23 Μαρτίου 2026

Επιδόματα έναντι φορολογικής ελάφρυνσης: Η κυβερνητική επιλογή και οι οικονομικές της συνέπειες

Η συζήτηση για τον τρόπο αντιμετώπισης των οικονομικών επιπτώσεων από την κρίση στη Μέση Ανατολή επικεντρώνεται σε δύο κατευθύνσεις: στη χορήγηση εφάπαξ επιδομάτων ή στη μείωση των έμμεσων φόρων στην ενέργεια και τα καύσιμα.
Η κυβέρνηση επιλέγει την πρώτη οδό, διατηρώντας σε υψηλό επίπεδο τον ΦΠΑ και τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι η μείωση των φόρων αυτών θα ωφελούσε κατά κύριο λόγο τα υψηλότερα εισοδήματα.

Η επιλογή αυτή έχει άμεσες συνέπειες στην οικονομία. Η διατήρηση υψηλών φόρων στην ενέργεια αυξάνει το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις. Το αυξημένο κόστος μεταφορών, λόγω της επιβάρυνσης από τον ΦΠΑ στα καύσιμα, μετακυλίεται στις τελικές τιμές των προϊόντων.
Το ίδιο ισχύει για τον κλάδο της εστίασης και του λιανεμπορίου τροφίμων. Καθώς το φυσικό αέριο διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, το αυξημένο ενεργειακό επιβαρύνει επιχειρήσεις όπως φούρνοι, κρεοπωλεία και ιχθυοπωλεία, που αντιδρούν με την αύξηση του κόστους των τιμών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα εφάπαξ επίδομα της τάξης των 200 ή 250 ευρώ περιλαμβάνονται σε σύντομο χρονικό διάστημα από την άνοδο των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης. Το αποτέλεσμα για τα χαμηλότερα εισοδήματα είναι ουσιαστικά ουδέτερο ή αρνητικό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι έμμεσοι φόροι, δηλαδή ο ΦΠΑ και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα των κρατικών εσόδων και επιβαρύνονται με τον ίδιο τρόπο όλα τα εισοδηματικά στρώματα, ανεξαρτήτως οικονομικής δυνατότητας.

Η επιλογή διατήρησης υψηλών έμμεσων φόρων σε περίοδο ακρίβειας αποφέρει στο κράτος αυξημένα έσοδα, καθώς οι φόροι υπολογίζονται επί υψηλότερων τιμών. Τα έσοδα αυτά χρηματοδοτούν την επιδοματική πολιτική.
Οι συνέπειες της επιλογής αυτής εκτείνονται πέρα ​​από το παρόν. Τα αυξημένα επίπεδα τιμών διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδίως σε οικονομίες με ολιγοπωλιακές δομές και απουσία αποτελεσματικών ελέγχων, όπως η ελληνική. Αυτό τροφοδοτεί πληθωριστικές πιέσεις που μπορούν να παραταθούν για τα επόμενα τρία έως τέσσερα χρόνια.

Η παράταση του πληθωρισμού δημιουργεί αλυσιδωτές για αυξήσεις μισθών και συντάξεων, να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Αυτό με τη σειρά του αυξάνει τις κρατικές δαπάνες και μειώνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων η Ισπανία, η Αυστρία και η Ιταλία, κινούνται προς αντίθετη κατεύθυνση: μειώνουν τους φόρους που επιβαρύνουν τις τιμές, συνδυάζοντας παράλληλα στοχευμένη επιδοματική πολιτική για τα ευάλωτα στρώματα.

Ο πόλεμος στον Κόλπο βρίσκεται ήδη στην τέταρτη εβδομάδα, χωρίς ενδείξεις σύντομης αποκλιμάκωσης. Η κυβερνητική αναποφασιστικότητα σε επίπεδο δομικών μέτρων εντείνει την οικονομική αβεβαιότητα και ασκεί πίεση στο κεντρικό πολιτικό αφήγημα περί σταθερότητας.