27 Μαρτίου 2026

Φινλανδία: Δικαστήριο καταδίκασε χριστιανικό φυλλάδιο με το πρόσχημα της «ρητορικής μίσους»

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Φινλανδίας εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με την οποία ένα φυλλάδιο του 2004, που εξηγεί τις παραδοσιακές χριστιανικές αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο, συνιστά «λόγο μίσους». Η απόφαση, που εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου, επέφερε την επιβολή προστίμων σε μία βουλευτή, έναν επίσκοπο της Λουθηρανικής Εκκλησίας και ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα, προκαλώντας έντονο διάλογο σχετικά με την προστασία της ελευθερίας λόγου.

Η υπόθεση αφορά τη βουλευτή και πρώην υπουργό Εσωτερικών Πάιβι Ρασάνεν, με το δικαστήριο να εκδίδει διχασμένη απόφαση. Η Ρασάνεν απαλλάχθηκε για ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του 2019, στην οποία παρέθετε απόσπασμα της Αγίας Γραφής, καταδικάστηκε ωστόσο για δηλώσεις που περιλαμβάνονται στο εκκλησιαστικό φυλλάδιο, το οποίο δημοσιεύθηκε πριν από είκοσι δύο χρόνια. Σημειώνεται ότι η φινλανδική νομοθεσία επιτρέπει στους εισαγγελείς να ασκήσουν έφεση κατά απαλλακτικών αποφάσεων.

Η καταδίκη αφορά τη διακίνηση κειμένου που κρίθηκε προσβλητικό για κοινωνική ομάδα. Με τη στήριξη της νομικής οργάνωσης ADF International, η υπόθεση έχει αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για τη συζήτηση γύρω από τα όρια της νομοθεσίας περί λόγου μίσους και την έκφραση θρησκευτικών πεποιθήσεων στην Ευρώπη.

Μετά από την ανακοίνωση της απόφασης, η Ρασάνεν εξέφρασε την απογοήτευσή της, δηλώνοντας ότι «η απόφαση είναι δύσκολη και απογοητευτικά αμφίσημη», προειδοποιώντας ότι εντείνει την αβεβαιότητα γύρω από τις θεμελιώδεις ελευθερίες και ότι «στέλνει ένα ανησυχητικό και αντιφατικό μήνυμα για την κατάσταση των βασικών ελευθεριών στη Φινλανδία».

Το δικαστήριο έκρινε ότι συγκεκριμένες διατυπώσεις του φυλλαδίου του 2004 — με στόχο την παρουσίαση της παραδοσιακής χριστιανικής άποψης για τον γάμο και τη σεξουαλικότητα — συνιστούν αξιόποινη εξύβριση, σύμφωνα με τη φινλανδική νομοθεσία περί λόγου μίσους.

Η καταδίκη περιλαμβάνει 1.800 ευρώ για τη Ρασάνεν, 1.100 ευρώ για τον επίσκοπο Γιουχάνα Πογιόλα και περίπου 5.000 ευρώ για το εκκλησιαστικό ίδρυμα που εξέδωσε το φυλλάδιο, σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης Μάττι Σάνκαμο, ο οποίος ανέφερε πως τα τμήματα του φυλλαδίου που κρίθηκαν παράνομα θα πρέπει να αποσυρθούν.

Της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου είχαν προηγηθεί δύο απαλλακτικές αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων για τη Ρασάνεν, στοιχείο που ανέδειξε το χάσμα εντός της φινλανδικής δικαιοσύνης. Νομικοί παρατηρητές τόνισαν ότι η απόφαση ελήφθη με οριακή πλειοψηφία, γεγονός που υπογραμμίζει το αμφιλεγόμενο της υπόθεσης.

Η εισαγγελική αρχή υποστήριξε ότι ορισμένες διατυπώσεις του φυλλαδίου, συμπεριλαμβανομένης της άποψης πως η ομοφυλοφιλία αποτελεί ψυχοσεξουαλική διαταραχή, πληρούν τις προϋποθέσεις ποινικής ευθύνης. Αντιθέτως, η υπεράσπιση αντέτεινε πως το φυλλάδιο πρέπει να αξιολογηθεί στο σύνολό του, εντός του θρησκευτικού και ιστορικού πλαισίου και όχι απομονώνοντας επιμέρους αποσπάσματα.

Η Ρασάνεν υπογράμμισε ότι η δίωξη υλικού από περασμένες δεκαετίες εγείρει σοβαρότερους προβληματισμούς, δηλώνοντας: «Αυτή η υπόθεση δεν αφορούσε ποτέ μόνο εμένα. Είχε πάντα να κάνει με το αν η Φινλανδία θα παραμείνει χώρα όπου οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να μιλούν, να γράφουν και να ζουν κατά συνείδηση, χωρίς φόβο ή ποινική δίωξη».

Οι νομικοί επεσήμαναν πως η απόφαση βασίζεται σε διάταξη του φινλανδικού ποινικού κώδικα η οποία απαγορεύει εκφράσεις που απειλούν, συκοφαντούν ή προσβάλλουν ομάδες λόγω προστατευόμενων χαρακτηριστικών. Υποστηρικτές της Ράσνεν τόνισαν ότι το κριτήριο για την προσβολή είναι ασαφές και επιδέχεται ερμηνειών.

Ο Πωλ Κόλμαν, διευθυντής της ADF International και μέλος της νομικής ομάδας της Ρασάνεν, σχολίασε: «Το θέμα αναδεικνύει πως αυτοί οι ασαφείς και υποκειμενικοί νόμοι μπορούν να ερμηνευτούν κατά το δοκούν», υπογραμμίζοντας ότι διαφορετικοί δικαστές κατέληξαν σε αντίθετα συμπεράσματα για το ίδιο υλικό.

Η υπόθεση εκκίνησε όταν η Ρασάνεν επέκρινε, με ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το 2019, τη στήριξη της Εκκλησίας της σε διοργάνωση υπέρ των ΛΟΑΤΚΙ, περιλαμβάνοντας σχετική βιβλική φράση. Η ανάρτηση αποτέλεσε αφορμή για αστυνομική έρευνα και κατηγορίες εναντίον της, με τις περισσότερες να καταπέφτουν αργότερα. Το Ανώτατο Δικαστήριο διατήρησε μόνο τις καταδίκες που σχετίζονται με το φυλλάδιο.

Ο Κόλμαν προειδοποίησε πως η απόφαση πιθανόν να διευρύνει το όριο τού τι θεωρείται παράνομος λόγος, δηλώνοντας: «Οι νόμοι αυτοί θεσπίστηκαν αρχικά για ακραία κηρύγματα που οδηγούν σε βία. Τώρα, βλέπουμε να επεκτείνονται σε τομείς όπως οι θεολογικές αντιπαραθέσεις». Το δικαστήριο δεν διαπίστωσε υποκίνηση σε βία ή μίσος, έκρινε ωστόσο ότι συγκεκριμένα αποσπάσματα του φυλλαδίου παραμένουν προσβλητικά με βάση τον νόμο.

Μετά την καταδίκη, η Ρασάνεν εξετάζει το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γεγονός που υποδηλώνει ότι η υπόθεση δύσκολα θα κλείσει σύντομα και θα συνεχίσει να προκαλεί συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης και τη θρησκευτική ελευθερία. Διαμηνύει ότι είναι «σωστό και αναγκαίο να μιλά κανείς ανοιχτά για τις πεποιθήσεις του» και, παρά την καταδικαστική απόφαση, δηλώνει αποφασισμένη να συνεχίσει να εκφράζει δημόσια τις θέσεις της και να υπηρετεί το κοινοβούλιο, επισημαίνοντας τη στήριξη συναδέλφων από όλο το φάσμα, ακόμη και από όσους διαφωνούν με τις απόψεις της.