Το Μέγαρο Μαξίμου στοιβάζει σε μία εβδομαδιαία ανασκόπηση τη Μαρφίν, το casus belli, τα εξοπλιστικά, τα τρένα και τις επενδύσεις. Μόνο που η πραγματική χώρα δεν χωρά σε επικοινωνιακούς καταλόγους επιτυχιών.
Γράφει: ο Νίκος Κυριακάκης
Υπάρχουν δύο Ελλάδες.
Η μία κατοικεί στις εβδομαδιαίες αναρτήσεις του πρωθυπουργού. Εκεί όλα προχωρούν, όλα εκσυγχρονίζονται, όλα χρηματοδοτούνται. Οι επενδύσεις σπάνε ρεκόρ, η Δικαιοσύνη επιταχύνεται, οι Ένοπλες Δυνάμεις ενισχύονται, καινούργια τρένα φτάνουν, δορυφόροι εκτοξεύονται και οι μεταρρυθμίσεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Η άλλη Ελλάδα κατοικεί στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων, στο ενοίκιο, στον λογαριασμό του ρεύματος, στην αναμονή ενός νοσοκομείου και στην αγωνία της μικρής επιχείρησης.
Αυτή η δεύτερη Ελλάδα δεν διαβάζει πίνακες απορρόφησης. Μετρά τι απομένει στην τσέπη της.
Η εβδομαδιαία ανασκόπηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μεθόδου με την οποία το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να οικοδομήσει την εικόνα μιας κυβέρνησης που ελέγχει τα πάντα. Σε ένα ενιαίο επικοινωνιακό πακέτο τοποθετήθηκαν οι συλλήψεις για τη Μαρφίν, η τουρκική απειλή πολέμου, οι αμυντικές δαπάνες των 28 δισ. ευρώ, οι επενδύσεις, οι μειώσεις στα καύσιμα, τα νέα τρένα και το Ταμείο Ανάκαμψης.
Πρόκειται για πολιτικό μοντάζ. Όχι για απολογισμό πραγματικών αποτελεσμάτων.
Η Μαρφίν δεν είναι κυβερνητικό τρόπαιο
Η εξέλιξη των ερευνών για το έγκλημα της Μαρφίν είναι σοβαρή. Οι οικογένειες των θυμάτων δικαιούνται αλήθεια και Δικαιοσύνη. Η κοινωνία δικαιούται να μάθει ποιοι ευθύνονται για τον θάνατο της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, του Επαμεινώνδα Τσάκαλη και της Παρασκευής Ζούλια.
Η υπόθεση, όμως, δεν προσφέρεται για κομματική ιδιοποίηση.
Οι συλλήψεις έγιναν δεκαέξι χρόνια μετά το έγκλημα. Οι συλληφθέντες είναι κατηγορούμενοι και τον τελικό λόγο έχουν οι δικαστικές αρχές. Αυτό αναγνώρισε ακόμη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός.
Δεν απονέμει η κυβέρνηση τη Δικαιοσύνη. Δεν εκδίδει το Μέγαρο Μαξίμου δικαστικές αποφάσεις. Δεν μπορεί μια αστυνομική και δικαστική εξέλιξη να μετατρέπεται σε μετάλλιο κυβερνητικής αποτελεσματικότητας.
Ένα πραγματικά αποτελεσματικό κράτος δεν πανηγυρίζει επειδή, ύστερα από δεκαέξι χρόνια, φτάνει στην πόρτα υπόπτων. Αναρωτιέται γιατί χρειάστηκαν δεκαέξι χρόνια.
Το κράτος δικαίου αποδεικνύεται με την ταχύτητα, την ανεξαρτησία και την πληρότητα της έρευνας. Όχι με την ταχύτητα της πρωθυπουργικής ανάρτησης.
Τριάντα ένα χρόνια casus belli και ακόμη ανταλλάσσουμε δηλώσεις
Ανάλογη είναι η εικόνα στα ελληνοτουρκικά.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το τουρκικό casus belli «ιστορική ανορθογραφία». Σωστή διαπίστωση. Μόνο που η εξωτερική πολιτική κρίνεται από τα αποτελέσματα και όχι από την ευστοχία των χαρακτηρισμών.
Η απειλή πολέμου παραμένει ενεργή από το 1995. Η Τουρκία εξακολουθεί να απειλεί την Ελλάδα σε περίπτωση άσκησης του νόμιμου δικαιώματός της να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη στα δώδεκα ναυτικά μίλια, όπως προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας.
Τριάντα ένα χρόνια μετά, η απειλή παραμένει.
Η χώρα δαπανά 3,5% του ΑΕΠ για την άμυνα και υλοποιεί πρόγραμμα εξοπλισμών ύψους 28 δισ. ευρώ. Αυτά τα χρήματα μπορεί να είναι αναγκαία για την αποτροπή. Είναι όμως χρήματα του ελληνικού λαού. Απαιτούν λογοδοσία, εγχώρια προστιθέμενη αξία, συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και μετρήσιμο διπλωματικό αποτέλεσμα.
Δεν γίνεται η κυβέρνηση να παρουσιάζει ως εθνικό θρίαμβο τη συμμετοχή της Ελλάδας στις νατοϊκές δεσμεύσεις, ενώ ένας άλλος σύμμαχος του ΝΑΤΟ διατηρεί επίσημη απειλή πολέμου εναντίον της.
Η Ελλάδα μπορεί να χαρακτηρίζεται «αξιόπιστος σύμμαχος». Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο οι σύμμαχοι αποδεικνύονται αξιόπιστοι απέναντι στην Ελλάδα.
Η επανάληψη ότι το casus belli είναι απαράδεκτο δεν αποτελεί επιτυχία. Επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα παραμένει άλυτο.
Ο πληθωρισμός δεν διαβάζει τις αναρτήσεις του Μαξίμου
Το μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στο κυβερνητικό αφήγημα και στην πραγματικότητα βρίσκεται στην οικονομία.
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε τον Ιούνιο του 2026 ετήσιο πληθωρισμό 4,4%. Την ίδια στιγμή, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% το πρώτο τρίμηνο και η ανεργία υποχώρησε στο 8,1%, όμως ο όγκος του λιανικού εμπορίου εμφάνισε ετήσια μείωση 0,1% τον Απρίλιο.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα: κάποιοι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, ενώ η κατανάλωση και η αγοραστική δύναμη εξακολουθούν να πιέζονται.
Η ανάπτυξη που δεν φτάνει στο νοικοκυριό παραμένει αριθμός σε κυβερνητική παρουσίαση.
Ο πολίτης δεν ζει με τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ. Δεν πληρώνει το ενοίκιο με την επενδυτική βαθμίδα. Δεν γεμίζει το καλάθι του με τα ορόσημα του Ταμείου Ανάκαμψης.
Τα ευρωπαϊκά στοιχεία είναι αμείλικτα. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, υπολογισμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, βρισκόταν το 2025 στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα και η Βουλγαρία καταγράφηκαν στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ.
Ακόμη βαρύτερη είναι η εικόνα στη στέγαση. Το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης απορροφούσε περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτοί είναι επίσης οικονομικοί δείκτες.
Απλώς δεν είναι εκείνοι που προτιμά να αναδεικνύει το Μέγαρο Μαξίμου.
Δέκα λεπτά φθηνότερη βενζίνη και εκατοντάδες ευρώ ακριβότερη ζωή
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι, ύστερα από συνεννόηση με τα δύο ελληνικά διυλιστήρια, η βενζίνη θα μειωθεί κατά δέκα λεπτά το λίτρο και το ντίζελ κατά πέντε λεπτά έως το τέλος Αυγούστου. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής δεν είχαν ακόμη παρουσιαστεί.
Κάθε μείωση είναι καλοδεχούμενη. Η σοβαρή οικονομική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να περιορίζεται σε προσωρινές συμφωνίες και ημερομηνίες λήξης.
Δέκα λεπτά στο λίτρο δεν αποτελούν απάντηση σε μια σωρευτική κρίση ακρίβειας που έχει συμπιέσει επί χρόνια τα πραγματικά εισοδήματα. Είναι ένα προσωρινό επίθεμα. Μια παρέμβαση χρήσιμη για την επικοινωνία του Αυγούστου, χωρίς εγγύηση για τον Σεπτέμβριο.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα επιβραδυνθεί στο 1,8% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,7%, καθώς το ενεργειακό σοκ περιορίζει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και την κατανάλωση.
Αυτή η πρόβλεψη δεν περιγράφει οικονομία που έχει λύσει το πρόβλημα της ακρίβειας. Περιγράφει οικονομία ευάλωτη στις διεθνείς αναταράξεις και κοινωνία με περιορισμένες αντοχές.
Οι επενδύσεις είναι θετικές — αρκεί να γνωρίζουμε τι αγοράζουν
Η αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων είναι αναμφίβολα θετική. Τα καθαρά κεφάλαια που εισέρρευσαν στην Ελλάδα το 2025 έφτασαν, με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, περίπου τα 11,4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 62,2% σε σύγκριση με το 2024.
Ο αριθμός, όμως, δεν απαντά σε όλα.
Άλλο είναι μια νέα παραγωγική μονάδα που δημιουργεί τεχνογνωσία, εξαγωγές και σταθερές θέσεις εργασίας. Άλλο η αγορά ακινήτων. Άλλο η εξαγορά μιας υφιστάμενης επιχείρησης. Άλλο η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από ελληνικά σε ξένα κεφάλαια.
Η πραγματική αναπτυξιακή αξία των επενδύσεων εξαρτάται από το κατά πόσο δημιουργούν παραγωγική δυνατότητα, θέσεις εργασίας, δεξιότητες και μεταφορά τεχνολογίας.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα δισεκατομμύρια εισήλθαν.
Το ερώτημα είναι πού πήγαν, τι δημιούργησαν, ποιους μισθούς πλήρωσαν και πόσο ελληνικό πλούτο παρήγαγαν.
Η χώρα χρειάζεται επενδυτές. Δεν χρειάζεται απλώς αγοραστές.
Οι πολλές συμβάσεις δεν σημαίνουν δίκαιη κατανομή χρημάτων
Παρόμοιο παιχνίδι αριθμών παρατηρείται στο Ταμείο Ανάκαμψης.
Η κυβέρνηση απαντά στην κριτική για τη συγκέντρωση των πόρων υποστηρίζοντας ότι έξι στις δέκα δανειακές συμβάσεις αφορούν μικρές, πολύ μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Αυτό είναι αριθμός συμβάσεων. Δεν είναι αριθμός χρημάτων.
Εκατό μικρά δάνεια μπορεί να αντιστοιχούν σε μικρότερο συνολικό ποσό από δύο χρηματοδοτήσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Χωρίς πλήρη δημοσιοποίηση του ύψους των χρηματοδοτήσεων, των τελικών δικαιούχων και των αποτελεσμάτων των επενδύσεων, η αναφορά στον αριθμό των συμβάσεων είναι λογιστικό τέχνασμα.
Η απορρόφηση χρημάτων δεν αποτελεί από μόνη της αναπτυξιακή πολιτική. Το αποτέλεσμα μετρά: νέες επιχειρήσεις, νέες θέσεις εργασίας, αύξηση παραγωγικότητας, ενίσχυση της περιφέρειας και πραγματικός ανταγωνισμός.
Καινούργια τρένα σε παλιές παθογένειες
Ο πρωθυπουργός παρουσίασε και την παραλαβή του πρώτου από τα 25 νέα υβριδικά τρένα ως βήμα εκσυγχρονισμού.
Προφανώς, η ανανέωση του τροχαίου υλικού είναι αναγκαία. Ένα ασφαλές σιδηροδρομικό σύστημα, όμως, δεν δημιουργείται μόνο με καινούργιους συρμούς.
Χρειάζεται ολοκληρωμένη σηματοδότηση, τηλεδιοίκηση, συντήρηση, εκπαιδευμένο προσωπικό, σαφείς διαδικασίες και πραγματική εποπτεία.
Το κράτος έχει την τάση να φωτογραφίζεται δίπλα στα καινούργια μηχανήματα και να αποφεύγει τη φωτογραφία δίπλα στις παλιές δυσλειτουργίες.
Αυτό δεν είναι εκσυγχρονισμός. Είναι βιτρίνα εκσυγχρονισμού.
Η χώρα δεν κυβερνάται με εβδομαδιαίους καταλόγους
Κανείς δεν αρνείται ότι γίνονται έργα, ότι υπάρχουν θετικές εξελίξεις ή ότι ορισμένοι δείκτες βελτιώνονται.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν κάθε αποσπασματική εξέλιξη παρουσιάζεται ως απόδειξη συνολικής επιτυχίας και κάθε αποτυχία αποδίδεται σε διεθνείς κρίσεις, προηγούμενες κυβερνήσεις ή έκτακτες συνθήκες.
Η κυβέρνηση θέλει να πιστέψουμε ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία μεταρρυθμίζεται με ταχύτητα. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν μια χώρα που αναπτύσσεται, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά σε ευρωπαϊκή αγοραστική δύναμη, να καταγράφει το μεγαλύτερο στεγαστικό βάρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να αντιμετωπίζει πληθωρισμό 4,4%.
Θέλει να πιστέψουμε ότι η εξωτερική πολιτική παράγει κύρος. Το casus belli παραμένει ενεργό.
Θέλει να πιστέψουμε ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί υποδειγματικά. Η Μαρφίν περίμενε δεκαέξι χρόνια για μια κρίσιμη εξέλιξη.
Θέλει να πιστέψουμε ότι ο σιδηρόδρομος εκσυγχρονίζεται επειδή έφτασε ένα καινούργιο τρένο.
Θέλει να πιστέψουμε ότι η ακρίβεια αντιμετωπίζεται επειδή ανακοινώθηκε προσωρινή έκπτωση δέκα λεπτών στη βενζίνη.
Η πραγματική πολιτική, όμως, δεν μετριέται με ανακοινώσεις. Μετριέται με αποτελέσματα.
Στην ασφάλεια του πολίτη. Στην άμυνα της χώρας. Στην τιμή του ψωμιού. Στο ύψος του ενοικίου. Στον καθαρό μισθό. Στην ποιότητα των νοσοκομείων. Στην αξιοπιστία των τρένων. Στην εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη.
Το Μέγαρο Μαξίμου μπορεί να συνεχίσει να κατασκευάζει την Ελλάδα των εβδομαδιαίων επιτυχιών.
Η κοινωνία, όμως, ζει καθημερινά στην Ελλάδα των ανεξόφλητων λογαριασμών.
Και στο τέλος, αυτή η Ελλάδα ψηφίζει.