Επιδοτήσεις και δάνεια: «Τα γέλια θα βγουν ξινά» λέει ο θυμόσοφος λαός όταν αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία από τη χαρά μπορεί να οδηγήσουν απότομα στη θλίψη. Σε μια τέτοια φάση μοιάζει να βρίσκεται η Ελλάδα με βάση τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση των κονδυλίων που ήδη έχει πάρει και των υπολοίπων που έχει λαμβάνειν από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RFF) μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης (Τ.Α.).
Από τις δηλώσεις της ευτυχίας της κυβέρνησης, όταν έκλειναν τις σχετικές συμφωνίες στις Βρυξέλλες, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι η ελληνική κοινωνία δεν θα κληθεί να πληρώσει ξανά τα σπασμένα. Η Ελλάδα έχει λάβει το πιο υψηλό ποσοστό επιδοτήσεων αλλά και δανείων (!) ως προς το ΑΕΠ της σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες της Ε.Ε., γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ο κίνδυνος επιπτώσεων στο δημόσιο χρέος είναι ορατός. Την ίδια στιγμή είναι από τις λίγες χώρες που, από τον πακτωλό χρημάτων, διοχετεύει «ψίχουλα» για τη νέα γενιά, αν και το Δημογραφικό αποτελεί το «νούμερο ένα» πρόβλημα.
Όπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων της τελευταίας έκθεσης που έδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη δημοσιότητα για το RFF, τα 35,9 δισ. ευρώ που έχουν συμφωνηθεί για την Ελλάδα αντιστοιχούν στο 16,32% του ΑΕΠ. Από αυτά, τα 18,2 δισ. ευρώ είναι επιχορηγήσεις και τα υπόλοιπα 17,7 δισ. ευρώ είναι δάνεια. Αυτό σημαίνει ότι όσα από αυτά τα… δανεικά (και όχι «αγύριστα») καταφέρει η χώρα να «σπρώξει», όπως όπως, στην αγορά δίνοντας σημαντικά ποσά ακόμη και σε εταιρίες τουρκικών συμφερόντων, όπως αποκάλυψε η «δημοκρατία», θα προστεθούν στο δημόσιο χρέος προκαλώντας ενδεχομένως σειρά προβλημάτων με «άρωμα» προμνημονιακής περιόδου.
Ακόμη ένα τραγικό συμπέρασμα αφορά την ευρύτερη αξιοποίηση αυτών των κοινοτικών κονδυλίων, τα οποία με τον έναν (συμμετοχή στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό) ή με τον άλλον τρόπο (αύξηση δημόσιου χρέους, άρα λιτότητα) θα τα αποπληρώσουν οι φορολογούμενοι. Τη στιγμή που χώρες ανάλογου, λίγο μικρότερου ή λίγο μεγαλύτερου βεληνεκούς με την Ελλάδα, κατευθύνουν ένα σημαντικό μέρος σε δράσεις για τη νέα γενιά, η κυβέρνηση για τον σκοπό αυτό δίνει «ψίχουλα».
Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία της Κομισιόν, μόλις στο 3,8% εκτιμάται ότι θα ανέλθει το μερίδιο της εκτιμώμενης συνεισφοράς των εν λόγω κοινοτικών κονδυλίων σε δράσεις για τους νέους με στόχο τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος και των δεξιοτήτων τους. Η συντριπτική πλειονότητα των κονδυλίων πάει στην πράσινη ανάπτυξη και στον ψηφιακό μετασχηματισμό (στο 44,66% και στο 21,24%, αντίστοιχα κυμαίνεται μερίδιο της εκτιμώμενης συνεισφοράς) με έργα, σε αρκετές περιπτώσεις, αμφίβολης αποτελεσματικότητας.
Η Κύπρος
Η Κύπρος, η οποία συμφώνησε με τις Βρυξέλλες να λάβει από τον RFF 236,67 εκατ. ευρώ από επιδοτήσεις και μόλις 26,04 εκατ. ευρώ από δάνεια προκειμένου να μη βάλει σε περιπέτειες το δημόσιο χρέος της, διοχετεύει για τη νέα γενιά σημαντικούς πόρους. Σύμφωνα με την Κομισιόν, το μερίδιο της εκτιμώμενης συνεισφοράς για εκπαίδευση και βελτίωση δεξιοτήτων φτάνει στο 12,21%.
Ανάλογα πράττει και η Πορτογαλία. Η χώρα αυτή, με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με αυτά της Ελλάδας, συμφώνησε με τις Βρυξέλλες κατά την περίοδο που έλαβαν χώρα οι διαπραγματεύσεις να λάβει 6,84 δισ. ευρώ από επιδοτήσεις και μόλις 1,65 δισ. ευρώ από δάνεια, ακριβώς για να μην επηρεαστεί δυσμενώς το δημόσιο χρέος της τα επόμενα χρόνια. Από αυτά, σε δράσεις με στόχο τη βελτίωση της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων για τους νέους έχει αποφασίσει να κατευθύνει πόρους των οποίων το μερίδιο της εκτιμώμενης συνεισφοράς φτάνει στο 12,97%.
Ακόμη και η Βουλγαρία, μια χώρα η οποία σε αρκετούς δείκτες, όπως αυτούς που αναφέρονται στα εισοδήματα, είναι η αμέσως επόμενη από την -προτελευταία στο σύνολο της Ε.Ε.- Ελλάδα, συμφώνησε με τις Βρυξέλλες να λάβει 1,37 δισ. ευρώ από επιδοτήσεις και… μηδέν ευρώ από δάνεια. Και από το ποσό αυτό, το μερίδιο της εκτιμώμενης συνεισφοράς σε δράσεις για τη νέα γενιά ανέρχεται στο 11,26%.
Αντίθετη πολιτική ακολούθησαν η Γαλλία και η Γερμανία
Μακριά από τα δάνεια που μπορούσαν να λάβουν από τον RFF έμειναν οι δύο πιο ισχυρές οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία και η Γαλλία, γεγονός ενδεικτικό των κινδύνων που μπορεί να προκαλέσουν στο δημόσιο χρέος μιας χώρας. Από την προσέγγιση αυτή ξέφυγε μόνο η Ιταλία.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της Κομισιόν, η Γαλλία έχει συμφωνήσει με τις Βρυξέλλες να λάβει 30,87 δισ. ευρώ από επιδοτήσεις. Αντιθέτως, δεν θέλησε να πάρει ούτε μισό σεντ του ευρώ από τα δάνεια, για να αποφύγει μελλοντικές περιπέτειες. Από το σύνολο των επιδοτήσεων που έχουν εγκριθεί για τη Γαλλία, το μερίδιο της εκτιμώμενης συνεισφοράς σε δράσεις για τους νέους φτάνει στο 22,43%.
Ανάλογα δεδομένα επικρατούν στη Γερμανία. Από τον RFF έχει λαμβάνειν συνολικά 6,35 δισ. ευρώ και αυτά προέρχονται μόνο από επιδοτήσεις. Η γερμανική κυβέρνηση είπε «nein» στις Βρυξέλλες και δεν δέχτηκε να πάρει επιπλέον πόρους από δάνεια. Παρά το γεγονός, μάλιστα, ότι η Γερμανία ήδη έχει ένα ισχυρό εκπαιδευτικό σύστημα, το μερίδιο της εκτιμώμενης συνεισφοράς σε δράσεις για τους νέους φτάνει στο 5,89%.
Σε διαφορετικό μήκος κύματος από τη Γαλλία και τη Γερμανία κινήθηκε μόνο η Ιταλία. Συμφώνησε με τις Βρυξέλλες να λάβει 44,67 δισ. ευρώ από επιδοτήσεις και 68,79 δισ. ευρώ από δάνεια. Αν και κατά πολλούς δεν αποκλείεται να έχει βάλει την οικονομία της στον «ντορβά» για τα επόμενα χρόνια, η κυβέρνησή της φαίνεται να προσπαθεί να ξεπεράσει ενδεχόμενες κακοτοπιές επενδύοντας στη βελτίωση της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων για τη νέα γενιά της. Το μερίδιο της εκτιμώμενης συνεισφοράς τέτοιων δράσεων από τους κοινοτικούς πόρους θα φτάσει στο 11,12%.
Το ύπουλο σχέδιο για νέο όργιο φόρων!
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξελέγη με τη δέσμευση ότι θα μειώσει τους φόρους. Σήμερα αυτό ακούγεται ως κακόγουστο ανέκδοτο. Τόσο η άμεση όσο και η έμμεση φορολογία γονατίζουν τα νοικοκυριά κάθε χρόνο και περισσότερο. Ό,τι κι αν ισχυρίζονται στα κανάλια τα κυβερνητικά στελέχη για να χρυσώσουν το χάπι και για το 2025, η μοναδική φορολογική δέσμευση που έχει πραγματικά τηρήσει ο πρωθυπουργός από το 2019 είναι η μείωση στα μερίσματα για τους μετόχους. Σε όλα όσα αφορούν τα νοικοκυριά η κυβέρνηση πιέζει ασφυκτικότερα από πολλές άλλες που είχαν χαρακτηριστεί φορομπηχτικές.
Στο προσχέδιο Προϋπολογισμού που κατατέθηκε πρόσφατα στη Βουλή και στη συνέχεια στην Κομισιόν γίνεται σαφές ότι η κυβέρνηση θεωρεί δεδομένη τόσο τη συνέχιση στην αύξηση των τιμών στα είδη σούπερ μάρκετ όσο και στα καύσιμα. Όσο κι αν το Μαξίμου κάνει λόγο δημοσίως για πτώση πληθωρισμού, άρα και της ακρίβειας, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τον Προϋπολογισμό.
Είναι σοκαριστικό το ποσό που εισπράττεται κάθε χρόνο από την ακρίβεια, απομυζώντας τα εισοδήματα των πολιτών, ειδικά των μικρομεσαίων. Η κυβέρνηση όχι μόνο επιτρέπει με προκλητική απάθεια την ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών, αλλά ενισχύει κιόλας τις μεγάλες αλυσίδες τροφίμων με επιδοτήσεις και δάνεια από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Χωρίς αμφισβήτηση
Οι αριθμοί και οι συγκρίσεις που θα αναφέρουμε δεν αμφισβητούνται, αφού τους παρουσιάζει στα προσχέδια Προϋπολογισμών της η ίδια η κυβέρνηση.
Για το «κλείσιμο» του 2024 η κυβέρνηση παραδέχεται ότι η ακρίβεια ήταν ακόμα μεγαλύτερη απ’ όση υπολόγιζε:
«Στους φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών περιλαμβάνονται κυρίως ο ΦΠΑ και οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης, οι φόροι με μορφή χαρτοσήμου κ.ά. Οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν (σ.σ.: για το 2024) στο ύψος των 36,2 δισ. ευρώ, αυξημένοι κατά 1,1 δισ. ευρώ. Ειδικότερα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ αναμένεται να ανέλθουν στο ποσό των 25,2 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 875 εκατ. ευρώ από τον στόχο, ενώ τα έσοδα από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης εκτιμώνται στο ποσό των 7,2 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 125 ευρώ έναντι του στόχου».
Το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα του ΦΠΑ αφορά το ράφι των βασικών ειδών και των καθημερινών αγορών των πολιτών. Ο φόρος που είναι ευθέως συνδεδεμένος με τις τιμές των προϊόντων έφτασε να υπεραποδίδει σε βαθμό που δεν το περίμενε ούτε η κυβέρνηση. Όσο η ακρίβεια γιγαντώνεται υπέρ των μεγάλων αλυσίδων τόσο αυξάνεται και ο ΦΠΑ που μπαίνει στα δημόσια ταμεία. Είναι και ο λόγος που δεν λαμβάνεται επί τρία χρόνια κανένα μέτρο ουσίας κατά της αισχροκέρδειας, αφού είναι και ο μόνος τρόπος για να «βγαίνει» ο Προϋπολογισμός.
Σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, τα φετινά έσοδα από φόρους για αγαθά – υπηρεσίες θα κλείσουν αυξημένα κατά πάνω από 1 δισ. ευρώ, στα 36,2 δισ. ευρώ. Στον πίνακα του Προϋπολογισμού υπάρχει και η πρόβλεψη για το 2025, που είναι ακόμα πιο σοκαριστική. Για την επόμενη χρονιά τα έσοδα εκτιμώνται στα 37,8 δισ. ευρώ! Δηλαδή, το 2025 αναμένεται να πληρώσουμε επιπλέον 1,6 δισ. ευρώ, κάτι που αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι η κυβέρνηση γνωρίζει εκ των προτέρων πως οι τιμές στα πιο αναγκαία αγαθά θα συνεχίσουν να καλπάζουν. Κι ας αναμένεται κάμψη στον γενικό πληθωρισμό.
Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης για ποιο λόγο η Ελλάδα σπάει τα ρεκόρ ακρίβειας από το 2021 αρκεί να παραθέσουμε τα έσοδα του κράτους από τον ΦΠΑ αγαθών των προηγούμενων ετών, όπως έχουν κατατεθεί στους Προϋπολογισμούς.
Φόροι επί αγαθών – υπηρεσιών:
– 2018: 27,4 δισ. ευρώ
– 2019: 27,8 δισ. ευρώ
– 2020 (πανδημία): 24,2 δισ. ευρώ
– 2021 (πανδημία): 26,6 δισ. ευρώ
– 2022: 32,2 δισ. ευρώ
– 2023: 34 δισ. ευρώ
– 2024 (εκτίμηση): 36,2 δισ. ευρώ
– 2025 (πρόβλεψη): 37,8 δισ. ευρώ
Δηλαδή, μέσα σε μία οκταετία τα έσοδα από ΦΠΑ αγαθών, που συνεπάγονται σε έξοδα των πολιτών, θα έχουν αυξηθεί πάνω από 10 δισ. ευρώ, μια έκρηξη στο +40%! Αγοράζοντας όλο και λιγότερα αλλά διαρκώς πιο ακριβά προϊόντα και υπηρεσίες, οι φορολογούμενοι δίνουν «αέρα» στην κυβέρνηση για να παρουσιάζει έναν δήθεν εύρωστο Προϋπολογισμό, έτσι ώστε να υπάρχουν «ντοπαρισμένα» πλεονάσματα και να «δικαιολογούνται» οι απευθείας αναθέσεις ή τα μπόνους ημετέρων, οι υπέρογκες δανειοδοτήσεις στις μεγάλες αλυσίδες ακόμα και τροφίμων, αλλά και τα χρυσοπληρωμένα έργα-φούσκες όπως αυτά που τα πήρε το ρέμα στη Θεσσαλία με τον «Ιανό».
Η κυβέρνηση έφερε έτσι την κατάσταση που, κοιτώντας την ακρίβεια, βλέπει να γεμίζουν τα δημόσια ταμεία, προκειμένου να κάνει «στοχευμένη» παροχολογία εκεί που θέλει. Αυτά τα χρήματα, δηλαδή, δεν επιστρέφουν στους πολίτες ως επένδυση στο κοινωνικό κράτος (Παιδεία – Υγεία – Υποδομές).
Με τον επιλεκτικό τρόπο της η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ως άλλοθι την πανδημία του 2020-21 και τον πόλεμο στην Ουκρανία το 2022. Όμως, η σύγκριση δεν γίνεται μόνο με αυτά τα χρόνια, αλλά με το 2018 και το 2019, χρονιές που είχαμε βγει από τα Μνημόνια και η οικονομία έπαιρνε τις πρώτες της ανάσες. Ασφαλώς ούτε και η αύξηση του τουρισμού αποτελεί σοβαρή δικαιολογία για μια τέτοια αύξηση.
Κερδοσκοπία
Η κυβέρνηση «χτυπά» με τους έμμεσους φόρους, επιτρέποντας το όργιο κερδοσκοπίας στην αγορά σε είδη πρώτης ανάγκης και καύσιμα, για να μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν πλήττει τη μικρομεσαία τάξη με άμεσους φόρους. Όμως, κι εκεί ψεύδεται. Ειδικά από τη στιγμή που έβαλε ένα ισοπεδωτικό και οριζόντιο ετήσιο χαράτσι στους 700.000 ελεύθερους επαγγελματίες.
Τα έσοδα από την άμεση φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων το 2023 ήταν 12,7 δισ. ευρώ. Το 2024 η τελική εκτίμηση είναι για 14,2 δισ. ευρώ. Και το 2025 η κυβέρνηση προβλέπει πως θα ανέβει στα 15,1 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι μέσα σε μόνο δύο χρόνια θα πληρώσουν 2,4 δισ. ευρώ περισσότερα.
Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων δεν θα έχουν τέτοια αύξηση. Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό που κατατέθηκε το 2023 ήταν 7,1 δισ. ευρώ, το 2024 εκτιμάται σε 7,8 δισ. ευρώ και το 2025 σε 7,9 δισ. ευρώ.
Με λίγα λόγια, τα χρήματα που μπαίνουν από άμεσο φόρο στα δημόσια ταμεία αυξάνονται κατά 11% για τις επιχειρήσεις από το 2023 έως το 2025, όταν για τα φυσικά πρόσωπα εκτινάσσονται στο ίδιο διάστημα κατά 19%.
Έρχεται «κουτσουρεμένο» το επίδομα θέρμανσης
Με δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια οι προβλέψεις της κυβέρνησης για τις επόμενες χρονιές αποδεικνύονται συντηρητικές, αναμένεται να συγκεντρωθούν περισσότερα έσοδα τόσο από τον ΦΠΑ της ακρίβειας όσο και από την άμεση φορολόγηση των εισοδημάτων. Δηλαδή, η πληγή για τους πολίτες θα μεγαλώσει κι άλλο το 2025 κι από τις δύο πλευρές φορολόγησης.
Αυτό αποδεικνύεται και από την εκτέλεση του Προϋπολογισμού για το 2024 στο α’ εννιάμηνο, όπου διαπιστώθηκε πρόσφατα με τον πλέον επίσημο τρόπο υπέρβαση στόχου με υπερπλεόνασμα σχεδόν 9 δισ. ευρώ. Τα χρήματα αυτά προέρχονται κυρίως από τον ΦΠΑ και τη φορολογία των ελεύθερων επαγγελματιών.
Οι ταχυδακτυλουργοί του Μαξίμου κομπάζουν πως μειώνουν τους φόρους, κάτι που, όπως ήδη αποδείξαμε από τα στοιχεία του Προϋπολογισμού, είναι μια απάτη, αλλά και ότι ως… φιλελεύθερη κυβέρνηση, φιλική προς τις επενδύσεις και τις αποκρατικοποιήσεις, γεννά έσοδα.
Από τα έσοδα μισθωμάτων κτιρίων, υποδομών και προμηθειών λόγω παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου αναμένονται 87 εκατ. ευρώ λιγότερα έσοδα το 2024 σε σχέση με τον στόχο που είχε τεθεί.
Πωλήσεις μέσω ΤΑΙΠΕΔ
Από τις πωλήσεις πάγιων περιουσιακών στοιχείων μέσω ΤΑΙΠΕΔ τα συνολικά έσοδα για το 2024 θα είναι μόλις 38 εκατ. ευρώ, ένα αμελητέο ποσό.
Τα έσοδα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων θα είναι μειωμένα κατά 786 εκατ. ευρώ.
Όμως, οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού θα είναι αυξημένες κατά ακόμα 1,5 δισ. ευρώ για τους πολίτες, ώστε να καλυφθούν οι υπόλοιπες τρύπες από τις αποτυχίες της -υποτίθεται- «νοικοκυρεμένης» διακυβέρνησης.
Για τις κοινωνικές παροχές, όπως το επίδομα θέρμανσης, αναφέρεται ότι το ύψος των δαπανών θα είναι μειωμένο κατά 43 εκατ. ευρώ έναντι στόχου και ότι «μέρος των καταβολών θα πληρωθεί τελικά εντός του 2025, ενώ είχε εκτιμηθεί να πληρωθεί εντός του 2024».
Όσο για το δημόσιο χρέος, από τα 403 δισ. ευρώ που θα κλείσει για το 2024, θα αυξηθεί κι άλλο, στα 408 δισ. ευρώ το 2025. Υπενθυμίζουμε ότι το 2020 το δημόσιο χρέος ήταν 374 δισ. ευρώ. Το γεγονός ότι μειώνεται βάσει ΑΕΠ οφείλεται ξεκάθαρα στις πληθωριστικές πιέσεις όλα αυτά τα χρόνια. Παραμένει άγνωστο τι θα συμβεί αν και όποτε ο πληθωρισμός επιστρέψει στα δεδομένα προ 2020 και κυρίως αν ανέβουν ξανά τα επιτόκια δανεισμού, αφού η χώρα μας βγαίνει πλέον και πάλι στις αγορές.
Μπαταχτσής ακόμα και η Γενική Κυβέρνηση
Αρνητικές είναι οι προοπτικές και για την εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης. Τον Δεκέμβριο του 2022 ήταν 1,7 δισ. ευρώ και τον Ιούλιο 2024 αυτό το ποσό είχε εκτοξευθεί στα 2,6 δισ. ευρώ. Αντί, δηλαδή, να μειώνονται με τόσα πλεονάσματα αυξάνονται, προκαλώντας σοβαρές δυσλειτουργίες στην ήδη στεγνωμένη αγορά.
Ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης εμφανίζει μια καλή εικόνα της οικονομίας. Οι διεθνείς οίκοι, ωστόσο, φαίνεται να μη συμφωνούν, αφού εξακολουθούν να μη δίνουν την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα, διαπιστώνοντας ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως τα παρουσιάζει το Μαξίμου.
Ωστόσο, θα πρέπει να θεωρείται πλέον δεδομένο ότι η ακρίβεια θα συνεχίσει να τσακίζει τα εισοδήματα και το 2025, ενδεχομένως και με ακόμα πιο άγριους ρυθμούς, ενώ, αν προκύψουν και αρνητικές διεθνείς συγκυρίες, θα υπάρξουν μεγαλύτερες επιβαρύνσεις, ως είθισται, κάτι που σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να παρακολουθεί την αφαίμαξη των πολιτών από τις μεγάλες αλυσίδες, που δρουν χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
Χρόνια πολλά και καλή χρονιά.