Ελίτ, μνημονιακοί και ΜΜΕ ξέπλυναν τους πραγματικούς ενόχους της ελληνικής κατάρρευσης
Το ψεύδος διαθέτει ισχυρή χρηματοδότηση, πρόσβαση σε κέντρα ισχύος και περιορισμένο χρόνο ζωής. Το απέδειξε και η λεγόμενη κρίση χρέους του 2010, η οποία οδήγησε στα Μνημόνια με συνέπειες βαριές για την κοινωνία, το κράτος και τη χώρα. Η επίσημη αφήγηση μιλούσε για σωτηρία. Η πραγματική εξέλιξη αφορούσε τη διάσωση μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, κυρίως γαλλικών και γερμανικών, που είχαν σημαντική έκθεση σε ελληνικά κρατικά ομόλογα. Μέσω των Μνημονίων, ο χρηματοπιστωτικός κίνδυνος και οι απώλειες μεταφέρθηκαν στο ελληνικό κοινωνικό σώμα.
Αναφορές αυτού του περιεχομένου εντοπίζονται ακόμη και στα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα που συνδέονται με τον Τζέφρι Επσταϊν και δημοσιοποιήθηκαν από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης. Στα κείμενα αυτά, πέρα από όσα σοκάρουν για τη δράση και τις διασυνδέσεις του ίδιου, υπάρχουν εκτιμήσεις για την ελληνική κρίση, για το πλαίσιο των Μνημονίων και για τις δυνατότητες που άνοιγαν για διεθνείς κερδοσκοπικούς κύκλους. Πρόκειται για σημεία που αξίζουν προσεκτική ανάγνωση και ανάλυση.
Την ίδια περίοδο, διεθνείς κύκλοι φέρονταν πλήρως ενήμεροι για όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Στο εσωτερικό, πολιτικοί που στήριξαν τη μνημονιακή πορεία και μεγάλα μέσα ενημέρωσης προωθούσαν μια διαφορετική εικόνα. Η ευθύνη για την κατάρρευση αποδιδόταν σχεδόν αποκλειστικά στην κοινωνία και σε επαγγελματικές ομάδες, από τους μεταφορείς και τους αυτοαπασχολούμενους έως μικρούς εμπόρους και επαγγελματίες της καθημερινότητας. Όσοι αμφισβητούσαν αυτή τη γραμμή αντιμετωπίζονταν ως φορείς ανεπιθύμητων και «εκτός πλαισίου» απόψεων.
Η αλήθεια αντιμετωπίστηκε ως απειλή. Η δημοσιοποίησή της θα αποκάλυπτε ρόλους και ευθύνες που δεν έπρεπε να έρθουν στο φως. Γι’ αυτό και όσοι στάθηκαν απέναντι στα Μνημόνια και στις επιπτώσεις τους στοχοποιήθηκαν από μηχανισμούς που συνεχίζουν να επηρεάζουν τη δημόσια ζωή.
Παρά τα εμπόδια, στοιχεία και γεγονότα αναδύονται. Ακόμη και από πηγές εκτός Ευρώπης.
Η ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης διασώζει έναν μύθο που λειτουργεί διαχρονικά. Το 1789, με το Παρίσι να βράζει από πείνα και οργή, αποδίδεται στη Μαρία Αντουανέτα η απορία για τις κραυγές των εξεγερμένων. Η φράση για το παντεσπάνι δεν ειπώθηκε με αυτόν τον τρόπο και δεν ειπώθηκε από εκείνη. Καταγράφεται στις «Εξομολογήσεις» του Ρουσό, χρόνια πριν, και αποδίδεται σε μια ανώνυμη πριγκίπισσα. Την εποχή εκείνη, η Αντουανέτα ζούσε ακόμη παιδί στη Βιέννη.
Η φράση έγινε πιστευτή επειδή συμπύκνωνε την εικόνα μιας αυλής αποκομμένης από την κοινωνία. Η άγνοια μεταφράστηκε ως αδιαφορία και αλαζονεία. Οι πεινασμένοι Παριζιάνοι δεν γεύτηκαν ποτέ παντεσπάνι. Λίγα χρόνια αργότερα, η βασίλισσα και ο σύζυγός της οδηγήθηκαν στη γκιλοτίνα. Το χάσμα ανάμεσα στην εξουσία, την κοινωνική εμπειρία και τις πραγματικές ανάγκες αποδείχθηκε μοιραίο.
Έκτοτε, το παντεσπάνι λειτουργεί ως σύμβολο για ελίτ που αγνοούν το περιβάλλον τους και την καθημερινότητα των πολλών.
Η αναλογία επανήλθε πρόσφατα στην ελληνική δημόσια συζήτηση, ύστερα από τηλεοπτικό διάλογο βουλευτού της Νέας Δημοκρατίας με δημοσιογράφο. Το ερώτημα αφορούσε τη δυνατότητα επιβίωσης εκπαιδευτικών με μισθούς της τάξης των 800 ευρώ, όταν το ενοίκιο απορροφά το μισό εισόδημα. Η απάντηση περί «τέλους του τζάμπα» προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ακολούθησαν διευκρινίσεις για ατυχή διατύπωση και επίκληση της ανάγκης αντιμετώπισης του λαϊκισμού.
Η συζήτηση άνοιξε εκ νέου ένα κρίσιμο ζήτημα. Πού σταματά η πολιτική εκμετάλλευση και πού ξεκινά η κοινωνική αναλγησία.
Ο λαϊκισμός έχει αφήσει βαθιά ίχνη στη χώρα. Η εργαλειοποίηση πραγματικών προβλημάτων, η διόγκωσή τους, η προβολή ανέφικτων αιτημάτων και εύκολων συνθημάτων συνέβαλαν επανειλημμένα σε αδιέξοδα.
Η επίκληση αυτού του φαινομένου, όμως, δεν αναιρεί υπαρκτές συνθήκες. Ένα σημαντικό τμήμα εργαζομένων, κυρίως νεότερων ηλικιών, δαπανά μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για στέγη και βασικές υποχρεώσεις. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται σε αριθμούς και δεδομένα.
Η αύξηση των ενοικίων σε μια χώρα με δημογραφική συρρίκνωση, η πίεση στη ζήτηση κατοικίας, η δράση οργανώσεων που μισθώνουν ακίνητα, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, οι πολιτικές προσέλκυσης επενδυτών μέσω ακινήτων, συνθέτουν ένα πλέγμα παραγόντων με άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Παράλληλα, η μείωση των γεννήσεων επιτείνεται σε ένα περιβάλλον όπου η στέγη και το κόστος ζωής λειτουργούν αποτρεπτικά για νέες οικογένειες.
Τα ζητήματα αυτά διαθέτουν μετρήσιμη διάσταση και επηρεάζουν την προοπτική της χώρας. Η επίκληση δημοσιονομικών πλεονασμάτων, την ίδια στιγμή που αυτά παραμένουν εκτός κοινωνικής ανακούφισης, τροφοδοτεί εύλογες αμφισβητήσεις για τις πολιτικές προτεραιότητες.
Στο πολιτικό επίπεδο, η σύγκλιση επιλογών ανάμεσα σε κυβερνήσεις που εμφανίστηκαν ως αντίπαλες γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Από τη διαχείριση εθνικών θεμάτων και τη φορολογική πολιτική έως τα πλεονάσματα, την ενεργειακή στρατηγική και τη μεταναστευτική πρακτική, οι συνέχειες υπερισχύουν των διαφορών. Τα επίσημα στοιχεία για τις άδειες παραμονής αλλοδαπών αποτυπώνουν αυτή τη διαχρονική πορεία.
Οι διακηρύξεις περί αλλαγής πορείας και σταθερότητας δοκιμάζονται από τη συρρίκνωση του εκλογικού σώματος, τη διαρροή ψηφοφόρων, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα, τις θεσμικές δυσλειτουργίες και τις εσωτερικές ρωγμές. Η επίκληση της σταθερότητας δυσκολεύεται να συμβαδίσει με την εικόνα απομάκρυνσης της κοινωνίας και με τη φθορά της πολιτικής αξιοπιστίας.
Η ιστορική σύγκριση επανέρχεται αναπόφευκτα. Η απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία παράγει πολιτικό κόστος. Όταν η αίσθηση υπεροχής συναντά την αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας, η αποξένωση βαθαίνει.
Σήμερα, η πολιτική διαχείριση μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε έπαρση και αμηχανία. Σε κάθε εκδοχή, η κοινωνική απόσταση μεγαλώνει. Και όταν η πειθώ υποχωρεί, τη θέση της καταλαμβάνει η αποστροφή.
Η αλαζονεία των ελίτ αποκτά εγκληματικά χαρακτηριστικά όταν παύει να είναι απλή έπαρση και μετατρέπεται σε πεποίθηση ανωτερότητας. Όταν όσοι κατέχουν εξουσία θεωρούν ότι δεν υπόκεινται στις ίδιες ανάγκες, στους ίδιους περιορισμούς και στις ίδιες συνέπειες με την κοινωνία, τότε η απόσταση γίνεται χάσμα. Εκεί γεννιέται η περιφρόνηση, εκεί νομιμοποιείται η κοινωνική ζημιά ως «αναγκαία πολιτική» και εκεί η πραγματικότητα των πολλών αντιμετωπίζεται ως θόρυβος.
Σε αυτό το σημείο η αλαζονεία παύει να είναι ύφος και γίνεται πρακτική διακυβέρνησης. Οι ελίτ που αυτοαντιλαμβάνονται ως κάτι ανώτερο παύουν να λογοδοτούν, παύουν να ακούν και παύουν να διορθώνουν. Και τότε, η κοινωνική φθορά που προκαλούν δεν είναι παράπλευρη απώλεια· είναι το φυσικό αποτέλεσμα μιας εξουσίας που έχει πειστεί ότι βρίσκεται υπεράνω κοινωνίας, υπεράνω ευθύνης και, τελικά, υπεράνω ορίων.
Πιο Δημοφιλή
Αρχείο Epstein: 3,5 εκατ. σελίδες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την ελίτ της Δύσης
Ο Μετάνθρωπος προ των πυλών
Νέες παροχές εν όψει εκλογών
Δικαιοσύνη χωρίς καθυστέρηση ή αφηγήσεις συγκάλυψης το δίλημμα μετά τα Τέμπη
Πιο Πρόσφατα
Σοβαρή επιβάρυνση για τους δήμους από την αύξηση της τιμής του νερού
Τέμπη: Ανοίγει νέο κεφάλαιο με επίκεντρο την πυρασφάλεια των βαγονιών