη της Λιβύης όχι υπό την ιδιότητα Έλληνα αξιωματούχου, αλλά ως Ευρωπαίος, συμμετέχοντας στις Επιτροπές Προϋπολογισμού, Ασφάλειας και Άμυνας, καθώς και Ευρωαμερικανικών και Ευρωαφρικανικών Σχέσεων. Με δεδομένη τη βαθιά γνώση του στον ενεργειακό τομέα, τόσο από τη θητεία του στη ΔΕΠΑ όσο και από την προεδρία της EUROGAS, κινήθηκε άμεσα στην ουσία του ζητήματος. Στις επαφές του με τον πρωθυπουργό Ντμπεϊμπά και τον αρμόδιο υπουργό Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου, ξεκαθάρισε ότι η προοπτική συνεργασίας με την Ευρώπη παραμένει ανύπαρκτη όσο δεν ακυρώνεται το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, η ασφάλεια των συναλλαγών προϋποθέτει ασφάλεια δικαίου και μοναδικό αξιόπιστο πλαίσιο για επενδύσεις και συνεργασίες αποτελεί το Διεθνές Δίκαιο, ενώ η διατήρηση του μνημονίου δηλητηριάζει τις σχέσεις και αποθαρρύνει κάθε σοβαρή οικονομική δραστηριότητα.

Η τοποθέτηση αυτή είναι απλή και ξεκάθαρη. Ωστόσο, ανάλογη διατύπωση δεν έχει ακουστεί από τα χείλη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών. Η διπλωματική πρακτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη φαίνεται να περιορίζεται σε μια «διπλωματία της ευγένειας», που αποφεύγει τις σκληρές κουβέντες, προτιμώντας τις φιλοφρονήσεις και τις δημόσιες εκδηλώσεις καλής θέλησης, στο όνομα της αποφυγής της ενόχλησης των συνομιλητών.

Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις στη Λιβύη ενδέχεται να αποδειχθούν πιο αιφνιδιαστικές από εκείνες με την Τουρκία. Τον περασμένο Ιούνιο, χωρίς ιδιαίτερη δημοσιότητα, η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της κυβέρνησης Ντμπεϊμπά υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη συμφωνία με την τουρκική ΤΡΑΟ για γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες σε τέσσερις υπεράκτιες περιοχές, καθώς και για δισδιάστατες σεισμικές έρευνες σε έκταση περίπου 10.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η συμφωνία αυτή βασίζεται σε προγενέστερο μνημόνιο συνεργασίας Άγκυρας – Τρίπολης, το οποίο υιοθετεί ως χάρτη αναφοράς εκείνον του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019, παρακάμπτοντας την πλήρη επήρεια της Κρήτης.

Στο προσεχές διάστημα η λιβυκή NOC ετοιμάζεται να προχωρήσει σε νέο γύρο παραχωρήσεων, ενώ η Τουρκία πιέζει για τη δέσμευση των επίμαχων περιοχών με NAVTEX, κατά το πρότυπο όσων έχει ήδη εφαρμόσει στο Αιγαίο.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποια ακριβώς πολιτική ακολουθεί η Ελλάδα έναντι της Λιβύης. Πολλαπλές επαφές του Γεραπετρίτη έχουν πραγματοποιηθεί και με τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, τόσο με την κυβέρνηση της Τρίπολης όσο και με το στρατόπεδο της Βεγγάζης υπό τον στρατάρχη Χαφτάρ, του οποίου οι γιοι έχουν πυκνώσει τις επισκέψεις τους στην Αθήνα. Πρόσφατα, ο Μπελγκασέμ Χαφτάρ έγινε δεκτός σε συνάντηση με τον ίδιο τον Μητσοτάκη, χωρίς ωστόσο ούτε η οικογένεια Χαφτάρ ούτε η κυβέρνηση της Τρίπολης να έχουν αποκηρύξει το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Αντιθέτως, την ώρα που καλλιεργούνται δημόσιες σχέσεις με την ελληνική πλευρά, προχωρούν σε ουσιαστικές συμφωνίες με τον Ερντογάν, είτε για ενεργειακές παραχωρήσεις είτε για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών προς την Κρήτη.

Το δεύτερο και κρισιμότερο ερώτημα είναι γιατί όσα διατυπώθηκαν καθαρά από έναν Έλληνα ευρωβουλευτή δυσκολεύεται να τα εκφράσει ο υπουργός Εξωτερικών μιας χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί η κυβέρνηση αποφεύγει να φέρει τις τουρκικές NAVTEX στο ευρωπαϊκό επίπεδο και επιμένει να εκπέμπει την εικόνα ότι «όλα βαίνουν καλώς»; Πρόκειται για φοβία, ηττοπάθεια ή έλλειψη αυτοπεποίθησης, ή μήπως υπάρχει κάτι βαθύτερο που παραμένει αθέατο με γυμνό μάτι;

Ετικέτες: