Έγκλημα χωρίς άμυνα: Όταν η οικογενειακή «σιωπή» μετατρέπεται σε φρίκη

Σοκ και αποτροπιασμό προκαλεί η υπόθεση που αποκαλύφθηκε στις Σέρρες, όπου ένας 56χρονος κατηγορείται ότι βίασε την 78χρονη θεία του, γυναίκα κατάκοιτη και ανίκανη να αντισταθεί. Ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε σήμερα ενώπιον της Ελληνική Δικαιοσύνη, αντιμετωπίζοντας βαριές κατηγορίες για βιασμό και κατάχρηση ανίκανου προς αντίσταση σε γενετήσια πράξη. Πρόκειται για ένα έγκλημα που δεν εξαντλείται στη φρικαλεότητά του, αλλά αναδεικνύει με ωμό τρόπο τα όρια της κοινωνικής προστασίας απέναντι στους πιο ευάλωτους.

Σύμφωνα με την καταγγελία , το περιστατικό σημειώθηκε χθες το μεσημέρι. Η ηλικιωμένη γυναίκα, καθηλωμένη στο κρεβάτι, κατήγγειλε ότι δέχθηκε σεξουαλική επίθεση από τον ανιψιό της, πρόσωπο οικείο και με πρόσβαση στον χώρο και στη ζωή της. Αμέσως μετά, η κόρη της ειδοποίησε την Ελληνική Αστυνομία, η οποία προχώρησε στις προβλεπόμενες ενέργειες και στη σύλληψη του 56χρονου.

Η κατάχρηση εμπιστοσύνης ως όπλο

Η υπόθεση αυτή φωτίζει μια από τις πιο σκοτεινές πτυχές της ενδοοικογενειακής βίας: την κατάχρηση εμπιστοσύνης και εξουσίας σε βάρος ανθρώπων που δεν έχουν καμία δυνατότητα άμυνας. Η 78χρονη δεν ήταν απλώς ηλικιωμένη· ήταν κατάκοιτη, πλήρως εξαρτημένη από τρίτους για την καθημερινή της επιβίωση. Αυτή ακριβώς η κατάσταση καθιστά το έγκλημα όχι μόνο βιασμό, αλλά και πράξη απόλυτης ηθικής και ανθρώπινης απαξίωσης.

Η κατηγορία της «κατάχρησης ανίκανου προς αντίσταση» δεν είναι τυπικός νομικός όρος. Περιγράφει μια πραγματικότητα όπου ο δράστης γνωρίζει ότι το θύμα δεν μπορεί να φωνάξει, να ξεφύγει, να αμυνθεί ή ακόμη και να καταγγείλει άμεσα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συγγένεια δεν λειτουργεί ως προστατευτικό πλαίσιο, αλλά ως μηχανισμός συγκάλυψης, καθώς ο δράστης ποντάρει στη σιωπή, στον φόβο και στην κοινωνική αμηχανία.

Θεσμική αντίδραση και κοινωνικά ερωτήματα

Η άμεση κινητοποίηση της κόρης της γυναίκας και της Αστυνομίας είναι ένα κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης. Αποδεικνύει ότι, παρά τις βαθιές παθογένειες, υπάρχουν ακόμη αντανακλαστικά προστασίας όταν το έγκλημα καταγγέλλεται χωρίς καθυστέρηση. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: πόσα παρόμοια περιστατικά δεν φτάνουν ποτέ στις Αρχές;

Οι ηλικιωμένοι, ιδίως όσοι πάσχουν από σοβαρά προβλήματα υγείας, αποτελούν μια σχεδόν αόρατη ομάδα θυμάτων. Ζουν συχνά κλεισμένοι σε σπίτια, εξαρτώμενοι από συγγενείς ή φροντιστές, χωρίς ουσιαστική θεσμική εποπτεία. Το συγκεκριμένο έγκλημα δεν είναι απλώς μια «ακραία εξαίρεση», αλλά καμπανάκι για την απουσία μηχανισμών πρόληψης, ελέγχου και έγκαιρης παρέμβασης.

Η ελληνική Δικαιοσύνη καλείται τώρα να πράξει το αυτονόητο: να αποδώσει ευθύνες με τη μέγιστη αυστηρότητα. Γιατί σε τέτοιες υποθέσεις δεν κρίνεται μόνο η τύχη ενός κατηγορουμένου. Κρίνεται το αν η κοινωνία μπορεί –και θέλει– να προστατεύσει εκείνους που δεν έχουν πια φωνή. Και αν δεν το κάνει, τότε η συνενοχή δεν είναι σιωπηρή· είναι συλλογική.