30 Οκτωβρίου 2026

Φόροι και εισφορές στο 41,3% του ΑΕΠ – Ένατη στην ΕΕ η Ελλάδα

Στην ένατη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τα έσοδα από φόρους και καθαρές κοινωνικές εισφορές σε σχέση με το ΑΕΠ βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025. Η κατάταξη επαναφέρει στο προσκήνιο το βάρος της φορολογικής πολιτικής, την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη προβάλλει τις δημοσιονομικές επιδόσεις ως τεκμήριο οικονομικής προόδου.

Στην Ελλάδα, ο συγκεκριμένος δείκτης διαμορφώθηκε στο 41,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, έναντι 40,7% στο σύνολο της ΕΕ. Η διαφορά των 0,6 ποσοστιαίων μονάδων τοποθετεί τη χώρα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και μέσα στην πρώτη δεκάδα των 27 κρατών-μελών.

Η εικόνα αυτή απαιτεί ουσιαστική συζήτηση για την κατανομή των φορολογικών βαρών και την ανταποδοτικότητα των δημόσιων εσόδων. Η κυβερνητική προβολή των εισπράξεων αφήνει ανοιχτή την αξιολόγηση των υπηρεσιών και της προστασίας που επιστρέφουν στην κοινωνία.

Πάνω από Ισπανία και Πορτογαλία, σχεδόν στο επίπεδο της Γερμανίας

Αισθητές είναι οι αποστάσεις από άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Στην Ισπανία, οι φόροι και οι καθαρές κοινωνικές εισφορές αντιστοιχούσαν στο 38,1% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο κατά 3,2 μονάδες από το ελληνικό. Στην Πορτογαλία η αναλογία ήταν 37,1%, ενώ στην Κύπρο περιοριζόταν στο 36,3%.

Χαμηλότερους δείκτες από την Ελλάδα εμφάνισαν επίσης η Ολλανδία με 39,6%, η Κροατία με 38,9%, η Πολωνία με 37,6% και η Τσεχία με 35,2%.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση με τη Γερμανία, όπου η αναλογία έφτασε το 41,4%. Η απόσταση από την Ελλάδα ήταν μόλις 0,1 ποσοστιαία μονάδα, παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο οικονομιών στα εισοδήματα και στην παραγωγικότητα.

Η Ιταλία κατέγραψε υψηλότερο ποσοστό, στο 43% του ΑΕΠ. Συνολικά, πάντως, η ελληνική επίδοση κατατάσσει τη χώρα μεταξύ εκείνων όπου οι φόροι και οι εισφορές συγκεντρώνουν υψηλό μερίδιο της οικονομικής δραστηριότητας.

Ο δείκτης αφορά το σύνολο της οικονομίας και δεν ισοδυναμεί με ατομικό φορολογικό συντελεστή. Δεν δείχνει το ποσό που καταβάλλει κάθε οικογένεια ούτε επιτρέπει το συμπέρασμα ότι κάθε Έλληνας φορολογείται περισσότερο από κάθε πολίτη άλλης χώρας. Προσφέρει, ωστόσο, συγκρίσιμη αποτύπωση του συνολικού ύψους φόρων και εισφορών έναντι του ΑΕΠ.

Το αντίκρισμα για τους πολίτες και η αύξηση των ευρωπαϊκών εισπράξεων

Η συγκέντρωση δημόσιων εσόδων που υπερβαίνουν τα τέσσερα δέκατα του ΑΕΠ ενισχύει την απαίτηση για αποτελεσματική υγειονομική περίθαλψη, λειτουργικές υποδομές, αξιόπιστες δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνική προστασία. Η αξιολόγηση της φορολογικής πολιτικής οφείλει να περιλαμβάνει και το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοδότησης στην καθημερινότητα.

Η κυβέρνηση καλείται να λογοδοτήσει για τη σχέση ανάμεσα στους πόρους που εισπράττονται και στις παροχές που εξασφαλίζονται. Η δημοσιονομική επίδοση αποτελεί μία πλευρά της εικόνας· η ποιότητα και η προσβασιμότητα των υπηρεσιών αποτελούν εξίσου ουσιαστικά κριτήρια.

Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα υπό την πίεση της ακρίβειας στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Οι φόροι κατανάλωσης ενσωματώνονται στις καθημερινές δαπάνες, ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές επηρεάζουν το κόστος εργασίας. Η κατανομή αυτών των επιβαρύνσεων χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με τη συνολική εισπρακτική επίδοση.

Αύξηση της αναλογίας καταγράφηκε και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από 40,2% το 2024, ο δείκτης ανέβηκε στο 40,7% το 2025. Στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 41,3%, έναντι 40,7% έναν χρόνο νωρίτερα.

Σε απόλυτα μεγέθη, οι φόροι και οι κοινωνικές εισφορές στα κράτη-μέλη ανήλθαν συνολικά σε 7,686 τρισ. ευρώ. Πρόκειται για αύξηση 401 δισ. ευρώ συγκριτικά με το 2024.

Η αναλογία προς το ΑΕΠ ενισχύθηκε σε 19 κράτη-μέλη και μειώθηκε στα υπόλοιπα οκτώ. Τη μεγαλύτερη άνοδο εμφάνισε η Γερμανία, από 40,3% σε 41,4%. Ακολούθησαν η Μάλτα, από 29,3% σε 30,3%, και η Ισπανία, από 37,2% σε 38,1%.