Η ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αλλάζει την πραγματική εικόνα
Από τα 650 ευρώ μικτά του 2019, ο κατώτατος μισθός διαμορφώνεται από την 1η Απριλίου 2026 στα 920 ευρώ, καταγράφοντας σωρευτική άνοδο περίπου 41,5% μέσα σε επτά χρόνια. Σε επίπεδο κυβερνητικής ρητορικής, το στοιχείο αυτό προβάλλεται ως απόδειξη ενίσχυσης των αποδοχών και βελτίωσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Η πραγματικότητα όμως αποτυπώνεται διαφορετικά όταν οι αριθμοί συγκριθούν με το κόστος ζωής, τη φορολογική επιβάρυνση και τη συνολική θέση της χώρας στην Ευρώπη. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ονομαστική αύξηση του μισθού δεν αρκεί από μόνη της για να αποκαταστήσει τη χαμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα καταγράφεται στα τελευταία σκαλοπάτια της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όρους αγοραστικής δύναμης δείχνει ακριβώς αυτό το χάσμα ανάμεσα στη μισθολογική εικόνα και στην πραγματική δυνατότητα κατανάλωσης. Στα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το 2025, η χώρα εμφανίζεται μαζί με τη Βουλγαρία στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, γεγονός που σημαίνει ότι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών δεν ακολουθεί με επάρκεια τις ανάγκες της καθημερινότητας. Η στατιστική των ονομαστικών αυξήσεων δεν αρκεί για να ακυρώσει το βαρύ αποτύπωμα της ακρίβειας.
Το βάρος της φορολογίας, της ακρίβειας και των παγωμένων ωριμάνσεων
Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει θεωρητικά επιπλέον 40 ευρώ μικτά τον μήνα, όμως το καθαρό όφελος για τον εργαζόμενο είναι σαφώς μικρότερο, καθώς μεσολαβούν εισφορές και φορολογικές κρατήσεις. Το υπουργείο Εργασίας παρουσιάζει τη μεταβολή ως βήμα διεύρυνσης του διαθέσιμου εισοδήματος, όμως στην πράξη το καθαρό ποσό που φτάνει στην τσέπη του μισθωτού απέχει αισθητά από την αρχική ονομαστική αύξηση. Αυτό εντείνει την αίσθηση ότι το κράτος ανακτά μέρος της αύξησης πριν αυτή μετατραπεί σε πραγματική ανακούφιση για τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Την ίδια στιγμή, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην εφορία. Οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων και του κόστους στέγασης έχουν κινηθεί επίμονα τα τελευταία χρόνια πάνω από τον γενικό πληθωρισμό, πιέζοντας δυσανάλογα όσους ζουν κοντά στον κατώτατο μισθό. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους πρώτους μήνες του 2026 συνεχίζουν να δείχνουν αυξήσεις στα τρόφιμα, ενώ δημοσιεύματα που βασίζονται σε στοιχεία της αγοράς ακινήτων καταγράφουν πολύ μεγάλες αυξήσεις ενοικίων από το 2019 και μετά, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η βελτίωση του μισθού εξανεμίζεται γρήγορα στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο και στους λογαριασμούς.
Στην πίεση αυτή προστίθεται και το πάγωμα των τριετιών για μεγάλο μέρος της προηγούμενης δεκαετίας, που είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες εργαζόμενοι με πολυετή παρουσία στην αγορά εργασίας να παραμένουν μισθολογικά κοντά στο κατώτατο όριο. Ακόμη και μετά την επανενεργοποίηση των ωριμάνσεων, το συνολικό πλαίσιο παραμένει ασθενές, ειδικά σε μια αγορά όπου οι συλλογικές συμβάσεις δεν καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των μισθωτών. Έτσι, πολλοί εργαζόμενοι με δέκα ή και περισσότερα χρόνια εργασιακής διαδρομής εξακολουθούν να κινούνται χαμηλά, χωρίς πραγματική μισθολογική απογείωση.
Η επόμενη πίεση έρχεται από ενέργεια, παραγωγή και εξωτερικές ανισορροπίες
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο καθώς οι νέες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή απειλούν να παρατείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις μέσω ενέργειας, μεταφορών και πρώτων υλών. Η άνοδος στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου μπορεί να περάσει γρήγορα στο κόστος στέγασης, στην αγροτική παραγωγή, στις μετακινήσεις και τελικά στην τελική τιμή των προϊόντων. Σε μια οικονομία με έντονη εξάρτηση από εισαγωγές καυσίμων, φαρμάκων, λιπασμάτων, μηχανημάτων και τεχνολογικού εξοπλισμού, κάθε εξωτερικός κραδασμός επιβαρύνει άμεσα το εσωτερικό κόστος ζωής και διατηρεί το εμπορικό ισοζύγιο υπό πίεση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η λήξη του κύκλου του Ταμείου Ανάκαμψης αφαιρεί έναν ακόμη παράγοντα στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός, αλλά αν η οικονομία μπορεί να στηρίξει διατηρήσιμη αύξηση πραγματικών εισοδημάτων χωρίς να εξαντλείται η κοινωνία από την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση και την παραγωγική αδυναμία. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι οι εργαζόμενοι στα χαμηλότερα μισθολογικά στρώματα λαμβάνουν ονομαστικά περισσότερα χρήματα, αλλά συνεχίζουν να αγοράζουν λιγότερα από όσα αγόραζαν παλαιότερα. Και αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της επιδείνωσης.
Πιο Δημοφιλή
Κανένα έγκλημα δεν είναι τέλειο
Μνήμες και θρίαμβοι της Επανάστασης
Μητσοτάκης – Εμίρης Κατάρ: Τι συζήτησαν στο τηλέφωνο
Πιο Πρόσφατα
Συνεχίζεται η αιματοχυσία στην Ουκρανία
Ο Κόλπος φλέγεται και το πετρέλαιο παραμένει ψηλά
Σε λαϊκό προσκύνημα η σορός της Μαρινέλλας