Ευρωπαϊκές συζητήσεις για πυρηνική αποτροπή υπό τη σκιά της αμερικανικής αβεβαιότητας

Για πρώτη φορά από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ανοίγει οργανωμένη συζήτηση για τη διαμόρφωση αυτόνομου πυρηνικού αποτρεπτικού μηχανισμού. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την αποδυνάμωση της αξιοπιστίας των Ηνωμένων Πολιτειών ως σταθερού στρατιωτικού εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, το κλίμα ανησυχίας κορυφώθηκε τον Μάρτιο του 2025. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η προσωρινή διακοπή της παροχής κρίσιμων πληροφοριών από την Ουάσινγκτον προς την Ουκρανία, εξέλιξη που είχε άμεσες επιχειρησιακές συνέπειες για τις ουκρανικές δυνάμεις. Το γεγονός αυτό λειτούργησε ως σημείο καμπής για την Ευρώπη, η οποία οδηγήθηκε στην αναζήτηση εναλλακτικών σεναρίων ασφάλειας απέναντι στη Ρωσία, κάτοχο του μεγαλύτερου πυρηνικού οπλοστασίου παγκοσμίως.

Η μέχρι σήμερα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας στηρίζεται στην αμερικανική πυρηνική ομπρέλα. Ωστόσο, σε στρατιωτικούς και πολιτικούς κύκλους εξετάζονται πλέον επιλογές που περιορίζουν την εξάρτηση αυτή. Όπως αναφέρει το Bloomberg, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, αναμένεται εντός του μήνα να επανέλθει δημόσια με πρόταση παροχής πυρηνικής αποτροπής προς τους ευρωπαϊκούς εταίρους, έχοντας ήδη θέσει το ζήτημα μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία.

Σήμερα, πυρηνικά όπλα διαθέτουν μόνο η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με συνολικό αριθμό περίπου 400 επιχειρησιακών κεφαλών. Το μέγεθος αυτό υπολείπεται αισθητά των 1.670 κεφαλών των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρ’ όλα αυτά, στρατιωτικοί αναλυτές σημειώνουν ότι το γαλλοβρετανικό οπλοστάσιο παραμένει ικανό να προκαλέσει εκτεταμένη καταστροφή, ενώ η Ρωσία διατηρεί αυξημένη ευελιξία λόγω της κατοχής τακτικών πυρηνικών όπλων μικρότερης ισχύος.

Τη δημόσια διάσταση της συζήτησης έδωσε ο Εμανουέλ Μακρόν από το βήμα της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, τονίζοντας ότι η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της πυρηνικής της ασφάλειας. Αναφέρθηκε στην κατάρρευση των συμφωνιών ελέγχου εξοπλισμών κατά τη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν χωρίς ευρωπαϊκή συμμετοχή, παρότι αφορούσαν άμεσα την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Ο Γάλλος πρόεδρος επικαλέστηκε γεωγραφικούς και στρατηγικούς παράγοντες, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει παθητικός αποδέκτης αποφάσεων τρίτων. Στο πλαίσιο αυτό, προανήγγειλε παρουσίαση συγκεκριμένων προτάσεων σε επερχόμενη ομιλία του, αναφερόμενος και στον διάλογο που έχει ξεκινήσει με τη Γερμανία για το ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Politico, η ομιλία αυτή αναμένεται να πραγματοποιηθεί στη Βρέστη, έδρα των γαλλικών πυρηνικών υποβρυχίων. Παράλληλα, το Παρίσι έχει εγκαινιάσει στρατηγικές συνομιλίες με επιλεγμένες ευρωπαϊκές χώρες, με αντικείμενο τον τρόπο ενσωμάτωσης των γαλλικών πυρηνικών δυνατοτήτων σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας.

Ωστόσο, οι επιλογές αυτές συνοδεύονται από σοβαρούς περιορισμούς. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η πλήρης αντικατάσταση της αμερικανικής πυρηνικής προστασίας από ευρωπαϊκά μέσα δεν είναι οικονομικά βιώσιμη. Μόνο για το 2025, οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες ξεπέρασαν τα 530 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η συντήρηση των υφιστάμενων πυρηνικών οπλοστασίων Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου κοστίζει ετησίως περίπου 12 δισεκατομμύρια δολάρια.

Παράλληλα, η δημιουργία εθνικών πυρηνικών δυνατοτήτων από άλλα κράτη θα προϋπέθετε παραβίαση διεθνών συνθηκών και επενδύσεις μεγάλης κλίμακας σε εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, με σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες στο εσωτερικό των χωρών.

Ως ενδιάμεσες λύσεις εξετάζονται σενάρια όπως η στάθμευση γαλλικών μαχητικών αεροσκαφών με πυρηνική δυνατότητα σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ή η ενίσχυση της συμμετοχής συμμάχων του ΝΑΤΟ σε γαλλικές ασκήσεις αποτροπής. Παρ’ όλα αυτά, η αξιοπιστία τέτοιων ρυθμίσεων παραμένει ανοιχτή, ιδίως ενόψει των επερχόμενων γαλλικών εκλογών και των επιφυλάξεων πολιτικών δυνάμεων απέναντι στη διαμοίραση της πυρηνικής ισχύος.

Την ίδια στιγμή, το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί στενή τεχνολογική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στοιχείο που δυσχεραίνει την ευρωπαϊκή αυτονόμηση. Η πλήρης μετάβαση σε αυτόνομο πυρηνικό δόγμα θα ισοδυναμούσε με ποιοτική μεταβολή του διεθνούς ρόλου της Ευρώπης, εξέλιξη για την οποία αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες εκφράζουν επιφυλάξεις, μεταξύ αυτών και ο πρωθυπουργός του Βελγίου, Μπαρτ Ντε Βέβερ.