Ελλάδα τελευταία στην ΕΕ σε αγοραστική δύναμη-Πίσω από όλους η Ελλάδα στο εισόδημα των πολιτών

Η Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ευρώπης

Τα νεότερα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το 2025 αποτυπώνουν με σαφήνεια τη θέση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, φτάνοντας στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μαζί με τη Βουλγαρία. Ο μέσος όρος της ΕΕ διαμορφώνεται περίπου στις 41.600 ευρώ, ενώ για την Ελλάδα το αντίστοιχο ποσό περιορίζεται στις 28.200 ευρώ.

Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι με το ίδιο εισόδημα, ένας Έλληνας πολίτης μπορεί να καλύψει περίπου το 70% των αναγκών που καλύπτει ένας μέσος Ευρωπαίος. Η εικόνα επιβαρύνεται περαιτέρω από τη μικρή υποχώρηση της χώρας σε σχέση με το 2024, σε μια περίοδο κατά την οποία άλλες οικονομίες εμφανίζουν βελτίωση.

Η πορεία της υποχώρησης την τελευταία 15ετία

Η εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης από το 2008 έως σήμερα αποτυπώνει τη σταδιακή απώλεια οικονομικής ισχύος των ελληνικών νοικοκυριών. Το 2008 η Ελλάδα βρισκόταν στο 94% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ωστόσο η κρίση και τα επόμενα χρόνια προσαρμογής οδήγησαν σε έντονη κάμψη. Το ποσοστό μειώθηκε στο 71% το 2012 και σταθεροποιήθηκε γύρω στο 68% το 2016.

Το 2020 καταγράφηκε το χαμηλότερο σημείο, κοντά στο 62%, ενώ τα επόμενα χρόνια υπήρξε περιορισμένη ανάκαμψη που δεν άλλαξε τη συνολική εικόνα. Η απόσταση από τα επίπεδα του 2008 παραμένει σημαντική, με διαφορά άνω των 20 μονάδων.

Στον αντίποδα, άλλες χώρες που αντιμετώπισαν αντίστοιχες κρίσεις έχουν ανακάμψει σε μεγαλύτερο βαθμό. Η Κύπρος επανήλθε κοντά στα προ κρίσης επίπεδα, η Πορτογαλία εμφανίζει βελτίωση σε σχέση με το 2008, ενώ η Ιρλανδία έχει ενισχύσει θεαματικά τη θέση της στην ευρωπαϊκή κατάταξη.

Ακρίβεια και εισοδήματα σε αντίθετη πορεία

Η αδυναμία ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης συνδέεται άμεσα με τη σχέση μισθών και κόστους ζωής. Παρά τις αυξήσεις στις αποδοχές, οι τιμές καταναλωτή αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,7% τον Ιούλιο του 2025, υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Ιδιαίτερη πίεση καταγράφεται στη στέγαση, όπου οι αυξήσεις τιμών ξεπερνούν κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα ενοίκια, η ενέργεια και βασικά αγαθά παρουσιάζουν σημαντικές ανατιμήσεις, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Παράλληλα, οι τιμές τροφίμων και καθημερινών προϊόντων συνεχίζουν ανοδικά.

Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στο ποσοστό αποταμίευσης, το οποίο παραμένει αρνητικό. Τα νοικοκυριά καλύπτουν τις ανάγκες τους χρησιμοποιώντας αποταμιεύσεις ή αυξάνοντας τις δαπάνες πέρα από το εισόδημά τους.

Χρονικός ορίζοντας για επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα

Οι εκτιμήσεις για την επόμενη περίοδο δείχνουν ότι η πλήρης αποκατάσταση θα απαιτήσει χρόνο. Για την επιστροφή στα επίπεδα αγοραστικής δύναμης πριν από την κρίση εκτιμάται ότι θα χρειαστεί μια παρατεταμένη περίοδος σταθερής ανάπτυξης, ενώ η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τοποθετείται χρονικά μετά το 2035.

Σύμφωνα με τις αναλύσεις, η Ελλάδα έχει καλύψει μόνο μέρος της απόστασης που δημιουργήθηκε την προηγούμενη δεκαπενταετία, με την αγοραστική δύναμη να παραμένει αισθητά χαμηλότερη σε σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο.

Η συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας

Η τρέχουσα θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κατάταξη αποτυπώνει μια οικονομία που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δομικές πιέσεις. Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις εισοδημάτων, το αυξημένο κόστος ζωής περιορίζει την πραγματική δυνατότητα κατανάλωσης.

Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες δείχνει διαφορετικές ταχύτητες προσαρμογής, με την Ελλάδα να διατηρεί σημαντική απόσταση από τα επίπεδα του 2008. Η εξέλιξη αυτή καταγράφει τη μακρά επίδραση της κρίσης στην αγοραστική δύναμη και στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών.