Έβδομος χρόνος μιας χώρας σε καθεστώς αυτόματου πιλότου
Η χρονιά μπήκε με τον συνηθισμένο τρόπο της περιόδου που αποκαλείται «υπαρκτός μητσοτακισμός»: με μια κοινωνία που συσσωρεύει κόπωση, με κρατικούς μηχανισμούς που λειτουργούν οριακά, με θεσμούς που μετατρέπονται σε τυπικά περιβλήματα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Στα αγροτικά μπλόκα συναντά κανείς την πιο διαυγή εικόνα αυτής της Ελλάδας.
Οι δρόμοι παραμένουν κλειστοί επί πολλές εβδομάδες, η καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών παραλύει, οι αγρότες επιμένουν σε έναν αγώνα που μοιάζει να διεξάγεται σε πλήρη θεσμική κώφωση. Η πολιτική εξουσία δηλώνει κατανόηση, οι ανακοινώσεις διαδέχονται η μία την άλλη, όμως η πραγματικότητα στις εθνικές οδούς παραμένει αμετάβλητη. Οι αναμνήσεις από τα παλιά μπλόκα της δεκαετίας του ’90 λειτουργούν σχεδόν παρηγορητικά για όσους έζησαν τότε τις πρόχειρες ψησταριές και τα τσίπουρα, εικόνες μιας κοινωνίας που ακόμη μπορούσε να συζητά επί ίσοις όροις.
Οι ιδιωτικοποιημένες εθνικές οδοί, που αντιμετωπίζουν με άνεση την κατάσταση, έχουν εξασφαλισμένη αποζημίωση από το κράτος για κάθε ημέρα απώλειας εσόδων. Ο φορολογούμενος καλύπτει το κόστος της παράλυσης των δρόμων, ενώ οι παραχωρησιούχοι κινούνται με μοναδικό ενδιαφέρον την αύξηση των διοδίων, η οποία ήδη εφαρμόστηκε. Το μοντέλο λειτουργεί χωρίς ιδιαίτερες αναταράξεις: οι εταιρίες αμοιβές τους, το κράτος τη θεσμική υποχρέωση να καταβάλλει, οι πολίτες την πρακτική αδυναμία να διαφοροποιήσουν την καθημερινή τους μετακίνηση.
Την ίδια στιγμή, ο σιδηρόδρομος παρουσιάζεται ως πεδίο «κανονικότητας». Τα λίγα δρομολόγια που λειτουργούν συνοδεύονται από επιβεβαιώσεις περί πλήρους ασφάλειας, ενώ στο δημόσιο αφήγημα επανέρχεται η μορφή του πρώην υπουργού Μεταφορών ως ενός πολιτικού που φέρεται να στοχοποιήθηκε αδίκως και να στερήθηκε την ευκαιρία να εφαρμόσει οράματα τεχνολογικής υπέρβασης. Η δημόσια συζήτηση συχνά διολισθαίνει σε μια προσπάθεια ανακατασκευής της μνήμης, λες και οι τραγικές ανεπαρκείες των συστημάτων ασφαλείας στα τρένα δεν αποτελούν τεκμηριωμένο υλικό.
Ο πραγματικός καθρέφτης της κατάστασης αποκαλύφθηκε στον αέρα. Το πρόσφατο μπλακάουτ στις συχνότητες εναέριας κυκλοφορίας δημιούργησε μια εικόνα χώρας που αδυνατεί να διαχειριστεί τα στοιχειώδη μιας σύγχρονης αεροναυτιλίας. Το διεθνές ρεζιλίκι ήταν άμεσο. Η Άγκυρα παρακολούθησε το περιστατικό με εμφανή ικανοποίηση, καθώς η αποσταθεροποίηση του ελληνικού FIR τροφοδοτεί τις πιο σταθερές επιδιώξεις της τουρκικής αεροπορικής πολιτικής. Το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε δυστύχημα οφείλεται περισσότερο στη συγκυρία παρά στη δομή του συστήματος. Η χώρα για λίγη ώρα βρέθηκε σε καθεστώς αεροπορικής τύχης.
Ο υπουργός Μεταφορών εμφανίστηκε να απειλεί με παραδειγματισμούς και να ανακοινώνει επιτροπές διερεύνησης. Η επιλογή του προέδρου της επιτροπής προκάλεσε εύλογη αμηχανία, αφού ο διοικητής της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας είχε δημοσίως περιγράψει τον κίνδυνο «αεροπορικών Τεμπών», ενώ φέρει το βάρος μιας απόφασης με την οποία ενέκρινε για τον εαυτό του αναδρομικές απολαβές ύψους σχεδόν μισού εκατομμυρίου ευρώ. Η ΥΠΑ, αποδυναμωμένη θεσμικά και επιχειρησιακά, εξέδωσε αλλεπάλληλες ανακοινώσεις που αναιρούσαν η μία την άλλη. Η αρχική υπόνοια περί δολιοφθοράς εγκαταλείφθηκε γρήγορα. Η ΕΕΤΤ και οι υπηρεσίες πληροφοριών απέκλεισαν κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο. Το πρόβλημα εντοπίστηκε σε συστήματα που δεν είχαν αναβαθμιστεί εγκαίρως, σε υποδομές που λειτουργούσαν οριακά, σε προειδοποιήσεις εργαζομένων που αγνοήθηκαν.
Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είχαν ενημερώσει με σαφήνεια για την κατάσταση. Είχαν περιγράψει συστήματα παρωχημένα, διαδικασίες ευάλωτες, τεχνική υποστήριξη ανεπαρκή. Οι φωνές αυτές δεν ενσωματώθηκαν σε κανέναν στρατηγικό σχεδιασμό, παρότι το παράδειγμα των Τεμπών είχε ήδη αποκαλύψει τι μπορεί να συμβεί όταν η θεσμική ακοή αποτυγχάνει. Η επανάληψη του ίδιου μοτίβου καταγράφει μια διοίκηση που αντιμετωπίζει τις κρίσεις ως απρόβλεπτα περιστατικά και όχι ως αποτέλεσμα δομικών επιλογών.
Στην περίπτωση της αεροναυτιλίας, η ρίζα του προβλήματος οδηγεί ξανά σε μια σύμβαση που δεν προχώρησε ποτέ. Η σύμβαση του 2019 για σύστημα ασφαλούς επικοινωνίας έμεινε στα συρτάρια. Επί υπουργίας Καραμανλή επιλέχθηκαν διαφορετικές προτεραιότητες: περιορισμός κρατικού ελέγχου στα αεροδρόμια, θεσμική ευκολία στις αποζημιώσεις προς εταιρίες όπως η Fraport και η Aegean, μετατόπιση του βάρους από τον δημόσιο έλεγχο στον ιδιωτικό τομέα. Ο νυν υπουργός προσπάθησε να αναθερμάνει τη σύμβαση, όμως το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε τη διαδικασία, αφού είχε λήξει η ισχύς της. Η λεπτομέρεια αυτή δεν είχε ληφθεί υπόψη στις κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Το ερώτημα για την αδιαφορία απέναντι στην ασφάλεια των μεταφορών μοιάζει να έχει διαφανή απάντηση. Το μοντέλο που οικοδομείται τα τελευταία χρόνια δεν εστιάζει στον δημόσιο έλεγχο ούτε στην ενίσχυση των κρατικών υπηρεσιών. Προωθεί ένα πλέγμα ιδιωτικών συμφερόντων που διεκδικούν όλο και μεγαλύτερο τμήμα από τα έσοδα των υποδομών. Τα αεροδρόμια λειτουργούν με όρους ιδιωτικών ομίλων, δύο αεροπορικές εταιρίες συγκεντρώνουν σχεδόν το σύνολο της εγχώριας αγοράς, η συζήτηση για ιδιωτικοποίηση του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας δεν κρύβεται πλέον. Η προοπτική ιδιωτικού ελέγχου του FIR λειτουργεί ως υπόβαθρο μιας αναδιάταξης που εξυπηρετεί πρωτίστως επιχειρηματικά συμφέροντα.
Η περίπτωση της Fraport αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η εταιρία απέκτησε δεκατέσσερα στρατηγικά αεροδρόμια με δανεισμό που εξασφαλίστηκε από ελληνικές τράπεζες και με εγγύηση του Δημοσίου. Τα έργα ανακαίνισης χρηματοδοτήθηκαν με κονδύλια ΕΣΠΑ. Το ελληνικό Δημόσιο καλύπτει κατά διαστήματα απώλειες εσόδων. Από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της η εταιρία αύξησε μισθώματα και τέλη σε ποσοστά που ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, ενώ εξασφάλισε συμφωνία που αποκλείει ουσιαστικά τον κρατικό έλεγχο στις εγκαταστάσεις. Το μοντέλο αυτό παρουσιάζεται ως success story, παρότι στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δημόσιους πόρους και εγγυήσεις.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η Ελλάδα εισέρχεται στον έβδομο χρόνο μιας περιόδου όπου το κράτος αποσύρεται από τον ρόλο του ρυθμιστή και εγγυητή. Οι θεσμοί υποχωρούν μπροστά σε ιδιωτικά συμφέροντα που αναπτύσσονται με σιγουριά, γνωρίζοντας ότι η πολιτική εξουσία επιλέγει τη χρηματοδότηση αντί του ελέγχου. Η διοίκηση λειτουργεί σε καθεστώς αυτόματου πιλότου. Οι κρίσεις επαναλαμβάνονται με παρόμοια χαρακτηριστικά. Οι υποδομές γερνούν χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό. Οι δημόσιες υπηρεσίες αποδυναμώνονται και οι επαγγελματίες που προειδοποιούν αντιμετωπίζονται ως φωνές υπερβολής.
Η εικόνα συνοψίζει μια χώρα που αναζητά επίμονα ένα σχήμα λειτουργικής κανονικότητας, χωρίς να διαθέτει τα εργαλεία για να τη διασφαλίσει. Οι μεταφορές –οδικές, σιδηροδρομικές, αεροπορικές– συνδέονται με τον σκληρό πυρήνα της δημόσιας ασφάλειας. Η υποχώρηση του κράτους από την ευθύνη τους δεν αποτελεί ουδέτερη επιλογή. Διαμορφώνει όρους για ένα μέλλον όπου τα κρίσιμα δίκτυα της χώρας θα εξαρτώνται από ιδιωτικά συμφέροντα που λειτουργούν χωρίς ουσιαστικό θεσμικό αντίβαρο. Ένα μέλλον όπου οι πολίτες πληρώνουν για υπηρεσίες που δεν ελέγχουν και ζουν με υποδομές που δεν αναβαθμίζονται.
Σε αυτόν τον έβδομο χρόνο, η αποτύπωση της πραγματικότητας γίνεται με ολοένα μεγαλύτερη σαφήνεια. Η χώρα κινείται με μηχανισμό που λειτουργεί από συνήθεια, χωρίς διορατικότητα και χωρίς σταθερή στρατηγική. Οι κρίσεις, είτε στις ράγες είτε στους δρόμους είτε στον αέρα, υπογραμμίζουν ένα κεντρικό πρόβλημα: την απουσία κρατικής μέριμνας στην πιο ουσιώδη της μορφή. Οι πολίτες παρακολουθούν ένα μοντέλο εξουσίας που μοιάζει να αποδέχεται την υποχώρηση των θεσμών ως δεδομένη συνθήκη. Το ζητούμενο παραμένει αν αυτή η υποχώρηση μπορεί να αντιστραφεί προτού καταστεί μόνιμο γνώρισμα μιας χώρας που λειτουργεί σε σταθερή απόσταση από την έννοια του δημόσιου συμφέροντος.
Σε αυτόν τον έβδομο χρόνο, η πραγματικότητα δεν χρειάζεται πλέον ερμηνευτές. Η χώρα λειτουργεί με έναν μηχανισμό που σύρεται από αδράνεια, με μια εξουσία που διαχειρίζεται τις κρίσιμες υποδομές όπως θα διαχειριζόταν κανείς μια παλιά μηχανή που καπνίζει, αρκεί να κινείται έστω και λίγα μέτρα ακόμη. Οι κρίσεις στις ράγες, στους δρόμους στον αέρα, στις ζωές μας τις ίδιες, είναι η ταυτότητα ενός καθεστώτος που έχει αποδεχθεί την αποσύνθεση ως φυσιολογική κατάσταση. Οι θεσμοί έχουν αφεθεί να σαπίσουν, για να χωρέσει στο κενό που αφήνουν, η άσκηση εξουσίας χωρίς έλεγχο.
Οι πολίτες πληρώνουν με φόρους, με κινδύνους, με καθημερινή ανασφάλεια, ενώ ένα πολιτικό σύστημα κινείται με αυτοπεποίθηση ασυνέπειας, σαν να αντλεί νομιμοποίηση από την ίδια του την ανεπάρκεια. Αν δεν υπάρξει ανακοπή αυτής της πορείας, η υποχώρηση του κράτους δεν θα είναι μια προσωρινή εκτροπή αλλά το μόνιμο καθεστώς μιας χώρας που παραδίδει τις κρίσιμες λειτουργίες της σε ένα δίκτυο συμφερόντων και προσποιείται πως αυτό συνιστά πρόοδο.
Πιο Δημοφιλή
Η δημοσιογραφία βουλιάζει στον βούρκο της αγραμματοσύνης
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μετατρέπει τη φωνή σου σε όπλο παρακολούθησης και απάτης
Πιο Πρόσφατα
Τέμπη: Το αόρατο τείχος της εξουσίας και η σιωπηλή προστασία της κορυφής