Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΠΟΛΛΩΝΙΑ

ΑΣΤΕΡΙΟΣ

ΑΣΤΕΡΩ

ΖΗΝΟΒΙΑ

ΖΗΝΟΒΙΟΣ

ΚΛΕΟΠΑΣ

ΚΡΟΝΟΣ

ΜΑΡΚΙΑΝΟΣ

ΤΕΡΤΙΟΣ

30 Οκτωβρίου 2026

Η Ελλάδα υπερφορολογεί την κατανάλωση έναντι της Ε.Ε.

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Οι έμμεσοι φόροι καλύπτουν 40,7%-44,4% των ελληνικών φορολογικών εσόδων έναντι 31%-33% στην Ε.Ε.
  • Κύριοι λόγοι: φοροδιαφυγή εισοδήματος, υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ/ΕΦΚ και εξάρτηση από τον τουρισμό.
  • Το προσχέδιο Προϋπολογισμού 2027 προβλέπει φορολογικά έσοδα 77,878 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,8%.
  • Ο ΦΠΑ προβλέπεται στα 30,581 δισ. ευρώ το 2027, μειωμένος κατά 196 εκατ. έναντι του 2026.
  • Οι δασμοί εισαγωγών αυξάνονται λόγω κατάργησης απαλλαγής για δέματα χαμηλής αξίας και τέλους 3 ευρώ ανά είδος.

Η δομή του ελληνικού φορολογικού συστήματος παρουσιάζει μια διαρθρωτική ιδιαιτερότητα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς οι έμμεσοι φόροι –με κυριότερους τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και τους δασμούς– αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο των δημοσίων εσόδων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι εν λόγω φόροι καλύπτουν ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 40,7% και 44,4% του συνόλου των φορολογικών εσόδων της χώρας, την ίδια στιγμή που ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στο 31% με 33%. Η απόκλιση αυτή αναδεικνύει μια σαφή στρέβλωση στη φορολογική πολιτική, με την Ελλάδα να βασίζεται υπέρμετρα στην έμμεση φορολογία σε σύγκριση με τους άμεσους φόρους, σε αντίθεση με την πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών όπου η κατανομή είναι σαφώς πιο ισορροπημένη.

Οι τρεις πυλώνες της ελληνικής απόκλισης

Η υπερσυγκέντρωση των φορολογικών βαρών στην κατανάλωση δεν είναι τυχαία. Τρεις κύριοι παράγοντες εξηγούν την εν λόγω διαφοροποίηση. Πρώτον, η εκτεταμένη φοροδιαφυγή στον τομέα της φορολογίας εισοδήματος ανάγκασε διαχρονικά το κράτος να στραφεί προς τους έμμεσους φόρους, οι οποίοι εισπράττονται ευκολότερα και αναπόφευκτα κατά τη στιγμή της συναλλαγής. Δεύτερον, η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα υψηλότερα επίπεδα συντελεστών ΦΠΑ (24%) και ΕΦΚ (ιδίως στα καύσιμα και τα καπνικά προϊόντα) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που διογκώνει τεχνητά τη συμμετοχή τους στο ΑΕΠ. Τρίτον, η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από έντονη εξάρτηση από τον τουρισμό· η αυξημένη κατανάλωση εκατομμυρίων επισκεπτών σε τομείς όπως η εστίαση, η διαμονή και οι μεταφορές διοχετεύει σημαντικά πρόσθετα έσοδα στα δημόσια ταμεία μέσω του ΦΠΑ.

Ως αποτέλεσμα, ενώ η Ευρώπη επιδιώκει την εξισορρόπηση των εσόδων μέσω της άμεσης φορολογίας, η Ελλάδα εξαρτάται υπερβολικά από την κατανάλωση για να εξασφαλίσει σταθερή ρευστότητα. Παρόλο που οι έμμεσοι φόροι είναι εξαιρετικά αποτελεσματικοί στην είσπραξη, έχουν έντονα αναδιανεμητικές επιπτώσεις εις βάρος των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για την κάλυψη βασικών αναγκών.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο και τα μοντέλα φορολόγησης

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι έμμεσοι φόροι διέπονται από κοινούς κανόνες, αλλά η εφαρμογή τους ακολουθεί διαφορετικές φιλοσοφίες. Παρά τον ελάχιστο ευρωπαϊκό συντελεστή ΦΠΑ (15%), οι διακυμάνσεις είναι αξιοσημείωτες: το Λουξεμβούργο διατηρεί τον χαμηλότερο βασικό συντελεστή (17%), η Γερμανία 19%, ενώ χώρες όπως η Δανία, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Ουγγαρία επιβάλλουν συντελεστές από 25% έως 27%.

Το «βόρειο» μοντέλο, που εφαρμόζεται σε κράτη με ισχυρή φορολογική συμμόρφωση (π.χ. Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία), βασίζεται λιγότερο στους έμμεσους φόρους και περισσότερο στη φορολογία εισοδήματος και εταιρειών, με τους έμμεσους φόρους να καλύπτουν μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ. Αντίθετα, το «περιφερειακό τουριστικό» μοντέλο, που συναντάται σε χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης (π.χ. Κροατία, Ουγγαρία), στηρίζεται δυσανάλογα στην κατανάλωση, είτε για να αντισταθμίσει τη διαφυγή άμεσων φόρων, είτε για να αξιοποιήσει την τουριστική κατανάλωση, είτε λόγω χαμηλών εταιρικών συντελεστών. Όσον αφορά τους ΕΦΚ, αυτοί επιβάλλονται υποχρεωτικά σε καύσιμα, αλκοόλ και καπνικά, με τις βόρειες χώρες να τείνουν να προσθέτουν περιβαλλοντικούς «πράσινους» φόρους, ενώ οι χώρες του Νότου διατηρούν υψηλούς ΕΦΚ κυρίως για δημοσιονομικούς λόγους.

Οι προβλέψεις του Προϋπολογισμού 2027

Το προσχέδιο του κρατικού Προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει φορολογικά έσοδα ύψους 77,878 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,149 δισ. ευρώ ή 2,8% σε σύγκριση με την εκτίμηση για το 2026. Μεταξύ των κύριων πηγών εσόδων ξεχωρίζουν οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών, με προεξέχοντα τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Η εξέλιξή τους συνδέεται άμεσα με την πορεία της κατανάλωσης αλλά και με τις τιμές: όταν οι καταναλωτές πληρώνουν υψηλότερες ονομαστικές τιμές, αυξάνεται η φορολογητέα αξία επί της οποίας υπολογίζεται ο ΦΠΑ. Επομένως, η ακρίβεια μπορεί να ενισχύσει τις φορολογικές εισπράξεις χωρίς να μεταβληθούν οι συντελεστές, καθώς αν η τιμή ενός αγαθού αυξηθεί και η ποσότητα που αγοράζεται παραμείνει σταθερή, το ποσό του ΦΠΑ που αναλογεί στη συναλλαγή αυξάνεται αναλόγως.

Το προσχέδιο προβλέπει αύξηση της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,4% το 2026 και 1,5% το 2027, αποτυπώνοντας αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης σε όρους όγκου, ενώ η άνοδος των τιμών επηρεάζει την ονομαστική αξία των συναλλαγών και, κατ’ επέκταση, τη βάση είσπραξης του ΦΠΑ. Στην εκτίμηση για το 2026, η αύξηση των εσόδων από φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες ενίσχυσης των συνολικών φορολογικών εσόδων, τα οποία εκτιμώνται σε 75,729 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,085 δισ. ευρώ ή 2,8% έναντι του στόχου του Προϋπολογισμού. Σημαντικό μέρος αυτής της μεταβολής συνδέεται με υψηλότερα έσοδα από τον ΦΠΑ.

Για το 2027, ωστόσο, η εικόνα είναι ηπιότερη: οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται να αποφέρουν 42,431 δισ. ευρώ, μόλις 179 εκατ. ευρώ ή 0,4% περισσότερα από την εκτίμηση του 2026. Η πρόβλεψη για τον ΦΠΑ το 2027 ανέρχεται σε 30,581 δισ. ευρώ, μειωμένη κατά 196 εκατ. ευρώ σε σχέση με την εκτίμηση του 2026, γεγονός που δεν συνεπάγεται πρόβλεψη μείωσης των τιμών. Αντίθετα, τα έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης προβλέπεται να αυξηθούν κατά 136 εκατ. ευρώ, φθάνοντας στα 7,312 δισ. ευρώ. Οι ΕΦΚ επιβαρύνουν συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων και η πορεία των εσόδων τους επηρεάζεται από τη φορολογική βάση, τις καταναλισκόμενες ποσότητες και τις τιμές· το προσχέδιο καταγράφει την προβλεπόμενη αύξηση χωρίς να αναλύει πόση από αυτήν οφείλεται στην ακρίβεια και πόση σε άλλες μεταβολές, επομένως δεν μπορεί να αποδοθεί ολόκληρη η άνοδος σε έναν μόνο παράγοντα.

Αύξηση προβλέπεται και στους φόρους και δασμούς επί εισαγωγών, από 460 εκατ. ευρώ το 2026 σε 533 εκατ. ευρώ το 2027. Το προσχέδιο συνδέει κυρίως τη μεταβολή με την πλήρη εφαρμογή, για ολόκληρο το 2027, του ενωσιακού μέτρου για τα δέματα χαμηλής αξίας από τρίτες χώρες, το οποίο προβλέπει την κατάργηση της απαλλαγής από δασμούς και την επιβολή τέλους 3 ευρώ ανά είδος. Στην περίπτωση αυτή, η αύξηση των εσόδων οφείλεται κυρίως στην εφαρμογή του μέτρου και όχι στην άνοδο των τιμών.