Σήμερα Γιορτάζουν:

ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ

Η αποδέσμευση που ράγισε το κράτος Δικαίου: ευρωπαϊκή σύγκρουση γύρω από τον Όρμπαν

Σοβαρή θεσμική αναταραχή προκαλεί η γνωμοδότηση της γενικής εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία εισηγείται την ακύρωση της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αποδεσμεύσει, τον Δεκέμβριο του 2023, κονδύλια ύψους δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουγγαρία.

Η εισήγηση θέτει υπό ευθεία αμφισβήτηση τη νομιμότητα της απόφασης, μετατρέποντας μια πολιτικά φορτισμένη επιλογή σε ανοικτό θεσμικό μέτωπο, με άμεσες συνέπειες για τον τρόπο άσκησης εξουσίας από την Κομισιόν και τη σχέση της με το κράτος Δικαίου.

Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, χαρακτήρισε παράλογο το ενδεχόμενο να ζητηθεί επιστροφή των χρημάτων, απαντώντας σε ερώτηση του Politico μετά την άτυπη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ για την ανταγωνιστικότητα. Η αντίδρασή του καταγράφεται σε μια περίοδο αυξημένης πολιτικής πίεσης στο εσωτερικό της χώρας, καθώς πλησιάζουν οι εκλογές του Απριλίου.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η προσφυγή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε τους ίδιους της τους κανόνες όταν προχώρησε στην αποδέσμευση κονδυλίων που είχαν παγώσει λόγω σοβαρών ανησυχιών για τη λειτουργία του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία. Το Δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση από τον Μάρτιο του 2024.

Η προσφυγή συνοδεύεται από βαριές αιχμές για πολιτικό υπολογισμό, καθώς ευρωβουλευτές θεωρούν ότι η απόφαση ελήφθη λίγο πριν από κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής, σε μια φάση κατά την οποία η Ένωση επιδίωκε τη συναίνεση της Βουδαπέστης για την έγκριση βοήθειας προς την Ουκρανία.

Η γενική εισαγγελέας, Ταμάρα Τσάπετα, στη γνωμοδότησή της καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα το ίδιο το πλαίσιο αιρεσιμότητας που έχει θεσπίσει για την προστασία του κράτους δικαίου. Κατά την εκτίμησή της, η εκταμίευση πραγματοποιήθηκε προτού εφαρμοστούν πλήρως και αποδεδειγμένα οι μεταρρυθμίσεις στις οποίες είχε δεσμευθεί η ουγγρική κυβέρνηση.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανεπαρκή αξιολόγηση των παρεμβάσεων που αφορούν την ανεξαρτησία του Ανώτατου Δικαστηρίου και τη διαδικασία διορισμού μελών στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Πρόκειται για ζητήματα που θεωρούνται κρίσιμα για τη θεσμική ισορροπία και, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν αντιμετωπίστηκαν ουσιαστικά.

Η γνωμοδότηση ασκεί επίσης αυστηρή κριτική στην Επιτροπή για έλλειψη διαφάνειας, σημειώνοντας ότι δεν παρείχε επαρκή και σαφή αιτιολόγηση για την αποδέσμευση των κονδυλίων. Η υποχρέωση λογοδοσίας, επισημαίνεται, αφορά όχι μόνο το κράτος-μέλος που λαμβάνει τη χρηματοδότηση, αλλά και το σύνολο των ευρωπαίων πολιτών.

Παράλληλα, η γενική εισαγγελέας επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τον Νόμο για την Προστασία της Κυριαρχίας, ο οποίος συζητείτο στο ουγγρικό Κοινοβούλιο. Σε ξεχωριστή απόφαση που εκδόθηκε την ίδια ημέρα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο νόμος παραβιάζει το δίκαιο της ΕΕ, καθώς περιορίζει θεμελιώδεις ελευθερίες.

Η συγκυρία προσδίδει στη γνωμοδότηση ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Για μήνες, ευρωπαϊκοί θεσμοί και κυβερνήσεις απέφευγαν τη μετωπική σύγκρουση με τη Βουδαπέστη, υπό τον φόβο ότι η πίεση θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο της Ουγγαρίας.

Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπερασπίστηκε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι βασίστηκε σε ενδελεχή αξιολόγηση και στην επίτευξη συγκεκριμένων τεχνικών οροσήμων. Από την ουγγρική πλευρά, κυβερνητικοί αξιωματούχοι συνδέουν τη γνωμοδότηση με τη στάση της χώρας απέναντι στην ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων και η Ουγγαρία δεν συμμορφωθεί, προβλέπεται η δυνατότητα μείωσης μελλοντικών εκταμιεύσεων κατά το αντίστοιχο ποσό. Το ενδεχόμενο αυτό μετατρέπει τη διαφωνία σε απτή δοκιμασία θεσμικής αντοχής.

Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου αναμένεται να διαμορφώσει δεδικασμένο ως προς τα όρια της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής στην εφαρμογή του Κανονισμού περί κράτους δικαίου. Η έκβασή της αποκτά βαρύνουσα σημασία για τη συνοχή της Ένωσης και την αξιοπιστία των ίδιων των θεσμικών της εγγυήσεων.