6 Φεβρουαρίου 2026

Έξι μαχαιριές, έξι χρόνια φυλακή: Η απόφαση που σοκάρει τη Γερμανία

Έντονες αντιδράσεις και βαθύ προβληματισμό προκαλεί στη Γερμανία η δικαστική απόφαση για την υπόθεση της άγριας επίθεσης σε βάρος 27χρονης δασκάλας στην πόλη Kirchheim unter Teck. Ένας 29χρονος Αφγανός μετανάστης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι ετών για βαριά σωματική βλάβη, παρότι μαχαίρωσε το θύμα συνολικά έξι φορές, μέρα μεσημέρι, σε κατοικημένη περιοχή και χωρίς καμία προηγούμενη γνωριμία μαζί της.

Η απόφαση εκδόθηκε από δικαστήριο της Στουτγάρδη, το οποίο απέσυρε την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας, κρίνοντας ότι ο δράστης «υπαναχώρησε» από την εγκληματική του πράξη, επειδή σταμάτησε την επίθεση όταν η γυναίκα άρχισε να ουρλιάζει. Το σκεπτικό αυτό έχει πυροδοτήσει σφοδρή δημόσια συζήτηση γύρω από τα όρια της νομικής ερμηνείας, την ασφάλεια στον δημόσιο χώρο και τη δικαιοσύνη για τα θύματα βίαιων εγκλημάτων.

Η επίθεση σε κατοικημένη περιοχή

Το περιστατικό σημειώθηκε στις 14 Μαρτίου, όταν η 27χρονη επέστρεφε πεζή από τη δουλειά της. Ο 29χρονος την πλησίασε από πίσω, την άρπαξε από τον λαιμό και άρχισε να τη μαχαιρώνει με μαχαίρι μήκους 9,5 εκατοστών. Τέσσερις μαχαιριές δέχθηκε στην πλάτη και άλλες δύο στον μηρό, σε μια επίθεση αιφνιδιαστική και εξαιρετικά βίαιη.

Μόνο όταν το θύμα άρχισε να καλεί απεγνωσμένα σε βοήθεια, ο δράστης σταμάτησε και τράπηκε σε φυγή. Η γυναίκα μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα. Παρά τη σφοδρότητα της επίθεσης, η ζωή της δεν κινδύνευσε και πήρε εξιτήριο έπειτα από τρεις ημέρες νοσηλείας.

Το γεγονός ότι η επίθεση έγινε σε κοινή θέα, σε μια ήσυχη γειτονιά, ενίσχυσε το αίσθημα ανασφάλειας στην τοπική κοινωνία και επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την εγκληματικότητα και την προστασία των πολιτών στον δημόσιο χώρο.

Το αμφιλεγόμενο νομικό σκεπτικό και οι συνέπειες

Το δικαστήριο έκρινε ότι, παρότι ο δράστης θα μπορούσε να συνεχίσει και να σκοτώσει το θύμα, η διακοπή της επίθεσης συνιστά «υπαναχώρηση από απόπειρα ανθρωποκτονίας». Έτσι, καταδικάστηκε μόνο για βαριά σωματική βλάβη, με ποινή έξι ετών φυλάκισης.

Η ερμηνεία αυτή του γερμανικού ποινικού δικαίου προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και σε νομικούς κύκλους. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η έννοια της υπαναχώρησης προϋποθέτει γνήσια μεταμέλεια, όπως προσπάθεια παροχής βοήθειας στο θύμα ή ειδοποίηση των αρχών – στοιχεία που απουσιάζουν πλήρως από τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ο δράστης δεν βοήθησε τη γυναίκα, αλλά διέφυγε, αφήνοντάς την αιμόφυρτη στον δρόμο.

Για το θύμα, οι συνέπειες παραμένουν βαριές. Αν και δεν υπέστη μόνιμες σωματικές βλάβες, η ίδια δηλώνει ότι δεν μπορεί πλέον να κυκλοφορήσει μόνη της, υποφέρει από κρίσεις άγχους και η καθημερινότητά της έχει ανατραπεί πλήρως. Η ψυχολογική διάσταση της βίας, ωστόσο, δεν αποτυπώνεται πάντα επαρκώς στις δικαστικές αποφάσεις.

Ο 29χρονος δράστης, ο οποίος έφτασε στην Ευρώπη το 2018 και ζήτησε άσυλο στη Γερμανία, αρνήθηκε την επίθεση. Ωστόσο, DNA του βρέθηκε στα ρούχα της γυναίκας, ενώ στην κατοχή του εντοπίστηκε το μαχαίρι. Επιπλέον, καταδικάστηκε σε ακόμη ενάμιση έτος φυλάκισης για διαρρήξεις τραπεζών, ανεβάζοντας τη συνολική ποινή σε πάνω από επτά χρόνια.

Η υπόθεση αφήνει πίσω της ένα οξύ ερώτημα: πότε η νομική αυστηρότητα μετατρέπεται σε επικίνδυνη επιείκεια; Και, τελικά, ποιος προστατεύεται περισσότερο – ο δράστης που «σταμάτησε», ή το θύμα που έζησε για πάντα με τον φόβο;