Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΕΛΕΤΙΟΣ

ΠΛΩΤΙΝΟΣ

12 Φεβρουαρίου 2026

Η Κινεζική σκιά πάνω από το Πεντάγωνο και το Μαξίμου

Η σύλληψη του αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας ανέδειξε με τον πλέον δραματικό τρόπο ότι οι προειδοποιήσεις κορυφαίων διεθνών αξιωματούχων για την υπόγεια δραστηριότητα του Πεκίνου στην Ελλάδα ήταν απολύτως βάσιμες. Οι προειδοποιήσεις προέρχονταν κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και από ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, και στόχευαν να αφυπνίσουν την ελληνική κυβέρνηση σχετικά με τον κίνδυνο που διαμορφώνεται πίσω από τα φαινομενικά θετικά διμερή σχέδια.

Το Σεπτέμβριο του 2019, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο είχε απευθύνει δημόσια μήνυμα προς τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, υπογραμμίζοντας την ανάγκη εγρήγορσης. Το μήνυμα ήταν σαφές: όταν η Κίνα προσφέρει ευκαιρίες που φαίνονται υπερβολικά καλές για να είναι αληθινές, απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση. Η προειδοποίηση αυτή ανέδειξε την ανησυχία για το εύρος της κινεζικής διείσδυσης σε στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας και των υποδομών.

Τον Φεβρουάριο του 2023, ο διάδοχος του Πομπέο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Άντονι Μπλίνκεν, σε συναντήσεις πίσω από κλειστές πόρτες στο Μαξίμου, τόνισε ότι το ζήτημα δεν είναι η οικονομική συνεργασία με την Κίνα, αλλά οι πτυχές που θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια των συμμάχων του ΝΑΤΟ. Η ανησυχία αυτή αφορούσε ειδικά την Ελλάδα, λόγω της ταχύτητας και της έκτασης του ανοίγματος που επιφύλαξε ο Πρωθυπουργός στο Πεκίνο από τους πρώτους μήνες της θητείας του.

Τον Νοέμβριο του 2019, κατά την επίσκεψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στον Πειραιά, ο Πρωθυπουργός δεσμεύθηκε πλήρως για την «περαιτέρω ανάπτυξη της επένδυσης» της COSCO και άλλων σχεδίων, χωρίς να θέσει περιορισμούς ή όρους. Η δήλωση αυτή, σε συνδυασμό με τις πράξεις και παραλείψεις που ακολούθησαν, μετέβαλε ουσιαστικά το πλαίσιο της διμερούς συνεργασίας όπως είχε θεμελιωθεί το 2006 με τη Συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας και τη σύμβαση παραχώρησης στην COSCO.

Η αρχική συμφωνία προέβλεπε την εκμετάλλευση ενός προβλήτα και την κατασκευή ενός δεύτερου με επένδυση 4,3 δισεκατομμυρίων ευρώ από την Κίνα σε διάστημα 35 ετών. Διαρροές από τα Wikileaks δείχνουν ότι η συμφωνία του 2006 κρίθηκε λογική και από την Αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα. Το άνοιγμα του Πρωθυπουργού προς τον Σι υπερέβαινε κατά πολύ τις ελάχιστες δικλείδες ασφαλείας που είχαν τεθεί στις κυβερνήσεις Παπανδρέου και Παπαδήμου, όταν η COSCO απέκτησε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρου του λιμανιού μέσα από δύο αναθεωρήσεις της σύμβασης.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας ήταν το μόνο θεσμικό όργανο που επέβαλε περιορισμούς στην επέκταση της COSCO, με ακυρωτικές αποφάσεις κατά της νόθευσης των αρχικών συμφωνιών. Στο πολιτικό επίπεδο, η μοναδική εξαίρεση στην ελευθερία δράσης της κινεζικής πλευράς ήταν η απόφαση Μητσοτάκη, μετά τη συνάντηση με τον Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο του 2020, να μην ανατεθεί στη Huawei η αναβάθμιση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων σε επίπεδο 5G.

Μετά την εξαετή σχεδόν ανεμπόδιστη συνεργασία και τη σύλληψη του κατασκόπου, το σκηνικό Αθήνας-Πεκίνου αλλάζει. Στις 5 Δεκεμβρίου 2025, ο Πρωθυπουργός, μιλώντας στο συνέδριο του «Βήματος», αναίρεσε την πολιτική του 2019, δηλώνοντας πως η Ελλάδα δεν αμφιταλαντεύεται και δεν επιθυμεί διπλή στάση. Η επισήμανση έγινε δεκτή ευμενώς από ξένους παρατηρητές, ενώ στα μέσα Δεκεμβρίου, δύο κορυφαία κυβερνητικά στελέχη κλήθηκαν να εξηγήσουν σε μεγάλη δυτική Πρεσβεία πώς η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τη συμμετοχή πρώην κρατικών αξιωματούχων σε χώρες που δεν είναι σύμμαχες.

Η αμερικανική νομοθεσία του 1977 προβλέπει ειδική άδεια για πρώην στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου, ενώ η γερμανική νομοθεσία του 2017 επιβάλλει διαρκή έλεγχο για συμβάσεις με ξένες εταιρείες σε κρίσιμους τομείς. Ο ελληνικός νόμος που ψηφίστηκε πρόσφατα δεν ορίζει προϋποθέσεις πριν από την ανάληψη δράσης, αλλά επιβάλλει αυστηρές ποινές, ακόμα και αφαίρεση ιθαγένειας. Ο χρόνος νομοθέτησης ακολούθησε την πρώτη ενημέρωση για τη δράση του συλληφθέντος αξιωματικού.

Ο Πρωθυπουργός δεν μπορεί ούτε πρέπει να αναστείλει τη συνεργασία με την Κίνα ούτε να αγνοήσει την διεθνή επιρροή της και τη θέση της ως μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ωστόσο, το ουσιαστικό ζήτημα είναι η απρόσκοπτη δράση της Κινεζικής Πρεσβείας και η παραβίαση βασικών διπλωματικών κανόνων.

Το παρελθόν δείχνει ότι όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις διατηρούσαν τον κανόνα ότι οι επαφές της κινεζικής πρεσβείας με κρατικούς φορείς γίνονται μέσω του υπουργείου Εξωτερικών ή με προηγούμενη γνώση και έγκρισή του. Κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και στα εξήμισι χρόνια της κυβέρνησης Μητσοτάκη, Κινέζοι διπλωμάτες επισκέπτονταν ελεύθερα υπουργεία, περιφέρειες, δήμους και δημόσιους οργανισμούς χωρίς την παραμικρή γνώση της Διπλωματικής Υπηρεσίας.

Η πρακτική αυτή αποδυναμώνει τα ελληνικά συμφέροντα, καθώς η απουσία κεντρικού συντονισμού εμποδίζει τη διαπραγμάτευση και την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων. Ένας από τους κύριους υποστηρικτές της παράκαμψης του ΥΠΕΞ είναι ο Γιώργος Γεραπετρίτης, που ως υπουργός Υποδομών και Μεταφορών την άνοιξη του 2023 συζητούσε με τον πρεσβευτή Σιάο Τζουντσένγκ τις συνέπειες του δυστυχήματος των Τεμπών στις εξαγωγές της COSCO και τη συμμετοχή της Κίνας στον εκσυγχρονισμό των ελληνικών σιδηροδρόμων.

Επιπλέον, η κινεζική πρόταση για πανηγυρικές εκδηλώσεις της 20ης επετείου της διμερούς Δήλωσης Στρατηγικής Σχέσης του 2006, που συνδέεται με επίσκεψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Αθήνα, δημιουργεί διλήμματα για τον Πρωθυπουργό. Η επιλογή ανάμεσα στην αποδοχή ή την απόρριψη της πρότασης θα προκαλέσει δυσαρέσκεια από το Πεκίνο ή τις ΗΠΑ.

Η πρωτοτυπία της ελληνικής πολιτικής είναι η επιλεκτική ανάμιξη του Πρωθυπουργού στις επαφές με την κινεζική ηγεσία. Αρχικά συμμετείχε προσωπικά σε κάθε ευκαιρία, ενώ αργότερα προσπάθησε να τηρεί αποστάσεις. Φέτος, μετά την υπόθεση κατασκοπείας και με την προοπτική επίσκεψης του Σι, οι όποιες ψευδαισθήσεις εξανεμίζονται. Τα διλήμματα γίνονται πιο σκληρά και οι αποφάσεις μεγαλύτερης σημασίας, καθώς η ελληνική κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε διεθνείς επιρροές και εθνικά συμφέροντα.