Η αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026 κατέγραψε μία από τις σοβαρότερες διακοπές επιχειρησιακής συνέχειας στον τομέα της εναέριας κυκλοφορίας των τελευταίων δεκαετιών. Για αρκετές ώρες, ο ελληνικός εναέριος χώρος τέθηκε σε καθεστώς πλήρους περιορισμού, με τις επικοινωνίες να καθίστανται προβληματικές και την εναέρια κυκλοφορία να αναστέλλεται προληπτικά, έως ότου αποκατασταθεί η λειτουργία κρίσιμων συστημάτων.
Το επίσημο πόρισμα της Ειδικής Επιτροπής Διερεύνησης αποτυπώνει ότι το περιστατικό δεν αποτέλεσε μεμονωμένη τεχνική δυσλειτουργία, αλλά το αποτέλεσμα συσσωρευμένων αδυναμιών σε υποδομές και διαδικασίες που υποστηρίζουν έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς δημόσιας ασφάλειας.
Το περιστατικό οδήγησε σε εφαρμογή καθεστώτος zero rate στον ελληνικό εναέριο χώρο για αρκετές ώρες, έως ότου αποκατασταθεί η δυνατότητα επικοινωνίας. Η Επιτροπή περιγράφει ότι η κρίση εκδηλώθηκε στις 08:58, όταν στα Κέντρα Ελέγχου Περιοχής Αθηνών και Μακεδονίας διαπιστώθηκε εκτεταμένο μπλοκάρισμα ραδιοσυχνοτήτων. Οι κύριες, οι εφεδρικές και οι συχνότητες έκτακτης ανάγκης καταλήφθηκαν από συνεχόμενο θόρυβο, με αποτέλεσμα τη σοβαρή υποβάθμιση της επικοινωνίας αέρος-εδάφους και την ταυτόχρονη διακοπή τηλεπικοινωνιακών ζεύξεων εδάφους-εδάφους, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στη διασύνδεση με γειτονικά FIR και διεθνή αεροδρόμια.
Η διερεύνηση καταγράφει ότι το φαινόμενο προήλθε από αποσυγχρονισμό πολλών ετερογενών τηλεπικοινωνιακών διατάξεων και διεπαφών που συγκλίνουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ στο Ελληνικό. Ο αποσυγχρονισμός αυτός οδήγησε σε ακούσια και συνεχόμενη ενεργοποίηση μεγάλου αριθμού πομπών της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, με αποτέλεσμα την κατάληψη κρίσιμων συχνοτήτων αεροναυτιλίας και τον αποκλεισμό σημαντικών τμημάτων του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Την ίδια χρονική περίοδο, περίπου ογδόντα αεροσκάφη βρίσκονταν ήδη εντός του FIR Αθηνών, ενώ δεκάδες ακόμη είχαν προγραμματιστεί να εισέλθουν.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται από το πόρισμα στη φύση της υφιστάμενης τεχνολογικής υποδομής. Το Σύστημα Επικοινωνιών Φωνής της Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, καθώς και τα τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα που το υποστηρίζουν, βασίζονται σε τεχνολογία SDH και σε αναλογικά κυκλώματα, τα οποία έχουν τεθεί εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ήδη από το 2019 είχε επισημανθεί από τον ΟΤΕ η αδυναμία των συγκεκριμένων συστημάτων να παρέχουν εγγυήσεις αξιοπιστίας και απρόσκοπτης λειτουργίας.
Η διαδικασία διάγνωσης της βλάβης παρουσίασε σημαντικές καθυστερήσεις, γεγονός που αποδίδεται στην απουσία τηλεμετρίας από άκρο σε άκρο και στη μη ύπαρξη μηχανισμών συστηματικής καταγραφής σφαλμάτων. Παράλληλα, τα κέντρα λειτουργίας εμφάνιζαν τα κυκλώματα ως λειτουργικά, ενώ στην πράξη υπήρχαν σοβαρές δυσλειτουργίες. Το πόρισμα αναφέρει επίσης ότι η συνεργασία μεταξύ ΥΠΑ και παρόχου τηλεπικοινωνιών δεν διέθετε κοινό μηχανισμό άμεσης απόκρισης και τυποποιημένες διαδικασίες διαχείρισης κρίσεων, στοιχείο που συνέβαλε στη χρονική επιμήκυνση του προβλήματος. Η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας επήλθε στις 16:53, έπειτα από επανεκκινήσεις και επαναδρομολόγηση της κίνησης στο δίκτυο κορμού.
Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των πτήσεων, η Επιτροπή καταγράφει ότι δεν διαπιστώθηκε κυβερνοεπίθεση, μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση ή εσκεμμένη παρεμβολή τρίτων. Οι έλεγχοι της ΕΕΤΤ απέκλεισαν την ύπαρξη παράνομων εκπομπών και το συμβάν κατατάχθηκε στη χαμηλότερη κατηγορία διακινδύνευσης, χωρίς παραβίαση ελάχιστων διαχωρισμών. Οι διαδικασίες zero rate εφαρμόστηκαν προληπτικά και διασφάλισαν ότι κανένα αεροσκάφος δεν εκτέθηκε σε άμεσο επιχειρησιακό κίνδυνο.
Το πόρισμα ολοκληρώνεται με συγκεκριμένες συστάσεις που αφορούν την αναβάθμιση της τεχνολογικής υποδομής και την ενίσχυση της επιχειρησιακής αξιοπιστίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η επιτάχυνση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP, η ολοκλήρωση της εγκατάστασης νέου VCS/RCS και των προβλεπόμενων πομποδεκτών, η θεσμοθέτηση κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης μεταξύ ΥΠΑ και παρόχου τηλεπικοινωνιών, καθώς και η καθιέρωση τακτικών δοκιμών και εκπαίδευσης υπό την εποπτεία της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση της τηλεμετρίας και του τηλεχειρισμού, η αυξημένη εποπτεία του ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ και η μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων των ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, η θέση της ΝΙΚΗ, όπως διατυπώθηκε από τον πρόεδρό της, Δημήτρη Νατσιό εστιάζει στη διαχρονική ανάγκη θεσμικής επανεξέτασης του τρόπου με τον οποίο διαχειρίζονται οι στρατηγικές υποδομές της χώρας. Η λειτουργία των συστημάτων εναέριας κυκλοφορίας, όπως προκύπτει από το πόρισμα, εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από τεχνολογίες που έχουν παύσει να υποστηρίζονται και από δομές συνεργασίας που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις σύνθετων επιχειρησιακών καταστάσεων.
Το γεγονός αυτό ανέδειξε με ωμό τρόπο το ζήτημα της κρατικής ευθύνης στη διαχείριση κρίσιμων υποδομών ασφάλειας. Η λειτουργία του εναέριου χώρου στηρίχθηκε σε συστήματα γνωστής τεχνολογικής κόπωσης και σε δομές συνεργασίας που δεν παρείχαν την απαιτούμενη ετοιμότητα σε συνθήκες κρίσης. Η απουσία έγκαιρης πρόληψης, η καθυστέρηση αναβάθμισης υποδομών και η ανοχή στη διατήρηση παρωχημένων τεχνολογιών συνιστούν στοιχεία κυβερνητικής ανευθυνότητας, τα οποία δεν αποτιμώνται μόνο σε τεχνικούς όρους, αλλά σε επίπεδο δημόσιας ασφάλειας.
Όταν η ακεραιότητα της εναέριας κυκλοφορίας εξαρτάται από συστήματα που έχουν πάψει να υποστηρίζονται και από διαδικασίες που δεν δοκιμάζονται επαρκώς, η χώρα εκτίθεται σε κινδύνους που υπερβαίνουν το επίπεδο ενός μεμονωμένου συμβάντος και αγγίζουν τον πυρήνα της θεσμικής της αξιοπιστίας.
Η ΝΙΚΗ υπογραμμίζει ότι οι τομείς των μεταφορών, των επικοινωνιών και της ενέργειας συνιστούν υποδομές εθνικής σημασίας και απαιτούν ενιαίο σχεδιασμό, διαρκή τεχνική επάρκεια και ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο, ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία τους προς όφελος της κοινωνίας και της εθνικής ασφάλειας.
Η αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026 κατέγραψε μία από τις σοβαρότερες διακοπές επιχειρησιακής συνέχειας στον τομέα της εναέριας κυκλοφορίας των τελευταίων δεκαετιών. Για αρκετές ώρες, ο ελληνικός εναέριος χώρος τέθηκε σε καθεστώς πλήρους περιορισμού, με τις επικοινωνίες να καθίστανται προβληματικές και την εναέρια κυκλοφορία να αναστέλλεται προληπτικά, έως ότου αποκατασταθεί η λειτουργία κρίσιμων συστημάτων.
Το επίσημο πόρισμα της Ειδικής Επιτροπής Διερεύνησης αποτυπώνει ότι το περιστατικό δεν αποτέλεσε μεμονωμένη τεχνική δυσλειτουργία, αλλά το αποτέλεσμα συσσωρευμένων αδυναμιών σε υποδομές και διαδικασίες που υποστηρίζουν έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς δημόσιας ασφάλειας.
Το περιστατικό οδήγησε σε εφαρμογή καθεστώτος zero rate στον ελληνικό εναέριο χώρο για αρκετές ώρες, έως ότου αποκατασταθεί η δυνατότητα επικοινωνίας. Η Επιτροπή περιγράφει ότι η κρίση εκδηλώθηκε στις 08:58, όταν στα Κέντρα Ελέγχου Περιοχής Αθηνών και Μακεδονίας διαπιστώθηκε εκτεταμένο μπλοκάρισμα ραδιοσυχνοτήτων. Οι κύριες, οι εφεδρικές και οι συχνότητες έκτακτης ανάγκης καταλήφθηκαν από συνεχόμενο θόρυβο, με αποτέλεσμα τη σοβαρή υποβάθμιση της επικοινωνίας αέρος-εδάφους και την ταυτόχρονη διακοπή τηλεπικοινωνιακών ζεύξεων εδάφους-εδάφους, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στη διασύνδεση με γειτονικά FIR και διεθνή αεροδρόμια.
Η διερεύνηση καταγράφει ότι το φαινόμενο προήλθε από αποσυγχρονισμό πολλών ετερογενών τηλεπικοινωνιακών διατάξεων και διεπαφών που συγκλίνουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ στο Ελληνικό. Ο αποσυγχρονισμός αυτός οδήγησε σε ακούσια και συνεχόμενη ενεργοποίηση μεγάλου αριθμού πομπών της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, με αποτέλεσμα την κατάληψη κρίσιμων συχνοτήτων αεροναυτιλίας και τον αποκλεισμό σημαντικών τμημάτων του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Την ίδια χρονική περίοδο, περίπου ογδόντα αεροσκάφη βρίσκονταν ήδη εντός του FIR Αθηνών, ενώ δεκάδες ακόμη είχαν προγραμματιστεί να εισέλθουν.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται από το πόρισμα στη φύση της υφιστάμενης τεχνολογικής υποδομής. Το Σύστημα Επικοινωνιών Φωνής της Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, καθώς και τα τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα που το υποστηρίζουν, βασίζονται σε τεχνολογία SDH και σε αναλογικά κυκλώματα, τα οποία έχουν τεθεί εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ήδη από το 2019 είχε επισημανθεί από τον ΟΤΕ η αδυναμία των συγκεκριμένων συστημάτων να παρέχουν εγγυήσεις αξιοπιστίας και απρόσκοπτης λειτουργίας.
Η διαδικασία διάγνωσης της βλάβης παρουσίασε σημαντικές καθυστερήσεις, γεγονός που αποδίδεται στην απουσία τηλεμετρίας από άκρο σε άκρο και στη μη ύπαρξη μηχανισμών συστηματικής καταγραφής σφαλμάτων. Παράλληλα, τα κέντρα λειτουργίας εμφάνιζαν τα κυκλώματα ως λειτουργικά, ενώ στην πράξη υπήρχαν σοβαρές δυσλειτουργίες. Το πόρισμα αναφέρει επίσης ότι η συνεργασία μεταξύ ΥΠΑ και παρόχου τηλεπικοινωνιών δεν διέθετε κοινό μηχανισμό άμεσης απόκρισης και τυποποιημένες διαδικασίες διαχείρισης κρίσεων, στοιχείο που συνέβαλε στη χρονική επιμήκυνση του προβλήματος. Η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας επήλθε στις 16:53, έπειτα από επανεκκινήσεις και επαναδρομολόγηση της κίνησης στο δίκτυο κορμού.
Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των πτήσεων, η Επιτροπή καταγράφει ότι δεν διαπιστώθηκε κυβερνοεπίθεση, μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση ή εσκεμμένη παρεμβολή τρίτων. Οι έλεγχοι της ΕΕΤΤ απέκλεισαν την ύπαρξη παράνομων εκπομπών και το συμβάν κατατάχθηκε στη χαμηλότερη κατηγορία διακινδύνευσης, χωρίς παραβίαση ελάχιστων διαχωρισμών. Οι διαδικασίες zero rate εφαρμόστηκαν προληπτικά και διασφάλισαν ότι κανένα αεροσκάφος δεν εκτέθηκε σε άμεσο επιχειρησιακό κίνδυνο.
Το πόρισμα ολοκληρώνεται με συγκεκριμένες συστάσεις που αφορούν την αναβάθμιση της τεχνολογικής υποδομής και την ενίσχυση της επιχειρησιακής αξιοπιστίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η επιτάχυνση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP, η ολοκλήρωση της εγκατάστασης νέου VCS/RCS και των προβλεπόμενων πομποδεκτών, η θεσμοθέτηση κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης μεταξύ ΥΠΑ και παρόχου τηλεπικοινωνιών, καθώς και η καθιέρωση τακτικών δοκιμών και εκπαίδευσης υπό την εποπτεία της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση της τηλεμετρίας και του τηλεχειρισμού, η αυξημένη εποπτεία του ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ και η μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων των ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, η θέση της ΝΙΚΗ, όπως διατυπώθηκε από τον πρόεδρό της, Δημήτρη Νατσιό εστιάζει στη διαχρονική ανάγκη θεσμικής επανεξέτασης του τρόπου με τον οποίο διαχειρίζονται οι στρατηγικές υποδομές της χώρας. Η λειτουργία των συστημάτων εναέριας κυκλοφορίας, όπως προκύπτει από το πόρισμα, εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από τεχνολογίες που έχουν παύσει να υποστηρίζονται και από δομές συνεργασίας που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις σύνθετων επιχειρησιακών καταστάσεων.
Το γεγονός αυτό ανέδειξε με ωμό τρόπο το ζήτημα της κρατικής ευθύνης στη διαχείριση κρίσιμων υποδομών ασφάλειας. Η λειτουργία του εναέριου χώρου στηρίχθηκε σε συστήματα γνωστής τεχνολογικής κόπωσης και σε δομές συνεργασίας που δεν παρείχαν την απαιτούμενη ετοιμότητα σε συνθήκες κρίσης. Η απουσία έγκαιρης πρόληψης, η καθυστέρηση αναβάθμισης υποδομών και η ανοχή στη διατήρηση παρωχημένων τεχνολογιών συνιστούν στοιχεία κυβερνητικής ανευθυνότητας, τα οποία δεν αποτιμώνται μόνο σε τεχνικούς όρους, αλλά σε επίπεδο δημόσιας ασφάλειας.
Όταν η ακεραιότητα της εναέριας κυκλοφορίας εξαρτάται από συστήματα που έχουν πάψει να υποστηρίζονται και από διαδικασίες που δεν δοκιμάζονται επαρκώς, η χώρα εκτίθεται σε κινδύνους που υπερβαίνουν το επίπεδο ενός μεμονωμένου συμβάντος και αγγίζουν τον πυρήνα της θεσμικής της αξιοπιστίας.
Η ΝΙΚΗ υπογραμμίζει ότι οι τομείς των μεταφορών, των επικοινωνιών και της ενέργειας συνιστούν υποδομές εθνικής σημασίας και απαιτούν ενιαίο σχεδιασμό, διαρκή τεχνική επάρκεια και ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο, ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία τους προς όφελος της κοινωνίας και της εθνικής ασφάλειας.
Η αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών στις 4 Ιανουαρίου αποτέλεσε μία ακόμα μελανή σελίδα στο ιστορικό παραλείψεων της Κυβέρνησης και εξέθεσε διεθνώς την Ελλάδα.
— Δημήτριος Νατσιός (@dimitrisnatsios) January 14, 2026
Όπως διαφαίνεται στο πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης, το υφιστάμενο Σύστημα Επικοινωνιών και κρίσιμες… pic.twitter.com/QURkAWJLpf
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Η Ελλάδα μπλοκαρισμένη και οι πολίτες χωρίς απαντήσεις