Ελληνική εξωτερική πολιτική απέναντι στη Λιβύη: Μια χαμένη ευκαιρία με επικίνδυνες προεκτάσεις

Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, τίποτα δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Οι κρίσεις σπανίως προκύπτουν αιφνιδιαστικά· αντιθέτως, είναι το αποτέλεσμα εξελίξεων που κυοφορούνται και οι οποίες, εάν δεν εντοπιστούν εγκαίρως και δεν αντιμετωπιστούν με διορατικότητα, γίνονται αναπόφευκτες. Αυτός ακριβώς είναι ο κανόνας που, κατά γενική ομολογία, έχει παραβλέψει η ελληνική κυβέρνηση στην περίπτωση της Λιβύης, με αποτέλεσμα να έρχεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που είχε όλα τα σημάδια προειδοποίησης.

Το κρίσιμο ζήτημα που έχει ανακύψει τις τελευταίες εβδομάδες αφορά τη ρηματική διακοίνωση της λιβυκής κυβέρνησης προς τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, η οποία καταγγέλλει ως παράνομες τις ενέργειες της Ελλάδας σε περιοχές που η Τρίπολη θεωρεί μέρος της λιβυκής υφαλοκρηπίδας. Η ελληνική κυβέρνηση κατηγορείται ότι απέκρυψε την ύπαρξη της διακοίνωσης επί τρεις εβδομάδες, έως ότου την αποκαλύψει μέσω πολιτικής παρέμβασης ο ευρωβουλευτής και καθηγητής Ενεργειακής Πολιτικής, Γιάννης Μανιάτης.

Η εν λόγω υπόθεση όμως είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Σύμφωνα με σειρά αναλυτών, διπλωματικών πηγών και πρώην στελεχών του υπουργείου Εξωτερικών, η Ελλάδα υπήρξε για χρόνια ουσιαστικά απούσα από τις γεωπολιτικές διεργασίες που διαμορφώνουν το μέλλον της Λιβύης, μιας χώρας με στρατηγική σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο, η οποία έχει θαλάσσια σύνορα με την Ελλάδα. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις και τη σαφή εμπλοκή της Τουρκίας στην περιοχή – μέσω του αμφιλεγόμενου τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019 – η Αθήνα παρέμεινε θεατής, περιορίζοντας τον ρόλο της σε διπλωματικές ανακοινώσεις χωρίς ουσιαστικό αποτύπωμα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στάσης είναι η επιλογή της κυβέρνησης να «επενδύσει» στον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, σε μια περίοδο όπου αυτός φαινόταν να κερδίζει έδαφος στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης. Ωστόσο, η έλλειψη συνέπειας και στρατηγικής στήριξης, καθώς και η απόφαση της Αθήνας να παραμείνει αδρανής όταν ο Χαφτάρ είχε ανάγκη διπλωματική στήριξη, οδήγησαν στη ρήξη. Η απομάκρυνση της Ρωσίας, βασικού συμμάχου του Χαφτάρ, από τις ελληνικές θέσεις – εξαιτίας ευρύτερων επιλογών της κυβέρνησης στον πόλεμο της Ουκρανίας – επιδείνωσε περαιτέρω την εικόνα της Ελλάδας στη λιβυκή σκακιέρα.

Το αποτέλεσμα είναι μια Τρίπολη πλήρως ταυτισμένη με τις τουρκικές θέσεις, η οποία όχι μόνο απορρίπτει τις ελληνικές αξιώσεις για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), αλλά απειλεί ευθέως τις ελληνικές ενεργειακές επενδύσεις στην περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση της Τρίπολης έχει ήδη χορηγήσει άδειες για σεισμικές έρευνες σε περιοχές εντός της ελληνικής ΑΟΖ, όπως αυτή έχει οριοθετηθεί μονομερώς από την Αθήνα. Οι πληροφορίες που φέρουν την Τουρκία να σχεδιάζει έρευνες μέσω της κρατικής εταιρείας πετρελαίου TPAO, με συνοδεία πολεμικών πλοίων, καθιστούν το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου ορατό.

Η ελληνική κυβέρνηση, δια του υφυπουργού Εξωτερικών Κώστα Παπασταύρου, επιχειρεί να εμφανιστεί αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Ωστόσο, η ρητορική αυτή φαντάζει ασύμβατη με την πράξη, δεδομένου ότι, μόλις πριν από λίγους μήνες, η ίδια κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει ιταλικό ερευνητικό πλοίο που επιχειρούσε έξω από την Κάσο, μετά από απειλές της Άγκυρας. Η επιλεκτική “γραμμή σκληρής στάσης” μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή ανάγκη παρά με στρατηγική συνέπεια.

Η πλέον ορθολογική και σοβαρή διπλωματική απάντηση, όπως την προτείνουν ειδικοί στον χώρο της εξωτερικής πολιτικής, θα ήταν η εξής: η Ελλάδα να επαναβεβαιώσει τη μονομερή οριοθέτηση της ΑΟΖ με τη Λιβύη, την οποία προχώρησε λόγω της απουσίας νόμιμης κυβέρνησης στη γειτονική χώρα. Να δηλώσει επισήμως την πρόθεσή της να παραπέμψει κάθε διαφορά στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όταν και εφόσον υπάρξει αναγνωρισμένη και σταθερή κυβέρνηση στην Τρίπολη. Ταυτόχρονα, να συνεχίσει αδιατάρακτα το πρόγραμμα ερευνών της, αποφεύγοντας τη στρατιωτική κλιμάκωση, αλλά και χωρίς να υποχωρεί μπροστά σε τουρκικές πιέσεις ή λιβυκές απειλές.

Μια τέτοια προσέγγιση θα αποτελούσε ένδειξη σοβαρής και συνεκτικής εξωτερικής πολιτικής, βασισμένης στο διεθνές δίκαιο και στην αποτροπή, αντί για τις αποσπασματικές, φοβικές ή κατά καιρούς επιθετικές κινήσεις που χαρακτηρίζουν μέχρι σήμερα την ελληνική στάση.

Το ερώτημα παραμένει σχετικά με τα κριτήρια των «ειδικών περιστάσεων» που επικαλείται διαχρονικά η Άγκυρα στο Αιγαίο και τα οποία, σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, επεκτείνονται και στη Μεσόγειο. Τα ίδια επιχειρήματα αξιοποιούνται για την αμφισβήτηση της δυνατότητας νησιών όπως η Κρήτη και η Κύπρος — κυρίαρχα εδάφη — να θεμελιώσουν θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με τη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας.

Παρά τη γνώση αυτών των παραμέτρων, η ελληνική εξωτερική πολιτική παρέμεινε προσκολλημένη σε μια αντίληψη πως η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και η συμμετοχή σε πολυμερή fora θα παρείχαν ασπίδα προστασίας. Οι εξελίξεις στη Λιβύη αποδεικνύουν ότι η στρατηγική αυτή χρήζει αναπροσαρμογής, ιδίως όταν άλλοι παίκτες επιδεικνύουν προθυμία για διμερείς διευθετήσεις και διαπραγματεύσεις με βάση διαφορετικά κριτήρια.

Οι προσδοκίες ότι οι συνομιλίες με τη Λιβύη — τόσο με την ανατολική όσο και με τη δυτική πλευρά — θα οδηγήσουν σε λύσεις παραμένουν ζωντανές. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή διπλωματία, η οποία θεωρείται ως στήριγμα της ελληνικής στάσης, δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην πράξη. Η επίσκεψη ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας, η οποία δεν απέτρεψε δυσμενείς κινήσεις από την πλευρά του Χάφταρ, ανέδειξε τα όρια παρέμβασης των Βρυξελλών στο λιβυκό πεδίο.

Από ελληνικής πλευράς, ερμηνεύεται ως θετική ένδειξη η αποστολή συμβιβαστικών μηνυμάτων από την πλευρά του στρατάρχη Χάφταρ, μέσω των υιών του. Ωστόσο, δεν αναιρούνται οι ισχυροί δεσμοί του με την Άγκυρα και τη Μόσχα — δύο παράγοντες που συνδέονται τόσο με στρατιωτική ενίσχυση όσο και με γεωστρατηγικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η απουσία σταθερής γραμμής όσον αφορά τη διπλωματική προσέγγιση και η εναλλαγή στάσεων απέναντι στις λιβυκές πλευρές χαρακτηρίζουν την ελληνική πολιτική στο ζήτημα. Η διαρκής εναλλαγή στρατηγικών, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, υπονόμευσε τη δυνατότητα σταθερής παρουσίας στην περιοχή και ενίσχυσης των ελληνικών θέσεων.

Οι δημόσιες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών σε προγενέστερο χρόνο, σε συνδυασμό με την έλλειψη επαφών με όλες τις λιβυκές παρατάξεις, δημιούργησαν αρνητικό προηγούμενο και περιόρισαν τη διαπραγματευτική ευχέρεια της Ελλάδας. Η σημερινή συγκυρία εγείρει εκ νέου την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις σε επίπεδο συμμαχιών, ιδίως έναντι της Ουάσιγκτον.

Η πίεση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως παράγοντα με σημαντική επιρροή στη Λιβύη και τη Μεσόγειο, προβάλλει ως ο μόνος ρεαλιστικός άξονας ενεργοποίησης διεθνούς παρέμβασης για τη δρομολόγηση λύσης. Η δυνατότητα παραπομπής της διαφοράς στη Χάγη, με στόχο τον νομικό έλεγχο του περιεχομένου του Τουρκολιβυκού Μνημονίου, παραμένει ενεργή επιλογή.

Η ουσία του προβλήματος δεν είναι μόνον γεωστρατηγική· είναι και βαθύτατα πολιτική. Αφορά την ικανότητα μιας κυβέρνησης να προλαμβάνει τις κρίσεις, να ενεργεί με διορατικότητα και να χτίζει διπλωματικά ερείσματα όταν έχει ακόμη περιθώριο δράσης. Όταν δεν το κάνει, η πραγματικότητα την ξεπερνά. Και τότε, ο λογαριασμός μετακυλίεται στον επόμενο – ή χειρότερα, στον ίδιο τον ελληνικό λαό.

Ετικέτες: