18 Ιουνίου 2026

Data centers: Επενδύσεις, ενέργεια και δίκτυα

Στο κατώφλι μιας νέας ψηφιακής εποχής, η Ελλάδα επιχειρεί να διεκδικήσει θέση στον χάρτη των ευρωπαϊκών data centers, αν και παραμένει ακόμη έξω από τον σκληρό πυρήνα της αγοράς. Η χώρα, ωστόσο, κερδίζει σταδιακά μεγαλύτερη ορατότητα στα επενδυτικά σχέδια διεθνών ομίλων, καθώς οι ώριμοι ευρωπαϊκοί κόμβοι έχουν αρχίσει να εξαντλούν τα όριά τους.

Οι παραδοσιακές αγορές της Φρανκφούρτης, του Λονδίνου, του Άμστερνταμ, του Παρισιού και του Δουβλίνου αντιμετωπίζουν πλέον κορεσμό σε γη, δίκτυα, ενεργειακή διαθεσιμότητα και αδειοδοτικές δυνατότητες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα εμφανίζεται ως υποψήφιος περιφερειακός κόμβος για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με την Αθήνα να έχει ήδη συγκροτήσει μια πρώτη κρίσιμη μάζα εγκαταστάσεων.

Σήμερα στη χώρα λειτουργούν 17 ιδιωτικά και 4 δημόσια κέντρα δεδομένων, ενώ έως το 2030 δρομολογούνται περισσότερα από 20 νέα έργα από hyperscalers και εξειδικευμένους παρόχους ψηφιακών υποδομών. Η δυναμική αυτή στηρίζεται σε έναν συνδυασμό γεωγραφικών, ενεργειακών και τεχνολογικών παραμέτρων που καθιστούν την Ελλάδα πιο ορατή σε μια αγορά που αναζητά νέους χώρους ανάπτυξης.

Η θέση της χώρας στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ανάγκη για υποδομές cloud, τεχνητής νοημοσύνης και αποθήκευσης δεδομένων, δημιουργεί επενδυτικό παράθυρο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να αξιοποιήσει αυτή την ευκαιρία με υποδομές, ενεργειακό σχεδιασμό και δίκτυα ικανά να στηρίξουν τη νέα ζήτηση.

Η Αττική στο επίκεντρο των επενδύσεων

Η Αττική παραμένει ο βασικός πυρήνας ανάπτυξης των data centers στην Ελλάδα. Η Microsoft αναπτύσσει υποδομές σε Σπάτα και Κορωπί, ενώ η Google και η Amazon Web Services έχουν ανακοινώσει σχέδια για cloud υποδομές. Η Digital Realty ενισχύει την παρουσία της, καθώς λειτουργεί ήδη τρία data centers και προετοιμάζει τέταρτο στο Κορωπί και πέμπτο στην Κρήτη.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Lancom, ενώ νέα σημεία εγκατάστασης, κυρίως στην Αττική, εξετάζει η Data4. Παράλληλα, η Sparkle λειτουργεί τέσσερα κέντρα δεδομένων, ενώ μεγάλη επένδυση έχει σχεδιάσει και η DAMAC Group σε συνεργασία με τη ΔΕΗ.

Από τα 21 κέντρα δεδομένων που λειτουργούν σήμερα στη χώρα, συνολικής ισχύος 44,1 MW, τα 34,1 MW συγκεντρώνονται στην Αττική. Η συγκέντρωση αυτή δείχνει τη βαρύτητα της πρωτεύουσας, αναδεικνύει όμως και τον κίνδυνο υπερφόρτωσης μιας περιοχής που ήδη δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση σε αιτήματα σύνδεσης και ηλεκτρικό χώρο.

Σύμφωνα με εμπιστευτική μελέτη μεγάλου συμβουλευτικού οίκου που εκπονήθηκε για λογαριασμό της κυβέρνησης, οι προοπτικές έως το 2030 είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Με βάση το επενδυτικό ενδιαφέρον που έχει εκδηλωθεί, η νέα εγκατεστημένη ισχύς των κέντρων δεδομένων θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 1.000 MW και, υπό ευνοϊκές προϋποθέσεις, να προσεγγίσει τα 1.800 MW.

Η αναπτυξιακή δυναμική δεν περιορίζεται στην Αττική. Η Δυτική Μακεδονία αναδεικνύεται σε βασικό εναλλακτικό πόλο, καθώς διαθέτει ενεργειακή υποδομή, βιομηχανικές εκτάσεις και περιοχές που απελευθερώνονται λόγω της απολιγνιτοποίησης. Το νέο παραγωγικό μοντέλο της περιοχής συνδέεται πλέον και με την προσέλκυση μεγάλων ψηφιακών υποδομών.

Στον χώρο του πρώην λιγνιτικού σταθμού Αγίου Δημητρίου στην Κοζάνη, η ΔΕΗ σχεδιάζει εγκατάσταση data center ισχύος 300 MW, με δυνατότητα επέκτασης έως τα 1.000 MW. Το επόμενο διάστημα αναμένεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, συμφωνία με hyperscalers, η οποία θα σηματοδοτήσει την έναρξη της κατασκευαστικής περιόδου του έργου.

Το εγχείρημα θα βασιστεί στο μοντέλο «πίσω από τον μετρητή». Αυτό σημαίνει ότι η τροφοδοσία της εγκατάστασης θα γίνεται απευθείας από φωτοβολταϊκά και άλλες μονάδες ΑΠΕ που αναπτύσσει η ΔΕΗ στην περιοχή, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση του εθνικού συστήματος μεταφοράς και των τοπικών δικτύων διανομής.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, μιλώντας στο περιθώριο του ετήσιου συνεδρίου της Eurelectric στο Ελσίνκι, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει τα λάθη που καταγράφηκαν σε αγορές όπως η Βιρτζίνια και το Δουβλίνο. Όπως επισήμανε, η πρόσθετη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers πρέπει να καλύπτεται από νέες ΑΠΕ.

Πέρα από την Αττική και τη Δυτική Μακεδονία, προοπτικές εμφανίζουν η Θεσσαλία και η Στερεά Ελλάδα, καθώς διαθέτουν ηλεκτρικό χώρο και δυνατότητες σύνδεσης νέων εγκαταστάσεων. Η Πελοπόννησος και η Κρήτη προσελκύουν επίσης ενδιαφέρον, κυρίως για edge και μεσαίας κλίμακας data centers, λόγω της αναβάθμισης των τηλεπικοινωνιακών υποδομών και της διέλευσης διεθνών υποβρύχιων καλωδίων.

Κινητικότητα υπάρχει και στον δημόσιο τομέα. Στα έργα που ξεχωρίζουν περιλαμβάνεται η εγκατάσταση του υπερυπολογιστή «Δαίδαλος» στο Τεχνολογικό Πάρκο Λαυρίου του ΕΜΠ, καθώς και η ανάπτυξη του «Pharos», της ελληνικής συμμετοχής στο ευρωπαϊκό δίκτυο AI Factories, που φιλοδοξεί να αποτελέσει κρίσιμη υποδομή για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Το ενεργειακό στοίχημα και ο κίνδυνος κόστους

Η ενέργεια αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για τη βιωσιμότητα των νέων επενδύσεων. Τα data centers είναι εγκαταστάσεις μεγάλης κατανάλωσης, με αυξημένες ανάγκες για ηλεκτροδότηση, ψύξη και αδιάλειπτη λειτουργία. Η σύνδεσή τους με φωτοβολταϊκά, συστήματα αποθήκευσης και νέες ΑΠΕ μπορεί να μειώσει το λειτουργικό κόστος, να βελτιώσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά τους.

Σύμφωνα με μελέτη της PwC για λογαριασμό της κυβέρνησης, τα μεγαλύτερα περιθώρια σύνδεσης νέων data centers εντοπίζονται στη Δυτική Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα. Αντίθετα, η Αττική, η Κρήτη και η Πελοπόννησος, παρότι συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, διαθέτουν περιορισμένο ηλεκτρικό χώρο στα δίκτυα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι περισσότερο από το 70% των αιτημάτων σύνδεσης αφορά την Αττική. Για την αποσυμφόρηση των ήδη επιβαρυμένων περιοχών, η μελέτη εισηγείται αδειοδοτικά, φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα, ώστε μέρος των νέων έργων να κατευθυνθεί σε περιοχές με μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ισχύος, όπως η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Στερεά Ελλάδα, η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη.

Η πίεση προς τα ηλεκτρικά δίκτυα αποτυπώνεται ήδη στα αιτήματα σύνδεσης. Μέχρι σήμερα έχουν κατατεθεί 16 αιτήματα στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ, συνολικής ισχύος περίπου 220 MW, και 13 αιτήματα στο σύστημα του ΑΔΜΗΕ, που αντιστοιχούν σε περίπου 800 MW. Παράλληλα, η αγορά έχει ανακοινώσει επενδύσεις που προσεγγίζουν τα 730 MW.

Σύμφωνα με τη μελέτη, αν επιβεβαιωθούν τα πιο φιλόδοξα επενδυτικά σενάρια, ενδέχεται να απαιτηθούν επεκτάσεις δικτύων συνολικής ισχύος έως και 3,5 GW. Το μέγεθος αυτό δείχνει ότι η ανάπτυξη των data centers δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα. Αγγίζει τον πυρήνα του ενεργειακού σχεδιασμού, της χωροθέτησης και της κατανομής του κόστους.

Οι hyperscalers αναζητούν πλέον νέες τοποθεσίες έξω από τα κορεσμένα ευρωπαϊκά hubs. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους προορισμούς που εξετάζονται, μαζί με χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, όπως η Νορβηγία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Δανία και η Ισλανδία. Οι χώρες αυτές διαθέτουν χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, γη, υποδομές και ψυχρότερες κλιματικές συνθήκες, που μειώνουν τις ανάγκες ψύξης των εγκαταστάσεων.

Οι προκλήσεις για την Ελλάδα παραμένουν σημαντικές. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Twin Transition Commitments», που υπέγραψαν στο Ελσίνκι η Eurelectric και η Google, οι δύο πλευρές δεσμεύθηκαν να συνεργαστούν για τη βιώσιμη ανάπτυξη των data centers και την ομαλή ενσωμάτωσή τους στα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα.

Ο βασικός κίνδυνος συνδέεται με την απότομη αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Αν η πρόσθετη κατανάλωση δεν καλυφθεί από νέες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, μπορεί να αυξηθεί η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα και να επιβραδυνθεί η απανθρακοποίηση. Παράλληλα, η πίεση στα δίκτυα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διακοπών και να δημιουργήσει νέα σημεία συμφόρησης.

Το πλέον ευαίσθητο ζήτημα αφορά την κατανομή του κόστους. Οι επενδύσεις που απαιτούνται για την αναβάθμιση των δικτύων είναι μεγάλες και, χωρίς σαφές πλαίσιο, υπάρχει κίνδυνος μέρος του βάρους να μετακυλιστεί στους καταναλωτές. Η εμπειρία της Βιρτζίνια στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει ήδη δείξει ότι η άναρχη ανάπτυξη data centers μπορεί να φορτώσει σημαντικό κόστος στα δίκτυα και, τελικά, στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.

Η Ελλάδα έχει μπροστά της μια πραγματική επενδυτική ευκαιρία. Για να μετατραπεί, όμως, σε βιώσιμο data hub της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, χρειάζεται χωροταξικό σχέδιο, νέες ΑΠΕ, αποθήκευση, ισχυρά δίκτυα και δίκαιη κατανομή του κόστους. Χωρίς αυτά, η ψηφιακή μετάβαση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε νέα πηγή πίεσης για το ενεργειακό σύστημα και τους καταναλωτές.