Η αλήθεια πίσω από την αλλαγή του κλίματος - Φυσικά φαινόμενα και όχι ανθρωπογενής ευθύνη
Όταν το μέγεθος ενός αποτελέσματος υπολείπεται της ίδιας της αβεβαιότητας των δεδομένων, καμία ασφαλής κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί επάνω του. Ακριβώς σε αυτό το σημείο, υποστηρίζει η συγκεκριμένη προσέγγιση, βρίσκεται και η κυρίαρχη αφήγηση περί ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής. Οι μεταβολές στην παγκόσμια θερμοκρασία και σε άλλες κλιματικές παραμέτρους εμφανίζονται τόσο περιορισμένες, ώστε να μην πληρούν τα κριτήρια στατιστικής σημαντικότητας και, κατά συνέπεια, να μπορούν να ερμηνευθούν και ως τυχαίες αποκλίσεις εντός των φυσικών ορίων μεταβλητότητας.
Έτσι, το οικοδόμημα των «αποδείξεων» που παρουσιάζεται ως αδιαμφισβήτητο από τους υπέρμαχους της ανθρωπογενούς υπερθέρμανσης, σύμφωνα με αυτή τη γραμμή σκέψης, κλονίζεται από τα ίδια τα δεδομένα, τις ίδιες τις αναφορές και τα ίδια τα μοντέλα που επικαλούνται οι θιασώτες του κλιματικού κινδυνολογικού λόγου. Η παγκόσμια θερμοκρασία και οι μεταβολές του κλίματος αποδίδονται κυρίως σε φυσικούς παράγοντες, με κυρίαρχους τον ήλιο, τα νέφη και την ατμοσφαιρική πίεση.
Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης τοποθετούνται οι μετρήσεις ακτινοβολίας και ειδικότερα η εργασία των Feldman και συνεργατών του, του 2015, η οποία συχνά προβάλλεται ως ένα από τα ισχυρότερα τεκμήρια ότι η σημερινή κλιματική μεταβολή οφείλεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη, όπως επισημαίνεται, αναπαράγει αυτή τη θέση, θεωρώντας τη μελέτη αυτή ως το πλέον στέρεο μετρητικό επιχείρημα υπέρ της ανθρώπινης επίδρασης στο παγκόσμιο κλίμα.
Οι Feldman και οι συνεργάτες του κατέγραψαν μεταβολές στην ακτινοβολία που κατευθύνεται από την ατμόσφαιρα προς την επιφάνεια της Γης, στο φασματικό εύρος όπου εκπέμπει το CO₂, κατά την περίοδο 2000-2010. Οι ίδιοι ανέφεραν τάσεις της τάξης των 0,2 W/m² ανά δεκαετία, με αβεβαιότητες περίπου ±0,06 και ±0,07 W/m² ανά δεκαετία, και εποχικές διακυμάνσεις 0,1 έως 0,2 W/m². Εδώ, όμως, εγείρεται το βασικό επιχείρημα της αμφισβήτησης. Το όργανο AERI που χρησιμοποιήθηκε είχε ακρίβεια καλύτερη από το 1% της ακτινοβολίας μέλανος σώματος σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, κάτι που αντιστοιχεί περίπου σε 3,8 W/m². Οι μετρούμενες μεταβολές, σε ορίζοντα δέκα ετών, εμφανίζονται έτσι μικρότερες από το ένα δέκατο της ακρίβειας του ίδιου του οργάνου. Και όταν οι μετρήσεις υπολείπονται της ακρίβειας του μέσου μέτρησης, η αξιοπιστία τους τίθεται ευθέως υπό αμφισβήτηση. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η χρήση στενότερων μηκών κύματος και μεγάλου αριθμού μετρήσεων μπορεί να βελτιώσει τη στατιστική απόδοση, το σήμα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, παραμένει χαμηλότερο από τα καθιερωμένα όρια εμπιστοσύνης που απαιτούνται για ασφαλή ποσοτικοποίηση. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι προκύπτει απόδειξη ανθρωπογενούς κλιματικής μεταβολής.
Η αδυναμία των Feldman και συνεργατών να συνδέσουν άμεσα τις μετρήσεις της ακτινοβολίας με τις πραγματικές μεταβολές της θερμοκρασίας ενισχύει περαιτέρω την αμφισβήτηση. Στην Αλάσκα η θερμοκρασία μειώθηκε κατά την επίμαχη περίοδο, στην Οκλαχόμα αυξήθηκε, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο επικρατούσε σχετική στασιμότητα. Έτσι, η σύνδεση μεταξύ ακτινοβολίας και θερμοκρασίας δεν προκύπτει άμεσα από παρατήρηση, αλλά πρέπει να εξαχθεί εμμέσως μέσω υπολογιστικών μοντέλων, δηλαδή ακριβώς μέσω εκείνου του εργαλείου που εδώ αμφισβητείται ως υπερβολικά αβέβαιο.
Η ίδια λογική στρέφεται και κατά των εκτιμήσεων της IPCC. Η έκθεση AR6 WG1 αποδίδει στη συνολική ανθρωπογενή επίδραση από το 1750 περίπου 2,7 W/m², εκ των οποίων τα 2,0 W/m² αποδίδονται στο CO₂. Το μέγεθος αυτό θεωρείται συγκρίσιμο με τις τάξεις μεγέθους που επιχειρούν να αποδώσουν οι Feldman και οι συνεργάτες του. Στην εικονογράφηση του ενεργειακού ισοζυγίου της Γης, η IPCC υποστηρίζει ότι η ατμόσφαιρα εκπέμπει προς την επιφάνεια της Γης 342 W/m², δηλαδή περισσότερο από το διπλάσιο της μέσης προσπίπτουσας ηλιακής ενέργειας των 160 W/m². Η ανάγνωση αυτή καταγγέλλεται ως φυσικώς προβληματική, καθώς ο ήλιος είναι η πρωτογενής πηγή ενέργειας και το να αποδίδεται στην ατμόσφαιρα θερμική ροή μεγαλύτερη από την ηλιακή εμφανίζεται, υπό αυτή την κριτική, ως παράλογη κατασκευή ενός στατικού μοντέλου «επίπεδης Γης», αποκομμένου από τη δυναμική της πραγματικής, περιστρεφόμενης και ατμοσφαιρικά ενεργούς σφαίρας.
Ακόμη και στο επίπεδο της κορυφής της ατμόσφαιρας, η μέση ηλιακή εισροή των 340 W/m² και η εξερχόμενη θερμική ακτινοβολία των 239 W/m² θεωρούνται ότι βρίσκονται ουσιαστικά σε ισορροπία. Η ανισορροπία των 0,7 W/m² που επικαλείται η IPCC για να στηρίξει την ιδέα της υπερθέρμανσης υπογραμμίζεται πως είναι μικρότερη από την ίδια την αβεβαιότητα των μετρήσεων, άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί σαφώς μετρήσιμη. Το συμπέρασμα, κατά συνέπεια, είναι ότι τόσο η μοντελοποιημένη όσο και η μετρημένη «ανθρωπογενής» υπερθέρμανση από τα αέρια του θερμοκηπίου παραμένει βυθισμένη στην αβεβαιότητα.
Η ίδια η έννοια της ανθρωπογενούς συμβολής παρουσιάζεται ως οριακή μπροστά στο μέγεθος των φυσικών ροών. Αν, όπως υποστηρίζει η IPCC, τα αέρια του θερμοκηπίου προκαλούν προς τα κάτω ακτινοβολία 342 W/m² και η ανθρωπογενής συνεισφορά ανέρχεται το πολύ σε 3 W/m², τότε η ανθρώπινη επίδραση αντιστοιχεί περίπου στο 1% του φυσικού φαινομένου. Ένα τόσο μικρό μέγεθος, τονίζεται, χάνεται μέσα στις αβεβαιότητες των μετρήσεων και θα μπορούσε να είναι ακόμη και μηδενικό.
Από εκεί και πέρα, η επιχειρηματολογία μεταφέρεται στο ίδιο το CO₂ και στη σχέση του με το λεγόμενο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Στη σημερινή ατμόσφαιρα το CO₂ αντιστοιχεί περίπου σε 430 ppm, δηλαδή μόλις στο 0,043% του αέρα. Στο εγχειρίδιο του John Houghton αναφέρεται ότι το συνολικό CO₂ συμβάλλει σε λιγότερο από το 3% του συνολικού φαινομένου του θερμοκηπίου, ενώ οι υδρατμοί αποδίδονται περίπου στο 96%, θέση που, όπως αναφέρεται, έχει επιβεβαιωθεί και από τον καθηγητή Κουτσογιάννη. Με βάση νεότερες αναλύσεις, υποστηρίζεται ακόμη ότι οι ανθρωπογενείς εκπομπές αντιστοιχούν μόλις στο 5,5% του συνολικού ατμοσφαιρικού CO₂, δηλαδή περίπου σε 24 ppm. Αν ληφθεί υπόψη ότι το CO₂ συμμετέχει ούτως ή άλλως σε μικρό ποσοστό στο θεωρητικό φαινόμενο του θερμοκηπίου, τότε η ανθρώπινη συμβολή περιορίζεται, κατά αυτή την προσέγγιση, σε λιγότερο από το 0,2% του συνολικού φαινομένου. Και αυτό, υποστηρίζεται, δεν μπορεί να έχει καμία μετρήσιμη επίδραση στο κλιματικό σύστημα.
Το επιχείρημα ενισχύεται και από τη συζήτηση για τον χρόνο παραμονής του CO₂ στην ατμόσφαιρα. Εδώ προβάλλεται η θέση ότι το CO₂ απορροφάται γρήγορα από το ψυχρό νερό και παραμένει στην ατμόσφαιρα κατά μέσο όρο μόλις πέντε χρόνια, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς περί παραμονής εκατοντάδων ή χιλιάδων ετών. Η περίοδος της Covid-19, κατά την οποία οι ανθρώπινες εκπομπές μειώθηκαν προσωρινά λόγω ύφεσης και περιορισμού της κατανάλωσης ενέργειας, επικαλείται ως παράδειγμα ότι δεν καταγράφηκε αντίστοιχη μετρήσιμη κάμψη στο συνολικό ατμοσφαιρικό CO₂.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στη χρονική αλληλουχία μεταβολών θερμοκρασίας και CO₂. Σειρές δεδομένων, όπως αναφέρεται, δείχνουν ότι συχνά μεταβάλλεται πρώτα η θερμοκρασία και ακολουθεί το CO₂. Εάν αυτό ισχύει, τότε το CO₂ δεν μπορεί να είναι η πρωταρχική αιτία της θερμοκρασιακής μεταβολής, αλλά μάλλον απόκριση σε κάποιον άλλον, βαθύτερο φυσικό μηχανισμό. Η ανάλυση του Bhatta, βασισμένη σε δεκάδες εκατομμύρια ημερήσιες παρατηρήσεις από περισσότερους από 1.600 μετεωρολογικούς σταθμούς, επικαλείται ακριβώς αυτό: ότι η μεγαλύτερη άνοδος θερμοκρασίας σημειώθηκε πριν από το 1940, όταν οι ανθρωπογενείς εκπομπές ήταν πολύ χαμηλότερες από τις σημερινές. Επομένως, η σύνδεση ανάμεσα σε αυξημένο CO₂ και άνοδο θερμοκρασίας παρουσιάζεται ως ανεπαρκώς τεκμηριωμένη.
Το βάρος της εξήγησης μεταφέρεται τελικά στον ήλιο, στα σύννεφα και στην ατμοσφαιρική πίεση. Σύμφωνα με δορυφορικές μετρήσεις που επικαλούνται οι Nikolov και Zeller, η νεφοκάλυψη της Γης έχει μειωθεί κατά 2-3% από το 1980, επιτρέποντας την είσοδο περισσότερης ηλιακής ακτινοβολίας και οδηγώντας σε θέρμανση της επιφάνειας. Η μείωση της ανακλαστικότητας της Γης, μαζί με τις μεταβολές της συνολικής ηλιακής ακτινοβολίας, θεωρείται ότι επαρκεί για να εξηγήσει το σύνολο σχεδόν της παρατηρούμενης τάσης υπερθέρμανσης και μεγάλο μέρος της ετήσιας διακύμανσης της θερμοκρασίας.
Στο ίδιο πλαίσιο αμφισβητείται και η ίδια η θεμελίωση της θεωρίας του θερμοκηπίου. Σε σύγκριση με τη Σελήνη, η ατμόσφαιρα της Γης αποδίδεται ότι προσφέρει θέρμανση περίπου 90 Κέλβιν και όχι 33 Κέλβιν, όπως υποστηρίζει το τυπικό αφήγημα. Η διαφορά αυτή εξηγείται μέσω του Νόμου των Ιδανικών Αερίων και της ατμοσφαιρικής πίεσης, όχι μέσω της «παγίδευσης» της ακτινοβολίας από τα αέρια του θερμοκηπίου. Κατά συνέπεια, η λεγόμενη προς τα κάτω ακτινοβολία των 342 W/m² δεν αποδίδεται στην επανεκπομπή του CO₂, αλλά στη θερμική ακτινοβολία της χαμηλής τροπόσφαιρας, η οποία θερμαίνεται εξαιτίας της πίεσης και της δυναμικής της ατμόσφαιρας. Η θεωρία των 33 Κέλβιν χαρακτηρίζεται ως εσφαλμένη σύλληψη που βασίζεται σε ψευδές μοντέλο ενεργειακού ισοζυγίου.
Συνεπώς, η τελική εικόνα που προβάλλεται είναι σαφής. Ο εμπειρισμός, δηλαδή οι μετρήσεις και οι παρατηρήσεις, τοποθετείται απέναντι στα μοντέλα της IPCC και διεκδικεί υπεροχή. Η θεωρία του θερμοκηπίου περιγράφεται ως λανθασμένη. Η άνοδος του CO₂ τα τελευταία εκατό και πλέον χρόνια παρουσιάζεται ως εξέλιξη με θετικές επιδράσεις στη βλάστηση και στην παραγωγή τροφίμων, χωρίς αποδεδειγμένες αρνητικές συνέπειες. Και από αυτή τη σκοπιά προκύπτει το πολιτικό συμπέρασμα ότι τα μέτρα κατά των αερίων του θερμοκηπίου πρέπει να εγκαταλειφθούν, με την προσοχή να μετατοπίζεται από την εκστρατεία κατά του CO₂ στην προετοιμασία απέναντι στη φυσική και απρόβλεπτη κλιματική μεταβλητότητα, μέσα από ισχυρότερες υποδομές και πραγματική ανθεκτικότητα.
Παραπομπές1 J.K. Dagsvik & S.H. Moen, 2023. To what extent are temperature levels changing due to greenhouse gas emissions? Statistisk sentralbyrå/ Statistics Norway.
2 D. R. Feldman et al., 2015. Observational determination of surface radiative forcing by CO₂ from 2000 to 2010.
3 R. Clark, 2024. A Nobel Prize for Climate Model Errors, Science of Climate Change.
4 D. Kuipers, 2011. Greenhouse gases, water vapor and you LA Times/MIT Center for Sustainability Science and Strategy.
5 D. Koutsoyiannis, 2024. Relative importance of carbon dioxide and water in the greenhouse effect: Does the tail wag the dog?, Science of Climate Change.
6 C. Veyres et al. 2025. Revisiting the Carbon Cycle, Science of Climate Change.
7 W. J. Davies, 2025. Human Versus Natural Influences on Climate and Biodiversity: The Carbon Dioxide Connection.
8 O. Humlum et al., 2013. The phase relation between atmospheric carbon dioxide and global temperature, Global and Planetary Change.
9 D. Koutsoyiannis, et al., 2013. On hens, eggs, temperatures and CO₂: Causal links in Earth’s atmosphere, Sci.
10 Bhatta, B., 2025. Revisiting CO₂ emissions and global warming: Implications for society.
11 Essell et al., 2023. A frequency-optimised temperature record for the Holocene, Environ. Res. Lett.
12 N. Nikolov & K. Zeller, 2024. Roles of Earth’s Albedo Variations and Top-of-the-Atmosphere Energy Imbalance in Recent Warming: New Insights from Satellite and Surface Observations, Geomatics.
13 C. Park & B. Soden, 2025. Negligible contribution from aerosols to recent trends in Earth’s energy imbalance, Science Advances.
14 N. Nikolov & K. Zeller, 2014. On the average temperature of airless spherical bodies and the magnitude of Earth’s atmospheric thermal effect, SpringerPlus.
15 N. Nikolov & K. Zeller, 2017. New Insights on the Physical Nature of the Atmospheric Greenhouse Effect Deduced from an Empirical Planetary Temperature Model, Environment Pollution and Climate Change.
16 S.P.R. Wilde & P. Mulholland, 2020. Return to Earth: A New Mathematical Model of the Earth’s Climate, International Journal of Atmospheric and Oceanic Sciences.
17 R.I. Holmes, 2017. Molar Mass Version of the Ideal Gas Law Points to a Very Low Climate Sensitivity, Earth Sciences.
18 D. Throne, 2025, HOAX!: Why burning fossil fuels doesn’t cause climate change.
19 T. Shula & M. Ott, undated. The “Missing Link” in the Greenhouse Effect.
20 Grok 3 beta et al., 2025. A Critical Reassessment of the Anthropogenic CO₂-Global Warming Hypothesis, Science of Climate Change.
21 S. Koonin, 2024. Unsettled.
Πιο Δημοφιλή
Μαρτυρία στο ΕΡΤnews επαναπατρισθέντος από το Ντουμπάι
Η σοβαρότητα είναι πατριωτισμός!
Πιο Πρόσφατα