Ερντογάν: Γιατί αλλάζει ο τόνος προς την Ελλάδα νέα σκακιέρα στο Αιγαίο που πιέζει την Άγκυρα
Η φράση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας, είναι γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ» καταγράφηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι ισορροπίες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο μεταβάλλονται με ταχύτητα. Ο Τούρκος πρόεδρος επέλεξε χαμηλότερους τόνους απέναντι στην Αθήνα από τη Νέα Υόρκη, την ώρα που η Ελλάδα ενισχύει την αμυντική της ισχύ, διευρύνει τη στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και εμβαθύνει τη συνεργασία της με το Ισραήλ.
Η δήλωση Ερντογάν δεν συνιστά από μόνη της ανατροπή των πάγιων τουρκικών θέσεων στα ελληνοτουρκικά. Η Άγκυρα εξακολουθεί να διατηρεί το δικό της πλαίσιο διεκδικήσεων και αντιλήψεων για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Εκείνο που έχει αλλάξει ουσιαστικά είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται πλέον να κινηθεί.
Η Ελλάδα των τελευταίων ετών διαθέτει διαφορετικό στρατιωτικό αποτύπωμα, βαθύτερες αμυντικές συνεργασίες και μεγαλύτερη εμπλοκή σε ενεργειακούς και γεωπολιτικούς σχεδιασμούς που συνδέουν την Ανατολική Μεσόγειο με την Ευρώπη. Η εξέλιξη αυτή δεν εξαφανίζει τη στρατιωτική και γεωπολιτική βαρύτητα της Τουρκίας, δημιουργεί όμως μια πιο σύνθετη περιφερειακή εξίσωση.
Rafale, Viper και F-35 αλλάζουν τα στρατιωτικά δεδομένα
Κεντρικό στοιχείο αυτής της μεταβολής αποτελεί η αναβάθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα της Πολεμικής Αεροπορίας. Η ένταξη των Rafale, η αναβάθμιση των ελληνικών F-16 στην έκδοση Viper και η πορεία προς την απόκτηση των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 δημιουργούν ένα διαφορετικό επιχειρησιακό περιβάλλον σε σχέση με εκείνο που υπήρχε πριν από μία δεκαετία.
Η αμερικανική Defense Security Cooperation Agency είχε εγκρίνει από τον Ιανουάριο του 2024 πιθανή πώληση στην Ελλάδα έως 40 F-35 και σχετικού εξοπλισμού, με εκτιμώμενη αξία 8,6 δισ. δολαρίων. Η σημασία των F-35 ξεπερνά τον αριθμό των αεροσκαφών. Πρόκειται για πλατφόρμες πέμπτης γενιάς που ενσωματώνονται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον συλλογής πληροφοριών, διασύνδεσης και επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας.
Η εξέλιξη έχει πρόσθετο ενδιαφέρον λόγω της πορείας της Τουρκίας. Η Άγκυρα συμμετείχε αρχικά στο πρόγραμμα F-35, απομακρύνθηκε όμως μετά την προμήθεια των ρωσικών S-400. Παράλληλα, επενδύει στην ανάπτυξη εγχώριων οπλικών συστημάτων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και του μαχητικού KAAN, επιχειρώντας να περιορίσει την εξάρτησή της από ξένους προμηθευτές.
Η νέα πραγματικότητα δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ελληνική στρατιωτική υπεροχή. Η Τουρκία παραμένει χώρα με μεγάλη αμυντική βιομηχανία, πολυάριθμες Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερο γεωστρατηγικό βάρος. Η μεταβολή αφορά κυρίως την ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας και τη δυνατότητα της Αθήνας να λειτουργεί μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο στρατιωτικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερο βάρος έχει αποκτήσει και η σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ. Η Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας έχει διευρύνει τη στρατιωτική συνεργασία, ενώ η Σούδα και η Αλεξανδρούπολη έχουν αναβαθμιστεί στον αμερικανικό και νατοϊκό σχεδιασμό. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έχει χαρακτηρίσει την Αλεξανδρούπολη σημαντικό κόμβο για την εφοδιαστική υποστήριξη του ΝΑΤΟ και την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής.
Η γεωγραφία της Ελλάδας αποκτά συνεπώς διαφορετική βαρύτητα. Η χώρα βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται τα Βαλκάνια, η Μαύρη Θάλασσα, η Ανατολική Μεσόγειος και οι θαλάσσιες οδοί προς τη Μέση Ανατολή. Για την Ουάσιγκτον η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, όμως, η Ελλάδα έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη θέση στους αμερικανικούς σχεδιασμούς σε σχέση με το παρελθόν.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας ισορροπίας. Η Αθήνα δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως το ένα σκέλος της ελληνοτουρκικής διαφοράς. Συμμετέχει σε περιφερειακά σχήματα και συμφωνίες που συνδέονται με την άμυνα, την ενέργεια, τη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των υποδομών.
Ελλάδα–Ισραήλ: Η συνεργασία αποκτά νέο στρατηγικό βάθος
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη των σχέσεων Ελλάδας και Ισραήλ. Η συνεργασία που άρχισε να αποκτά μεγαλύτερο βάθος μετά το 2010 έχει πλέον χαρακτηριστικά στρατηγικής σχέσης, με δραστηριότητες στην άμυνα, στην τεχνολογία, στην ενέργεια και στην εκπαίδευση στρατιωτικού προσωπικού.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών επισημαίνει ότι η συνεργασία Αθήνας–Τελ Αβίβ εκτείνεται από την οικονομία και την άμυνα έως την τεχνολογία, την ενέργεια και τις επενδύσεις, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι δεν στρέφεται εναντίον τρίτων χωρών. Σημαντικό μέρος της συνεργασίας αποτελεί το Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα.
Μέσα στο 2026 η αμυντική διάσταση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο. Τον Ιούνιο υπογράφηκε συμφωνία για την προμήθεια από την Ελλάδα του ισραηλινού συστήματος πυραυλικού πυροβολικού PULS, ύψους περίπου 650 εκατ. ευρώ. Στα τέλη Αυγούστου το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε συμφωνία περίπου 3 δισ. ευρώ για το ελληνικό πρόγραμμα πολυεπίπεδης αεράμυνας «Ασπίδα του Αχιλλέα», με ισραηλινά συστήματα όπως David's Sling, SPYDER και BARAK MX.
Τα συγκεκριμένα δεδομένα δείχνουν ότι η ελληνοϊσραηλινή σχέση έχει περάσει πλέον από τη φάση των κοινών ασκήσεων και των πολιτικών επαφών σε μεγάλης κλίμακας εξοπλιστικά και τεχνολογικά προγράμματα. Πρόκειται για εξέλιξη που προσθέτει ακόμη μία παράμετρο στους περιφερειακούς υπολογισμούς.
Την ίδια περίοδο, οι σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ βρίσκονται σε ένταση. Οι εξελίξεις στη Γάζα και η σκληρή αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση Νετανιάχου και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχουν επιβαρύνει σημαντικά τις διμερείς σχέσεις. Η κατάσταση αυτή ενισχύει αντικειμενικά τη σημασία των εναλλακτικών συνεργασιών του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία συγκροτήθηκε αποκλειστικά ως αντίβαρο στην Τουρκία.
Παράλληλα, στον χάρτη προστίθεται η ενεργειακή παράμετρος. Ο Great Sea Interconnector, το σχέδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και σε επόμενη φάση Ισραήλ, αποτελεί έργο με σημαντική οικονομική και γεωπολιτική διάσταση. Με προβλεπόμενο συνολικό μήκος άνω των 1.200 χιλιομέτρων και μεταφορική ισχύ 1.000 MW, φιλοδοξεί να δημιουργήσει ηλεκτρική γέφυρα από την Ανατολική Μεσόγειο προς το ευρωπαϊκό δίκτυο.
Η σημασία του έργου βρίσκεται και στο γεγονός ότι η Κύπρος παραμένει το τελευταίο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς ηλεκτρική διασύνδεση με το ευρωπαϊκό σύστημα. Η σύνδεση με την Κρήτη και, σε μεταγενέστερο στάδιο, με το Ισραήλ προσδίδει στο έργο σαφή περιφερειακή διάσταση.
Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αισθητά διαφορετικό από εκείνο της προηγούμενης δεκαετίας. Η Ελλάδα επενδύει ταυτόχρονα σε αποτροπή, συμμαχίες και ενεργειακές διασυνδέσεις. Η Κύπρος συμμετέχει σε κρίσιμα τριμερή σχήματα. Το Ισραήλ αναζητεί ασφαλείς και σταθερές περιφερειακές συνεργασίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ισχυρούς δεσμούς τόσο με την Αθήνα όσο και με την Άγκυρα.
Μέσα σε αυτή τη σύνθετη εικόνα πρέπει να αξιολογηθεί και η νέα ρητορική του Τούρκου προέδρου. Δεν υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση που να επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ο Ερντογάν χαμήλωσε τους τόνους αποκλειστικά εξαιτίας της ελληνικής στρατιωτικής ενίσχυσης ή της συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ. Είναι όμως σαφές ότι η Τουρκία λαμβάνει πλέον τις αποφάσεις της σε ένα διαφορετικό περιφερειακό περιβάλλον.
Η Άγκυρα έχει ταυτόχρονα ανοικτά ζητήματα με την Ουάσιγκτον, επιδιώκει να διατηρήσει την κεντρική θέση της στο ΝΑΤΟ, επιχειρεί να αυξήσει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή και θέλει να κατοχυρώσει ρόλο στις ενεργειακές εξελίξεις της Ανατολικής Μεσογείου. Μια νέα παρατεταμένη ελληνοτουρκική κρίση θα προσέθετε ακόμη ένα μέτωπο σε αυτή την ήδη δύσκολη εξίσωση.
Για την Αθήνα, αντίστοιχα, το ζητούμενο παραμένει η διατήρηση της αποτροπής χωρίς διολίσθηση σε έναν ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό. Ο διάλογος Ελλάδας–Τουρκίας έχει αξία όταν περιορίζει τον κίνδυνο έντασης και δημιουργεί μηχανισμούς επικοινωνίας, χωρίς να υποκαθιστά τις διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Γι' αυτό και το πραγματικό τεστ της δήλωσης Ερντογάν δεν βρίσκεται στη διατύπωσή της. Θα βρίσκεται στις επόμενες κινήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και στο κατά πόσο η χαμηλότερη ένταση της ρητορικής θα αποκτήσει διάρκεια.
Η μεγάλη εικόνα, πάντως, έχει ήδη μεταβληθεί. Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρότερες αμυντικές δυνατότητες, η συνεργασία με το Ισραήλ έχει αποκτήσει πρωτοφανές βάθος, οι δεσμοί με τις ΗΠΑ έχουν ενισχυθεί και τα ενεργειακά έργα δημιουργούν νέες γεωπολιτικές διασυνδέσεις.
Η Τουρκία παραμένει μεγάλη περιφερειακή δύναμη και αναντικατάστατος παράγοντας σε μια σειρά διεθνών υποθέσεων. Πλέον, όμως, βρίσκεται απέναντι σε μια Ελλάδα περισσότερο ενταγμένη σε διεθνή στρατηγικά και αμυντικά δίκτυα. Η νέα εξίσωση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν κρίνεται από μία δήλωση, αλλά από τη συσσώρευση στρατιωτικών, διπλωματικών και ενεργειακών δεδομένων που αλλάζουν σταδιακά το περιφερειακό τοπίο.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ζεφύρι: Οκτώ συλλήψεις για απάτες €700.000
Πλάκα: Διαβατήρια μέσα στα ερείπια
Νέο Μεξικό: Ένορκοι καταδίκασαν το Facebook για εξαπάτηση