Στη δημόσια παρουσία της Εκκλησίας διαμορφώνεται ολοένα και πιο καθαρά ένα ερώτημα για τον αποδέκτη της εγγύτητας και της προβολής της. Η εικόνα που εκπέμπεται αφορά τις επιλογές της, τις παρουσίες που τιμά και τις χειρονομίες που επαναλαμβάνονται μπροστά στις κάμερες.
Η δημόσια επαφή με την πολιτική εξουσία έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά σταθερής πρακτικής. Δεν περιορίζεται σε τυπικές συναντήσεις ή εθιμοτυπικές υποχρεώσεις. Εντάσσεται σε μια επαναλαμβανόμενη σκηνή που καταγράφεται, αναπαράγεται και ερμηνεύεται.
Η πρακτική αυτή γίνεται αντιληπτή από ένα κοινό που παρακολουθεί με αυξημένη προσοχή. Η εικόνα δεν περνά πια αθόρυβα. Παραμένει, επανέρχεται και διαμορφώνει εντυπώσεις που δεν εξαντλούνται στο πολιτικό πρόσωπο που εμφανίζεται δίπλα στον ιεράρχη. Η ταύτιση της Εκκλησίας με την εκάστοτε εξουσία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνεται ο ρόλος της.
Η δημόσια χειρονομία αποκτά βάρος και λειτουργεί σωρευτικά στη συνείδηση όσων εξακολουθούν να αναζητούν σε αυτήν πνευματικό σημείο αναφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η παρουσία πολιτικών προσώπων σε εκκλησιαστικές εκδηλώσεις και η προβολή τους μέσα από εθνικές ή θρησκευτικές επετείους αποκτούν συγκεκριμένο συμβολισμό. Η σύνδεση της πίστης με τη δημόσια εικόνα της εξουσίας γίνεται εμφανής. Η περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη εντάσσεται σε αυτή τη συνθήκη.
Η παρουσία του σε εκκλησιαστικά γεγονότα προβάλλεται ως στοιχείο θεσμικής συνέχειας και δημόσιας αναγνώρισης, χωρίς να αφορά θεολογικό ή ποιμαντικό ρόλο. Η πολιτική διάσταση της προβολής αυτής είναι σαφής.
Η Εκκλησία εμφανίζεται να συμμετέχει σε μια σκηνή όπου ο δημόσιος λόγος, η τελετουργία και η πολιτική επικοινωνία συνυπάρχουν χωρίς διακριτά όρια. Η συσσώρευση αυτών των εικόνων επηρεάζει τη σχέση εμπιστοσύνης. Η δυσπιστία που γεννιέται δεν περιορίζεται στον πολιτικό χώρο. Αγγίζει το ίδιο το εκκλησιαστικό σύμβολο και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η πίστη.
Η σύγχυση ανάμεσα σε εξουσία, τελετή και δημόσια χειρονομία μεταβάλλει τη λειτουργία της Εκκλησίας στον συλλογικό νου. Ο χώρος που κάποτε λειτουργούσε ως καταφύγιο αρχίζει να εκλαμβάνεται ως σκηνικό. Κάθε δημόσια αγκαλιά, κάθε φιλί και κάθε ευλογία αποκτούν χαρακτήρα εικόνας προς κατανάλωση. Η ποιμαντική διάσταση υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της αναπαράστασης.
Η κοινωνία παρακολουθεί αυτή τη διαδικασία με κόπωση. Η απομάκρυνση δεν εκδηλώνεται με αντιδράσεις ή συγκρούσεις. Εκδηλώνεται με σιωπή. Η σιωπή αυτή λειτουργεί ως ένδειξη αποστασιοποίησης. Αποτελεί το πιο σαφές σημάδι ότι η σχέση ανάμεσα στην Εκκλησία και το κοινό της μεταβάλλεται.
Η μεταβολή αυτή συνιστά τον ουσιαστικό κίνδυνο για τη θέση της Εκκλησίας στον δημόσιο χώρο. Όχι ως θεσμό, αλλά ως ζωντανό σημείο αναφοράς.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
«Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», κύριε Μητσοτάκη!