Κερατσίνι – Δραπετσώνα: Οι κάτοικοι καταγγέλλουν αποπνικτικές οσμές

Σε χρόνιο και δύσκολο περιβαλλοντικό γρίφο εξελίσσεται το ζήτημα της δυσοσμίας στον Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας, με τον Συνήγορο του Πολίτη να παρεμβαίνει εκ νέου προς την Περιφέρεια Αττικής και το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Η ανεξάρτητη αρχή ζητά αυστηρή τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, εντατικοποίηση των ελέγχων στις εγκατεστημένες δραστηριότητες της περιοχής και πιο στοχευμένες μετρήσεις, καθώς οι κάτοικοι συνεχίζουν να καταγγέλλουν έντονα επεισόδια οσμών που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους.

Σύμφωνα με τα έγγραφα που έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των αρμόδιων φορέων, το πρόβλημα δεν έχει αποδοθεί με βεβαιότητα σε μία συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ωστόσο, οι αναφορές του Συνηγόρου, του Δήμου και των υπηρεσιών του ΥΠΕΝ δείχνουν ότι απαιτείται πολύ πιο συστηματική και τεχνικά τεκμηριωμένη διερεύνηση.

Το κρίσιμο ζήτημα των μετρήσεων στην πηγή

Σε επιστολή που απέστειλε στα μέσα Δεκεμβρίου προς τον Περιφερειάρχη Αττικής Νίκο Χαρδαλιά, ο Συνήγορος του Πολίτη επικαλέστηκε ελέγχους και επιστημονικές αξιολογήσεις που έχουν γίνει στην περιοχή, σημειώνοντας ότι η έναρξη λειτουργίας συγκεκριμένης μονάδας συσχετίζεται χρονικά με την εμφάνιση των καταγγελλόμενων φαινομένων δυσοσμίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρατήρηση ότι οι έως τώρα μετρήσεις ατμοσφαιρικής ρύπανσης και οσμών επικεντρώθηκαν κυρίως στον αστικό ιστό και όχι στις ίδιες τις πηγές εκπομπής.

Στην επιστολή επισημαίνεται ότι δεν περιλαμβάνονταν δειγματοληψίες στην πηγή, δηλαδή στις εξόδους απαγωγών, όπως προβλέπει το κανονιστικό πλαίσιο για την αξιόπιστη τεκμηρίωση των εκπομπών.

Για τον λόγο αυτό, ο Συνήγορος προκρίνει συνεργασία με εγκεκριμένους επιστημονικούς φορείς, προκειμένου να γίνουν στοχευμένες μετρήσεις αερίων ρύπων και να τοποθετηθούν δειγματολήπτες συνεχούς λήψης στα σημεία εκπομπής που προβλέπονται από την ΑΕΠΟ, αλλά και σε θέσεις που θα υποδειχθούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Το πρόβλημα περιγράφεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο από τον ίδιο τον Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας. Σε επιστολή του προς τον Συνήγορο τον περασμένο Μάρτιο, ο δήμος ανέφερε ότι οι καταγγελίες των κατοίκων κάνουν λόγο για αποπνικτική οσμή που θυμίζει πετρέλαιο, βενζίνη, μαζούτ, γκάζι και κλούβιο αυγό.

Οι πολίτες αναφέρουν επίσης συμπτώματα όπως τσούξιμο και κάψιμο στα μάτια, καθώς και ερεθισμό στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα. Σύμφωνα με τις καταγραφές του δήμου, τα περιστατικά εμφανίζονται συχνότερα κατά τους εαρινούς και καλοκαιρινούς μήνες, ενώ έχουν επιβεβαιωθεί από αυτοψίες των δημοτικών υπηρεσιών.

Πολλές πιθανές πηγές και θεσμικά κενά

Σε προηγούμενη επιστολή του προς την Περιφέρεια Αττικής, τον περασμένο Αύγουστο, ο Συνήγορος του Πολίτη είχε καταγράψει μια σειρά από πιθανές πηγές που μπορεί να σχετίζονται με τη δυσοσμία στην παράκτια και θαλάσσια ζώνη Πειραιά, Δραπετσώνας, Κερατσινίου και Περάματος.

Μεταξύ αυτών αναφέρονται ναυπηγοεπισκευαστικές δραστηριότητες, αποθηκευτικές, παραγωγικές και μεταφορικές δραστηριότητες υγρών και αέριων καυσίμων, επεξεργασία και μεταφορά αποβλήτων πλοίων, εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων στον Ακροκέραμο και την Ψυττάλεια, καθώς και εργασίες βυθοκόρησης.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ποιότητα της ατμόσφαιρας μπορεί να επηρεάζεται και από αερομεταφερόμενους ρύπους από γειτονικές επιβαρυμένες περιοχές, όπως το Θριάσιο Πεδίο και το λεκανοπέδιο της Αθήνας.

Η Περιφέρεια Αττικής, απαντώντας στα τέλη Ιανουαρίου στον Συνήγορο του Πολίτη, ανέφερε ότι από τους επανειλημμένους ελέγχους τήρησης των περιβαλλοντικών όρων της επίμαχης βιομηχανικής μονάδας δεν προέκυψαν παραβάσεις ή μη συμμορφώσεις με την ΑΕΠΟ και την περιβαλλοντική νομοθεσία.

Σύμφωνα με την Περιφέρεια, το 2025 πραγματοποιήθηκαν τρεις δειγματοληπτικές μετρήσεις σε όλες τις εξόδους απαερίων της εγκατάστασης και τα αποτελέσματα βρέθηκαν εντός των θεσπισμένων οριακών τιμών εκπομπής.

Η Περιφέρεια ανέφερε ακόμη ότι έχει αναθέσει σε επιστημονικούς φορείς μελέτες με μετρήσεις πεδίου, με αντικείμενο την τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας σε έργα και δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής.

Από την πλευρά του, το Τμήμα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος του Σώματος Επιθεώρησης Νοτίου Ελλάδος του ΥΠΕΝ, σε απαντητική επιστολή προς τον Συνήγορο στα τέλη Μαρτίου, σημείωσε ότι τα φαινόμενα δυσοσμίας ενδέχεται να γίνονται πιο έντονα λόγω της ιδιαίτερης γεωμορφολογίας της περιοχής.

Στην ίδια επιστολή γίνεται αναφορά στο ανάγλυφο, στην άτακτη υπερδόμηση, στο μέτωπο προς κλειστό κόλπο, αλλά και στη μακροχρόνια συσσωρευμένη ρύπανση στα ιζήματα του πυθμένα και στην υδάτινη στήλη.

Οι υπηρεσίες του ΥΠΕΝ επισημαίνουν επίσης ότι πολλές από τις δραστηριότητες της περιοχής αναπτύχθηκαν και επεκτάθηκαν σταδιακά, χωρίς προηγούμενο συνολικό σχεδιασμό, χωροθέτηση και συνεργιστική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, την ίδια στιγμή που η οικιστική ζώνη πλησίαζε όλο και περισσότερο προς αυτές.

Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, οι έλεγχοι που έχουν γίνει υποδεικνύουν ομάδες βιομηχανικών δραστηριοτήτων, έργων και υποδομών που μπορεί να σχετίζονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό με το φαινόμενο. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει αποδοθεί αποκλειστική ή μερική ευθύνη σε συγκεκριμένη δραστηριότητα, ούτε έχει ποσοτικοποιηθεί η συνεισφορά κάθε πιθανής πηγής.

Το σημαντικότερο θεσμικό πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι ότι δεν έχουν θεσπιστεί οριακές τιμές εκπομπής για συγκεκριμένες οσμηρές χημικές ενώσεις από δραστηριότητες. Έτσι, ακόμη και αν εντοπιστεί τεκμηριωμένα η έκλυσή τους από συγκεκριμένη πηγή, δεν είναι εύκολο να βεβαιωθεί περιβαλλοντική παράβαση.

Ανάλογο κενό υπάρχει και για τις τιμές ποιότητας της ατμόσφαιρας σε πτητικές οργανικές ενώσεις με αντιληπτές οσμές, όταν αυτές υπερβαίνουν το λεγόμενο οσφρητικό κατώφλι. Εξαίρεση αποτελεί το βενζόλιο, όμως οι οσμές που αντιλαμβάνονται οι κάτοικοι δεν μπορούν, σύμφωνα με τις υπηρεσίες, να αποδοθούν σε εκπομπές βενζολίου, καθώς οι καταγραφόμενες τιμές είναι πολύ χαμηλότερες από το επίπεδο που μπορεί να αντιληφθεί η ανθρώπινη όσφρηση.

Το ΥΠΕΝ καταλήγει ότι απαιτείται ειδικά σχεδιασμένη και μακροχρόνια δειγματοληψία, με αναλύσεις από επιστημονικούς φορείς εγνωσμένου κύρους και χρήση κατάλληλων μοντέλων διασποράς της αέριας ρύπανσης.

Ο σχεδιασμός αυτός, σύμφωνα με την υπηρεσία, πρέπει να ενταχθεί σε ολοκληρωμένη μελέτη από διεπιστημονικό φορέα ή ομάδα φορέων, ώστε να εξεταστούν συνδυαστικά οι δραστηριότητες, οι υποδομές, οι μετεωρολογικές συνθήκες και η γεωμορφολογία της περιοχής.

Ενδεικτικό των δυσκολιών είναι ότι σε έκθεση του Σώματος Επιθεωρητών Περιβάλλοντος του 2020 αναφερόταν πως οι επιθεωρητές δεν διαθέτουν όργανα μέτρησης οσμών. Η παραδοχή αυτή αποτυπώνει ένα κρίσιμο κενό ελέγχου, σε μια περιοχή όπου οι κάτοικοι καταγγέλλουν εδώ και χρόνια ένα πρόβλημα με άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή και στην αίσθηση ασφάλειας.

Ο Δήμος Κερατσινίου – Δραπετσώνας, από την πλευρά του, αναφέρει ότι προχωρά στις απαραίτητες ενέργειες για τη σύναψη προγραμματικής σύμβασης με το Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.

Στόχος είναι η επέκταση και αναβάθμιση των μετρητικών υποδομών του δήμου, με λειτουργία δικτύου πολλαπλών θέσεων μέτρησης λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων εντός των ορίων του, σε συνδυασμό με τον ήδη υφιστάμενο σταθμό.

Ο δήμος παραπέμπει ακόμη σε ερευνητικό έργο του Τμήματος Χημείας του ΑΠΘ από το 2020, σύμφωνα με το οποίο η συσχέτιση χωρικών και μετεωρολογικών δεδομένων των σημείων δειγματοληψίας υπέδειξε ως πιθανή πηγή επικράτησης ημιπτητικών οργανικών ενώσεων τη βιομηχανική δραστηριότητα επεξεργασίας θαλάσσιου έρματος σε εγκαταστάσεις βιομηχανικής μονάδας στη Δραπετσώνα.

Η υπόθεση της δυσοσμίας στο Κερατσίνι και τη Δραπετσώνα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με αποσπασματικούς ελέγχους και υπηρεσιακές απαντήσεις. Απαιτείται πλήρης επιστημονική χαρτογράφηση, μετρήσεις στην πηγή, σαφές θεσμικό πλαίσιο για τις οσμηρές ενώσεις και διαρκής δημόσια λογοδοσία προς τους κατοίκους.

Όσο δεν εντοπίζεται με ακρίβεια η προέλευση των οσμών και όσο τα θεσμικά κενά επιτρέπουν να μην αποδίδονται ευθύνες, η περιοχή θα παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο καταγγελιών, ελέγχων χωρίς καθαρό αποτέλεσμα και καθημερινής περιβαλλοντικής ανασφάλειας.