Η κυβέρνηση επιμένει στα υπερπλεονάσματα και η κοινωνία περιορίζεται σε συμβολικά οφέλη
Η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει να εφαρμόζει μια πολιτική που βασίζεται σε μεγάλα και αχρείαστα υπερπλεονάσματα. Η τακτική αυτή περιορίζει τη ρευστότητα της αγοράς και επιβαρύνει τους φορολογούμενους, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τα κρατικά ταμεία με αυξημένα φορολογικά έσοδα. Παρά τις διαμαρτυρίες καταναλωτών, φορέων της αγοράς και κομμάτων της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση απορρίπτει προτάσεις για μείωση φόρων, όπως του ΦΠΑ και των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, καθώς η ακρίβεια οδηγεί σε σταθερή αύξηση των εσόδων κάθε μήνα.
Τα στοιχεία που ανακοίνωσε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δείχνουν ότι το 2025 έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 8,089 δισ. ευρώ, σχεδόν 830 εκατομμύρια πάνω από την πρόβλεψη της εισηγητικής έκθεσης για τον Προϋπολογισμό του 2026. Πρόκειται για συνέχεια μιας σειράς ετών υπεραπόδοσης, που καθιστούν τα υπερπλεονάσματα πολιτική επιλογή της κυβέρνησης και όχι υποχρέωση απέναντι στην Κομισιόν ή σε άλλους δανειστές.
Παράλληλα, το κοινωνικό μέρισμα, που η κυβέρνηση επικαλείται ως επιστροφή των πλεονασμάτων στην κοινωνία, παραμένει περιορισμένο και συμβολικό. Από το υπερπλεόνασμα των 11,4 δισ. ευρώ το 2024, μόλις 600 εκατομμύρια διατέθηκαν για τους πολίτες, καλύπτοντας την επιστροφή ενός ενοικίου τον Νοέμβριο και την ετήσια ενίσχυση των 250 ευρώ σε χαμηλοσυνταξιούχους. Το μέρισμα δεν αντιστοιχεί στην πραγματική οικονομική απόδοση του κράτους, αφήνοντας την κοινωνία να επωμίζεται τα βάρη της ακρίβειας.
Η φορο-αφαίμαξη φαίνεται και στα στοιχεία των συνολικών εσόδων. Το 2025, τα φορολογικά έσοδα ανήλθαν σε 71,909 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 393 εκατομμύρια ή 0,5% σε σχέση με τον στόχο. Ωστόσο, η σύγκριση με τον στόχο χρειάζεται διευκρίνιση: με την κατάθεση του Προϋπολογισμού στη Βουλή τον Νοέμβριο, η κυβέρνηση θέσπισε νέες εκτιμήσεις, μηδενίζοντας τον στόχο των προηγούμενων δέκα μηνών. Στην πράξη, η υπέρβαση των 393 εκατομμυρίων είναι υψηλότερη.
Στο επίπεδο των κυριότερων φόρων, καταγράφονται τα εξής: τα έσοδα από τον ΦΠΑ ανήλθαν σε 27,77 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 204 εκατομμύρια έναντι του στόχου. Τα έσοδα από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης διαμορφώθηκαν σε 7,43 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 35 εκατομμύρια. Οι φόροι ακίνητης περιουσίας ανήλθαν σε 2,45 δισ. ευρώ, αυξημένοι κατά 41 εκατομμύρια, ενώ οι φόροι εισοδήματος έφτασαν τα 26,54 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 181 εκατομμύρια. Ειδικότερα, ο Φόρος Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων παρουσίασε αύξηση 240 εκατομμυρίων, ενώ ο Φόρος Εισοδήματος Νομικών Προσώπων μειώθηκε κατά 86 εκατομμύρια.
Τα υπερπλεονάσματα χρηματοδοτούνται κυρίως από την καθημερινή επιβάρυνση των πολιτών και των επιχειρήσεων, χωρίς ουσιαστική αντιστάθμιση μέσω κοινωνικών επιστροφών. Η διατήρηση υψηλών πλεονασμάτων ενισχύει τα κρατικά ταμεία, αλλά περιορίζει τη ρευστότητα στην αγορά και επιβαρύνει την κατανάλωση. Το αποτέλεσμα είναι η οικονομία να στεγνώνει, ενώ η κυβέρνηση συνεχίζει να εμφανίζεται ως επιτυχημένη στη διαχείριση των δημοσιονομικών, χωρίς να αποτυπώνεται το όφελος στους πολίτες.
Η στρατηγική αυτή δημιουργεί μακροχρόνιες προκλήσεις. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος λειτουργίας, η αγορά περιορίζεται και η κοινωνία αναγκάζεται να καλύψει με αυξημένη φορολογία τις δημοσιονομικές ανάγκες. Η υπερσυγκέντρωση εσόδων στα κρατικά ταμεία δεν συνοδεύεται από ανάλογη ενίσχυση της κατανάλωσης ή της κοινωνικής προστασίας, ενώ οι πολίτες επωμίζονται το κόστος της ακρίβειας χωρίς ουσιαστική ανακούφιση.
Πιο Δημοφιλή
Οι ελίτ της Ε.Ε. οδηγούν τις Ευρωπαϊκές χώρες στην καταστροφή