Ο εφιάλτης των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών έχει εγκατασταθεί στην καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών με οφειλές προς Εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και funds. Η μοναδική θεσμική διέξοδος που προβάλλεται για τη ρύθμιση των χρεών, ο εξωδικαστικός μηχανισμός, εμφανίζεται ως βασικό εργαλείο αποσυμπίεσης, την ώρα που η πραγματική του λειτουργία παραμένει περιορισμένη και άνιση.
Πίσω από τις κυβερνητικές αναφορές για αυξημένες αιτήσεις και διαδοχικά ρεκόρ συμμετοχής, αποτυπώνεται μια εικόνα που δεν συνάδει με τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν. Μόλις ένα μικρό μέρος του συνολικού ιδιωτικού χρέους έχει ενταχθεί στον μηχανισμό, γεγονός που αποτυπώνει τις δυσκολίες πρόσβασης, τα κενά του θεσμικού πλαισίου και τη στάση των πιστωτών που αντιμετωπίζουν τη διαδικασία ως επιλογή χωρίς δεσμεύσεις.
Οι οφειλέτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα όπου οι προτάσεις ρύθμισης κατατίθενται χωρίς να λαμβάνουν ουσιαστική απάντηση. Η πρόβλεψη για υποχρεωτική ανταπόκριση από την πλευρά των πιστωτών παραμένει χωρίς πρακτική εφαρμογή, με αποτέλεσμα χιλιάδες αιτήματα να παραμένουν χωρίς εξέταση. Το βάρος μεταφέρεται στους ίδιους τους πολίτες, οι οποίοι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ακόμη και περιπτώσεις που εντάσσονται θεωρητικά σε κατηγορίες αυξημένης προστασίας, όπως οι ευάλωτοι οφειλέτες με βάση τα διευρυμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, δεν διαφοροποιούνται ουσιαστικά. Η διαδικασία που προβλέπεται ως ταχεία και υποχρεωτική για τους πιστωτές καταλήγει να συναντά την ίδια αδράνεια, με τις αιτήσεις να παραμένουν χωρίς εξέλιξη.
Τα διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια το εύρος του προβλήματος. Από την έναρξη λειτουργίας του εξωδικαστικού μηχανισμού το 2021, οι ρυθμίσεις που έχουν ολοκληρωθεί αντιστοιχούν σε περιορισμένο ποσοστό του συνολικού ληξιπρόθεσμου χρέους. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών παραμένει εκτός διαδικασίας, με τους μικρότερους οφειλέτες να δυσκολεύονται περισσότερο να ενταχθούν.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραματίζει το ίδιο το νομικό πλαίσιο, το οποίο δεν επιβάλλει σαφείς υποχρεώσεις στις τράπεζες και τους διαχειριστές δανείων. Τα δεδομένα από τη διαχείριση δανείων δείχνουν περιορισμένο αριθμό ρυθμίσεων σε σχέση με το συνολικό ύψος των οφειλών που βρίσκονται υπό διαχείριση, ενισχύοντας την εικόνα μιας διαδικασίας που δεν λειτουργεί με όρους καθολικότητας.
Όταν οι πιστωτές προχωρούν σε αξιολόγηση αιτημάτων, οι απορρίψεις εμφανίζονται συχνές, με βασική αιτιολογία την εκτίμηση αδυναμίας αποπληρωμής. Σε σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων, οι λόγοι απόρριψης καταγράφονται ως γενικοί ή μη προσδιορισμένοι, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα των οφειλετών ως προς τα κριτήρια που εφαρμόζονται.
Παράλληλα, καταγράφονται πρακτικές αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων που επηρεάζουν καθοριστικά το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Η υπερεκτίμηση της αξίας ακινήτων οδηγεί σε προτάσεις ρύθμισης με υψηλές μηνιαίες δόσεις, οι οποίες καθίστανται μη βιώσιμες. Σε επόμενο στάδιο, οι ίδιες αξίες εμφανίζονται σημαντικά χαμηλότερες κατά τη διαδικασία πλειστηριασμού, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τη μεθοδολογία που ακολουθείται.
Η στάση αυτή συνδέεται και με την περιορισμένη εφαρμογή διαγραφών οφειλών. Παρότι προβλέπεται η δυνατότητα «κουρέματος» σε επιμέρους κατηγορίες χρέους, η εφαρμογή του δεν ακολουθεί συγκεκριμένα και διαφανή κριτήρια. Οι οφειλέτες εισέρχονται στη διαδικασία χωρίς σαφή εικόνα για το τελικό ύψος της επιβάρυνσης, καθώς η τελική πρόταση εξαρτάται από αλγοριθμική επεξεργασία που λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιουσιακών και εισοδηματικών δεδομένων.
Ακόμη και σε περιπτώσεις μικρών αρχικών οφειλών που έχουν διογκωθεί λόγω προσαυξήσεων, οι μειώσεις που προκύπτουν εμφανίζονται περιορισμένες. Το αποτέλεσμα είναι η διατήρηση υψηλών υποχρεώσεων που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής των οφειλετών.
Το πλαίσιο όμως περιλαμβάνει μια σειρά από κρυφούς «κόφτες», τους οποίους ενδέχεται να αγνοούν οι περισσότεροι οφειλέτες, με αποτέλεσμα, ακόμα και αν πληρούν τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια των ευάλωτων, να απορρίπτονται οι αιτήσεις τους στον εξωδικαστικό.
Συγκεκριμένα, δεν γίνονται δεκτές αιτήσεις νοικοκυριών τα μέλη των οποίων βάσει της τελευταίας εκκαθαρισμένης δήλωσης φορολογίας εισοδήματος:
– εμπίπτουν στις διατάξεις του φόρου πολυτελούς διαβίωσης,
– δηλώνουν δαπάνες για αμοιβές πληρωμάτων σκαφών αναψυχής,
– δηλώνουν δαπάνες άνω των 1.500 ευρώ για δίδακτρα σε ιδιωτικά σχολεία,
– δηλώνουν δαπάνες για οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και λοιπό προσωπικό, όπως αυτές προσδιορίζονται στους αντίστοιχους κωδικούς του εντύπου Ε1.
Δηλαδή, ακόμα και αν ένας οφειλέτης διέθετε κάποτε ένα αυτοκίνητο που εμπίπτει στον φόρο πολυτελείας και στη συνέχεια η κρίση εξαφάνισε τα εισοδήματά του, δεν μπορεί να ενταχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό, παρά μόνον εάν το πουλήσει!
Αν και η αξία αυτών των οχημάτων σήμερα μπορεί να είναι ιδιαίτερα χαμηλή, εφόσον το πουλήσει και αναγκαστεί να αγοράσει ένα καινούργιο, θα κινδυνεύει να μπει στο στόχαστρο της Εφορίας και των δανειστών του για το πού βρήκε τα χρήματα αγοράς, ενώ αν θα επιχειρήσει να το πάρει με τραπεζικό δάνειο, η τράπεζα θα του απορρίψει τόσο το αίτημα εκταμίευσής του (ως «κόκκινο» οφειλέτη) όσο και την πρόταση ρύθμισης του εξωδικαστικού!
Πιο Δημοφιλή
Πέταξαν ενέργεια για να αποφευχθεί μπλακ άουτ το Πάσχα
Ισραηλινά κεφάλαια «σαρώνουν» τα ακίνητα στην Ελλάδα
Πιο Πρόσφατα