17 Φεβρουαρίου 2026

Η Ιστορία ξαναφορά γερμανική στολή

Ένας από τους μεγάλους στοχαστές του γερμανικού πνεύματος, ο Φρίντριχ Χέγκελ, προσπαθώντας να συλλάβει τη λογική της Ιστορίας, κατέληξε στην ιδέα της επανάληψης των γεγονότων. Μια πρώτη φορά ως τραγωδία, μια δεύτερη ως γελοιοποίηση. Η φράση πέρασε στη συλλογική μνήμη μέσω του Καρλ Μαρξ, ο οποίος της έδωσε πολιτικό βάθος και ιστορική ειρωνεία. Η ακριβής πατρότητα ελάχιστα έχει σημασία μπροστά στο ερώτημα που τίθεται σήμερα με όρους αγωνιώδεις: μήπως η Ιστορία ετοιμάζεται να επαναληφθεί για τρίτη φορά. Και αυτή τη φορά όχι ως φάρσα, αλλά ως εφιάλτης. Όταν το υποκείμενο είναι η Γερμανία, η πιθανότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται και η συστηματική επιχείρηση αναθεώρησης του παρελθόντος, με τεχνικές εξωραϊσμού, συμψηφισμών και απονεύρωσης της μνήμης για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ιδίως στην Ελλάδα, όπου η γερμανική παρουσία άφησε πίσω της ένα αιματοβαμμένο αποτύπωμα που δύσκολα χωρά σε λέξεις.

Στη χώρα αυτή συντελέστηκε ένα ολοκαύτωμα περιορισμένης γεωγραφίας και απόλυτης αγριότητας. Από την Κρήτη έως το Κομμένο, από τα Καλάβρυτα έως τον Χορτιάτη. Ένα ολοκαύτωμα χωρίς φυλετική ή ρατσιστική ιδεολογία. Ένα ολοκαύτωμα καθαρά τιμωρητικό, σχεδιασμένο για να συντρίψει το ηθικό ενός λαού που τόλμησε να αντισταθεί. Το ήθος αυτής της αντίστασης αποτυπώνεται στα πρόσωπα των εκτελεσμένων. Στα βλέμματα ανθρώπων που γνωρίζουν τη μοίρα τους και παρ’ όλα αυτά δεν εκλιπαρούν. Δεν καταρρέουν. Στέκονται όρθιοι με οργή και αξιοπρέπεια.

Οι εκτελέσεις στο Σκοπευτήριο, οι μαζικές σφαγές σε χωριά και πόλεις, οι δολοφονίες αμάχων έξω από τα σπίτια τους, δεν αποτελούν παρεκκλίσεις. Αποτελούν τον κανόνα της κατοχικής πρακτικής. Γέροντες, γυναίκες, παιδιά, ανυπεράσπιστοι πολίτες, εξοντώθηκαν με μεθοδικότητα. Η νεότερη Ιστορία δεν προσφέρει πολλά αντίστοιχα παραδείγματα τέτοιας κλίμακας ωμής βίας. Ελάχιστοι λαοί μπορούν να σταθούν στον ίδιο κατάλογο αγριότητας.

Αυτή η πραγματικότητα δεν ξέφυγε από την αντίληψη των νικητών του πολέμου. Προς το τέλος της σύγκρουσης, όταν η ναζιστική μηχανή είχε καταρρεύσει, ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ εξέφρασε με ωμότητα την πεποίθησή του ότι το γερμανικό πρόβλημα δεν επιδέχεται επιφανειακές λύσεις. Η αγανάκτησή του ήταν τέτοια που οδήγησε σε σκέψεις ακραίας τιμωρίας, δείγμα του φόβου ότι το φαινόμενο θα επανεμφανιστεί.

Ο Χένρι Μόργκενταου, πιο ψύχραιμος αλλά όχι λιγότερο αποφασισμένος, πρότεινε έναν διαφορετικό δρόμο: την οριστική αποστέρηση της Γερμανίας από τα μέσα που της επέτρεψαν να μετατρέψει τις φιλοδοξίες της σε παγκόσμια καταστροφή. Ένα μεταπολεμικό σχέδιο αποβιομηχάνισης που θα ακύρωνε τις γεωστρατηγικές της δυνατότητες. Η συζήτηση έκλεισε με μια ξεκάθαρη απαίτηση: να μην υπάρξει ποτέ ξανά γερμανικός στρατός, γερμανική αεροπορία, γερμανικό πηλήκιο.

Η Ιστορία πήρε άλλη τροπή. Ο Ρούζβελτ πέθανε, ο Μόργκενταου παραμερίστηκε, οι νέες προτεραιότητες της Ουάσιγκτον στράφηκαν αλλού. Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε, η Γερμανία ανασυγκροτήθηκε, χρηματοδοτήθηκε, ενισχύθηκε. Η ίδια βιομηχανική βάση που υπηρέτησε τον Χίτλερ επανήλθε ως πυλώνας της ευρωπαϊκής ισχύος και σήμερα στηρίζει ενεργά έναν ακόμη πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η στρατιωτική επιστροφή υπήρξε πλήρης. Στολές και σύμβολα επανεμφανίστηκαν, η Λουφτβάφε ανασυστάθηκε, γερμανικά αεροσκάφη συμμετείχαν σε βομβαρδισμούς στα Βαλκάνια. Σήμερα, το Βερολίνο προβάλλει ως υποψήφιος εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Χωρίς κοινωνική αντίδραση, χωρίς ιστορικό φρένο, οικοδομείται ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα, σε απόλυτη αντιστοιχία με τις παραμονές των προηγούμενων καταστροφών.

Παράλληλα, ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση σύρεται σε έναν αγώνα εξοπλισμών, με τη Γερμανία να ορίζει και τον αντίπαλο. Η Ρωσία ανακηρύσσεται υπαρξιακή απειλή, σε μια επανάληψη παλιών λογαριασμών που ποτέ δεν έκλεισαν. Η ήττα του 1945 παραμένει αφομοίωτη, η πορεία του Κόκκινου Στρατού προς το Βερολίνο παραμένει τραύμα.

Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ζει πλέον σε καθεστώς υστερίας. Ένας ολόκληρος πολιτικός και μιντιακός μηχανισμός καλλιεργεί την ιδέα ενός επικείμενου ρωσικού κινδύνου, επενδύοντας σε μια ιστορική ρεβάνς που εξυπηρετεί τους ηττημένους του παρελθόντος. Η γερμανική φιλοδοξία να ελέγξει την άμυνα της ηπείρου αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη. Η μνήμη των ευρωπαϊκών λαών τίθεται σε αναστολή.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η νέα γερμανική επιδίωξη για συμμετοχή στον πυρηνικό σχεδιασμό της Ευρώπης. Μέσω της αναδιάταξης της πυρηνικής αρχιτεκτονικής και της απομάκρυνσης από την αμερικανική ομπρέλα, η Γερμανία αποκτά ρόλο συνδιαχειριστή στρατηγικών αποφάσεων ύψιστου κινδύνου. Τα κλειδιά πολλαπλασιάζονται, οι ευθύνες διαχέονται, οι παλιές εμμονές επανέρχονται.

Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο μπροστά στις εικόνες των εκτελεσμένων της Καισαριανής. Είναι δυνατόν οι ίδιοι μηχανισμοί που αιματοκύλισαν την Ευρώπη να παρουσιάζονται σήμερα ως προστάτες της; Είναι δυνατόν μια ανύπαρκτη απειλή να δικαιολογεί μια πραγματική πυρηνική περιπέτεια;

Αυτό που διαμορφώνεται δεν συνιστά ασφάλεια για τις επόμενες γενιές. Συνιστά ένα επικίνδυνο στοίχημα με την Ιστορία. Η Γερμανία επιστρέφει, επενδύοντας στην αμνησία και στη διάλυση της συλλογικής μνήμης. Γι’ αυτό η υπενθύμιση του παρελθόντος παραμένει πράξη πολιτικής ευθύνης. Και γι’ αυτό τέτοια κείμενα δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα.