Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΦΡΑΣΙΑ

ΜΑΚΑΡΙΟΣ

19 Ιανουαρίου 2026

Δόμηση σε μόνιμη σύγκρουση

Χωρίς να διαφαίνεται οριστική εκτόνωση εξελίσσεται η υπόθεση των «μπόνους» στους συντελεστές δόμησης του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού, καθώς, παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις για το κλείσιμο του ζητήματος μέσω νέου κανονιστικού πλαισίου, η αντιπαράθεση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση παραμένει ενεργή και, όπως όλα δείχνουν, αποκτά πλέον σταθερά και διαρκή χαρακτηριστικά. Δήμοι και κεντρική διοίκηση βρίσκονται αντιμέτωποι σε δύο παράλληλα επίπεδα: αφενός στο καθεστώς εφαρμογής των κινήτρων πρόσθετης δόμησης και αφετέρου στο σχέδιο μεταφοράς των Υπηρεσιών Δόμησης από τους δήμους στο Κτηματολόγιο, επιλογή που πολλοί αυτοδιοικητικοί ερμηνεύουν ως σαφή κίνηση συγκεντροποίησης κρίσιμων αρμοδιοτήτων.

Στο πρώτο μέτωπο, ένας νέος κύκλος προσφυγών στο Συμβούλιο της Επικρατείας διαδέχεται τις προηγούμενες δικαστικές αντιπαραθέσεις. Ήδη κατατέθηκαν αιτήσεις ακύρωσης από τους δήμους Αλίμου, Φιλοθέης-Ψυχικού και Κηφισιάς, ενώ τη Δευτέρα αναμένεται να ακολουθήσουν νέες προσφυγές από τον Δήμο Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, κατοίκους της περιοχής και, σύμφωνα με πληροφορίες, από τον Δήμο Αμαρουσίου. Στόχος των προσφυγών είναι να τεθεί εκτός εφαρμογής, ως αντίθετο προς συνταγματικές αρχές, το νέο Προεδρικό Διάταγμα του ΥΠΕΝ, το οποίο επιχειρεί να ρυθμίσει το κρίσιμο ζήτημα των οικοδομικών αδειών που έκαναν χρήση των «ευεργετημάτων» του ΝΟΚ.

Το επίμαχο Προεδρικό Διάταγμα προβλέπει ότι άδειες οι οποίες έχουν ακυρωθεί δικαστικά ή έχουν προσβληθεί και εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να «διασωθούν», εφόσον είχαν ξεκινήσει εργασίες στο κτίριο έως τις 11 Δεκεμβρίου 2025. Η τακτοποίηση συνδέεται με την καταβολή ποσού ως «περιβαλλοντικό ισοδύναμο», το ύψος του οποίου καθορίζεται από το ίδιο το διάταγμα.

Πολεοδομίες και όρια αρμοδιοτήτων

Σύμφωνα με πηγές της Αυτοδιοίκησης, η ρύθμιση αυτή διαμορφώνει ένα νέο τοπίο, καθώς, όπως υποστηρίζουν, μετατοπίζει το βάρος από τη δικαστική κρίση στη δυνατότητα συμμόρφωσης μέσω οικονομικής επιβάρυνσης. Στο ίδιο πλαίσιο, εκφράζονται ανησυχίες ότι ανοίγει δρόμος για την υλοποίηση αδειών που έχουν χαρακτηριστεί προβληματικές, ενώ οι δήμοι περιορίζονται σε ρόλο παρατηρητή, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου έχουν ήδη προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Κυβερνητικές πηγές, αντίθετα, επιμένουν ότι επιχειρείται να τεθεί ένας «κανόνας» σε μεταβατικό στάδιο, ώστε να αντιμετωπιστούν υπαρκτές καταστάσεις επί του πεδίου και να αποφευχθούν νέες εμπλοκές στην οικοδομική δραστηριότητα.

Παράλληλα, στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται και το δεύτερο μέτωπο: οι πολεοδομίες. Η κυβερνητική επιλογή να μεταφερθεί η αρμοδιότητα έκδοσης οικοδομικών αδειών από τους δήμους στο κεντρικό κράτος, μέσω της υπαγωγής των ΥΔΟΜ στο Κτηματολόγιο, παρουσιάζεται ως διοικητική μεταρρύθμιση που θα ενισχύσει τη διαφάνεια, θα περιορίσει τις καθυστερήσεις και θα εξασφαλίσει ενιαία εφαρμογή της νομοθεσίας. Ωστόσο, για την Αυτοδιοίκηση πρόκειται για πολιτική απόφαση που αποδυναμώνει θεσμικά τους δήμους και απομακρύνει από τις τοπικές κοινωνίες τον άμεσο έλεγχο μιας διαδικασίας που καθορίζει τον αστικό χώρο.

Βάσει του σχεδιασμού του ΥΠΕΝ, από την 1η Ιουλίου αναμένεται να λειτουργήσουν οι πρώτες πολεοδομίες-πιλότοι υπό το Κτηματολόγιο, ενώ έως τον Ιανουάριο του 2027 προβλέπεται η ολοκλήρωση της μεταφοράς όλων των ΥΔΟΜ. Οι δήμοι, σε συνεργασία με την ΚΕΔΕ, προετοιμάζουν αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ εντός του επόμενου πενταμήνου, επιδιώκοντας είτε τη διατήρηση των πολεοδομιών υπό τον έλεγχό τους είτε, τουλάχιστον, τη θεσμοθέτηση σαφών ορίων στη μεταφορά αρμοδιοτήτων.

Στο παρασκήνιο, αιρετοί παράγοντες υποστηρίζουν ότι οι δήμοι, παρά τις χρόνιες ελλείψεις προσωπικού, κατάφεραν να οργανώσουν τις ΥΔΟΜ και να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο στη δόμηση, τονίζοντας ότι ζητούμενο είναι η ενίσχυση και όχι η αφαίρεση αρμοδιοτήτων. Επικαλούνται τη συνταγματική αρχή της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ και το τεκμήριο αρμοδιότητας για τις τοπικές υποθέσεις, επισημαίνοντας ότι κάθε μεταφορά προς το κεντρικό κράτος οφείλει να αιτιολογείται επαρκώς και να στηρίζεται σε σαφή νομοθετική βάση.

Η ΚΕΔΕ, μετά τις πρόσφατες επαφές με τα συναρμόδια υπουργεία, έχει ήδη προαναγγείλει προσφυγή στη Δικαιοσύνη εφόσον προχωρήσει η σχετική ρύθμιση, επιμένοντας ότι η έκδοση οικοδομικών αδειών μπορεί να ασκείται αποτελεσματικότερα σε τοπικό επίπεδο, υπό την προϋπόθεση επαρκούς στελέχωσης και χρηματοδότησης. Από κυβερνητικής πλευράς, η μεταφορά εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό για ψηφιακό «one stop shop» στο ακίνητο, με στόχο την απλοποίηση, την ταχύτητα και τον καλύτερο έλεγχο.

Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι τα δύο μέτωπα αλληλοτροφοδοτούνται: το ζήτημα των «μπόνους» δόμησης διασταυρώνεται με τον έλεγχο των αδειών, μετατρέποντας τη σύγκρουση σε μια συνολική αντιπαράθεση για το ποιος σχεδιάζει και ποιος εφαρμόζει τον πολεοδομικό χάρτη της επόμενης ημέρας.