Η χώρα των παραδόξων: Πρώτη η ΝΔ, αλλά κανείς δεν τη θέλει

Ζούμε στη χώρα των θαυμάτων. Ή, για να είμαστε ακριβείς, ζούμε στη χώρα του παραδόξου — εκεί όπου τα νούμερα αντιφάσκουν, οι δηλώσεις διαψεύδουν τις πράξεις και ο λαός μοιάζει να κρατάει ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενες αλήθειες. Κι αυτό δεν είναι ρητορικό σχήμα. Είναι η ωμή πραγματικότητα που αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών.

Πρώτοι στην ψήφο, τελευταίοι στην εμπιστοσύνη

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO για τον τηλεοπτικό σταθμό Star, που δημοσιοποιήθηκε στις 31 Μαρτίου 2026, το 64,8% των πολιτών επιθυμεί αλλαγή κυβέρνησης στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα, σε επίπεδο πρόθεσης ψήφου, η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη παραμένει πρώτο κόμμα με ποσοστό που κινείται σταθερά γύρω στο 26-31%, με τη διαφορά από το δεύτερο κόμμα — σήμερα το ΠΑΣΟΚ — να ξεπερνά κατά πολύ τις δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Κι όμως, το 64,8% θέλει να φύγουν.

Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία. Η δημοσκόπηση της Metron Analysis για το Mega, που διεξήχθη στις 19 Μαρτίου 2026, αποτυπώνει ακόμα πιο εύγλωττα το δίλημμα: το 60% των πολιτών θεωρεί ότι η πολιτική αλλαγή είναι προτιμότερη της πολιτικής σταθερότητας, ενώ ταυτόχρονα το 64% δηλώνει ότι τα πράγματα πάνε προς τη χειρότερη κατεύθυνση. Και όμως, στην εκτίμηση ψήφου η ΝΔ κατέχει σταθερά την πρώτη θέση με 31,1%. Ο ίδιος κόσμος. Δύο διαφορετικές απαντήσεις.

Το παράδοξο της τιμωρίας που δεν έρχεται

Οι πολίτες αποδοκιμάζουν δημοσκοπικά τα σκάνδαλα — τα Τέμπη, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ — αλλά εξακολουθούν να δίνουν προβάδισμα στο κόμμα που τα διαχειρίστηκε. Το παράδοξο γίνεται ακόμα πιο οξύ με την υπόθεση των παρακολουθήσεων: η πλειοψηφία των Ελλήνων δηλώνει ότι αποστρέφεται τις υποκλοπές, αλλά ο ίδιος κόσμος που φαίνεται να ανεχόταν την παρακολούθηση ψηφοφόρων, δημοσιογράφων και αξιωματούχων, συνεχίζει να ψηφίζει τη ΝΔ. Κατά ειρωνεία της ιστορίας, στην ίδια δημοσκόπηση η κυβέρνηση αξιολογείται αρνητικά από ποσοστό που φτάνει το 68%.

Πώς το εξηγεί κανείς αυτό; Μερικώς, μέσα από το φαινόμενο που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν «ψήφο χωρίς εναλλακτική». Η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη και χωρίς πειστικό αφήγημα εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ δεν ξεπερνά το 13-14%, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πέσει κάτω από το 5%, ενώ τα νέα πολιτικά εγχειρήματα — εν αναμονή της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα — παραμένουν στο επίπεδο της υπόσχεσης. Το 67,9% που θέλει αλλαγή, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η GPO, είναι «πολυδιασπασμένο, χωρίς πολιτική κατεύθυνση», ενώ το κυβερνητικό 29-31% αποτελεί «συμπαγή πολιτικό πυρήνα».

Στην 9η θέση στην Ευρώπη σε φορολογική επιβάρυνση

Το μεγάλο ερώτημα όμως δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι και οικονομικό. Και εδώ τα νούμερα είναι εξίσου αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύθηκαν τον Νοέμβριο του 2025, η Ελλάδα βρίσκεται στην 9η-10η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη φορολογική επιβάρυνση, με τη σχέση φόρων προς ΑΕΠ να ανέρχεται στο 41,7% το 2024, αυξημένη κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023. Για σύγκριση, χώρες με πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, όπως η Πορτογαλία (37,1%) και η Ολλανδία (39,4%), φορολογούν λιγότερο.

Η Ελλάδα φορολογεί βαρύτερα από χώρες που παρέχουν στους πολίτες τους πολύ περισσότερες υπηρεσίες, πολύ καλύτερα νοσοκομεία, πολύ αξιότερα σχολεία. Και ο Έλληνας πολίτης; Πληρώνει, σιωπά και στις επόμενες δημοσκοπήσεις απαντά ότι η ακρίβεια είναι το πρώτο του πρόβλημα — ενώ ταυτόχρονα ψηφίζει την κυβέρνηση που διαμόρφωσε αυτό το φορολογικό τοπίο. Αν αυτό δεν λέει κάτι για τη συλλογική μας αμνησία ή την πολιτική μας απελπισία, τότε τι λέει;

Η σιωπή ως πολιτικό σύμπτωμα

Το ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι απλό: γιατί τόση ησυχία; Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η συνδυαστική επιβάρυνση σκανδάλων, υψηλής φορολογίας και ακρίβειας έχει οδηγήσει σε κυβερνητικές ανατροπές, σε μαζικές διαδηλώσεις, σε πολιτικές ρήξεις. Στην Ελλάδα του 2026, αυτά τα τρία στοιχεία συνυπάρχουν ειρηνικά στις στήλες των δημοσκοπήσεων. Το 57% δηλώνει απαισιόδοξο για την πορεία της χώρας. Το 64% βλέπει τα πράγματα να χειροτερεύουν. Και η ΝΔ παραμένει πρώτη.

Ίσως η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο το σύστημα: σε έναν πολιτικό χώρο χωρίς αξιόπιστη εναλλακτική, ο πολίτης κάνει αυτό που κάνει πάντα σε καιρούς ανασφάλειας — επιλέγει το γνωστό κακό έναντι του αγνώστου. Επιλέγει σταθερότητα, ακόμα κι αν αυτή τον ακριβαίνει. Επιλέγει συνέχεια, ακόμα κι αν αυτή τον παρακολουθεί. Και εμείς, που καταγράφουμε αυτές τις αντιφάσεις, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε: πότε θα τελειώσει το θαύμα της ελληνικής ανοχής;

Ν.Κυριακάκης