21 Απριλίου 2026

Φοροδιαφυγή: Πού επιμένει το πρόβλημα και ποιοι κλάδοι βρίσκονται στο στόχαστρο

Η φοροδιαφυγή παραμένει ένα από τα πιο επίμονα και διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, παρά τις σημαντικές προσπάθειες περιορισμού της τα τελευταία χρόνια. Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, η ουσιαστική αντιμετώπισή της αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για την αύξηση των δημοσίων εσόδων, αλλά και για την αποκατάσταση της ισορροπίας και της δικαιοσύνης στην αγορά.

Η βελτίωση που έχει καταγραφεί τα τελευταία έτη είναι υπαρκτή, ωστόσο δεν αρκεί για να εξαλείψει ένα φαινόμενο που έχει βαθιές ρίζες στην οικονομική και κοινωνική λειτουργία της χώρας. Όταν σημαντικά τμήματα της οικονομικής δραστηριότητας δεν καταγράφονται, το φορολογικό βάρος μετακυλίεται στους συνεπείς φορολογούμενους, ενισχύοντας τις ανισότητες και στρεβλώνοντας τον ανταγωνισμό.

Οι κλάδοι υψηλού κινδύνου και η «οικονομία των μετρητών»

Παρά τη γενική πρόοδο, υπάρχουν συγκεκριμένοι τομείς όπου η φοροδιαφυγή εμφανίζεται πιο έντονα. Πρόκειται κυρίως για επαγγέλματα και δραστηριότητες όπου οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε μεγάλο βαθμό με μετρητά, περιορίζοντας τη δυνατότητα ελέγχου από τις φορολογικές αρχές.

Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται υπηρεσίες υγείας, νομικά επαγγέλματα και τεχνικά επαγγέλματα, όπως μηχανικοί, εργολάβοι, ηλεκτρολόγοι και υδραυλικοί. Αντίστοιχα, αυξημένη παραβατικότητα καταγράφεται σε προσωπικές υπηρεσίες – όπως κομμωτήρια και υπηρεσίες αισθητικής – αλλά και σε τμήματα της εστίασης, του λιανεμπορίου και της επισκευής οχημάτων.

Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία που αποτυπώνουν την εικόνα δηλωθέντων αποτελεσμάτων: το 68% των ιδιοκτητών μπαρ εμφανίζει ζημιές, όπως και το 59% των κομμωτηρίων, το 53% των εστιατορίων και το 50% των συνεργείων αυτοκινήτων. Τα ποσοστά αυτά ενισχύουν την εκτίμηση ότι σημαντικό μέρος της δραστηριότητας δεν αποτυπώνεται πλήρως στα επίσημα φορολογικά δεδομένα.

Η σημασία των ηλεκτρονικών συναλλαγών

Κεντρικό ρόλο στη στρατηγική περιορισμού της φοροδιαφυγής διαδραματίζει η ενίσχυση των ηλεκτρονικών πληρωμών. Η μετάβαση από τα μετρητά σε ψηφιακά μέσα πληρωμής επιτρέπει την άμεση καταγραφή των συναλλαγών και περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων.

Τα τελευταία χρόνια, η αύξηση της χρήσης καρτών και ηλεκτρονικών μέσων έχει ήδη συμβάλει στη βελτίωση της είσπραξης του ΦΠΑ, αποδεικνύοντας ότι η αλλαγή στη συμπεριφορά των συναλλαγών μπορεί να αποφέρει μετρήσιμα αποτελέσματα. Παράλληλα, εξετάζονται πρόσθετα κίνητρα και υποχρεώσεις για την περαιτέρω ενίσχυση των ψηφιακών πληρωμών.

Η συμβολή της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης

Η τεχνολογία αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο για τις φορολογικές αρχές. Μέσω σύγχρονων συστημάτων και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, καθίσταται δυνατή η διασταύρωση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας τον εντοπισμό περιπτώσεων όπου τα δηλωθέντα εισοδήματα δεν συνάδουν με την πραγματική οικονομική δραστηριότητα.

Η αξιοποίηση αυτών των εργαλείων ενισχύει σημαντικά την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και δημιουργεί ένα πιο συνεκτικό και αποδοτικό πλαίσιο εποπτείας, το οποίο εφαρμόζεται ήδη τόσο από την ΑΑΔΕ όσο και από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Ανάγκη για διαρκή και ολοκληρωμένη στρατηγική

Παρά τη θετική δυναμική που καταγράφεται, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής δεν μπορεί να βασιστεί σε αποσπασματικά μέτρα. Απαιτείται μια σταθερή, μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα ενισχύσει τη φορολογική συμμόρφωση και θα μεταβάλει σταδιακά τη δομή της οικονομίας.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι συστηματικές προσπάθειες των τελευταίων ετών έχουν ήδη αρχίσει να αποδίδουν, οδηγώντας σε διεύρυνση της φορολογικής βάσης και σε μόνιμη ενίσχυση των δημοσίων εσόδων. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, ιδιαίτερα για τη μεσαία τάξη, τις οικογένειες και τους νέους εργαζόμενους.

Ταυτόχρονα, η ενίσχυση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους συμβάλλουν στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής, μειώνοντας τις μελλοντικές πιέσεις και δημιουργώντας πιο σταθερές συνθήκες ανάπτυξης.

Το βασικό συμπέρασμα παραμένει σαφές: η μάχη κατά της φοροδιαφυγής έχει αποδώσει, αλλά δεν έχει κριθεί. Η επόμενη φάση θα καθοριστεί από το κατά πόσο οι παρεμβάσεις θα αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα και θα αλλάξουν ουσιαστικά τον τρόπο λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας.