8 Σεπτεμβρίου 2026

599 ημέρες πίσω από τα κάγκελα για καταγγελίες που η 19χρονη ανακάλεσε

Μια υπόθεση που εξελίχθηκε σε σοβαρή δικαστική πλάνη στην Ελβετία έρχεται στο φως, καθώς μητέρα και πατριός πέρασαν συνολικά 599 ημέρες στη φυλακή μετά τις καταγγελίες της τότε 14χρονης κόρης για σεξουαλική και σωματική κακοποίηση. Χρόνια αργότερα, η νεαρή, σήμερα 19 ετών, παραδέχθηκε ενώπιον των ελβετικών αρχών ότι οι καταγγελίες της ήταν ψευδείς.

Η εξέλιξη οδήγησε στην ακύρωση των καταδικαστικών αποφάσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ελβετίας, ενώ πλέον η ίδια η 19χρονη βρίσκεται αντιμέτωπη με ποινική έρευνα. Η υπόθεση προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκαν οι αρχικές καταγγελίες και για το πώς δύο άνθρωποι οδηγήθηκαν στη φυλακή στη βάση ισχυρισμών που τελικά ανακλήθηκαν.

Όταν η κοπέλα ήταν 14 ετών είχε καταγγείλει ότι δεχόταν επανειλημμένα σωματική και σεξουαλική κακοποίηση από τη μητέρα και τον πατριό της. Δικαστήριο της Ζυρίχης είχε κρίνει τότε ότι οι καταγγελίες της παρουσίαζαν «υψηλή πιθανότητα αξιοπιστίας» και τον Ιούλιο του 2021 καταδίκασε τον πατριό σε φυλάκιση τριών ετών και τη μητέρα σε 22 μήνες.

Η υπόθεση συνεχίστηκε σε δεύτερο βαθμό. Μετά από έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο το 2023, η ποινή του πατριού διαμορφώθηκε στους 50 μήνες για βαριά σωματική βλάβη και πολλαπλές κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου. Η μητέρα καταδικάστηκε σε 47 μήνες για συνέργεια.

Η ομολογία που ανέτρεψε ολόκληρη την υπόθεση

Τα δεδομένα άλλαξαν δραματικά όταν η νεαρή ανακάλεσε τις καταγγελίες της και παραδέχθηκε ότι είχε πει ψέματα. Όπως φέρεται να εξήγησε, προχώρησε στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς επειδή «ήθελε μόνο την ελευθερία της», υποστηρίζοντας παράλληλα ότι αρχικά δεν είχε πρόθεση να φτάσει η υπόθεση μέχρι την αστυνομία.

Η αυθεντικότητα της ομολογίας της εξετάστηκε από τις αρμόδιες αρχές. Η προκαταρκτική έρευνα, όπως αναφέρεται, δεν εντόπισε στοιχεία που να δείχνουν ότι η 19χρονη πιέστηκε ή εξαναγκάστηκε να αποσύρει όσα είχε καταγγείλει.

Μετά τη νέα αυτή εξέλιξη, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τις καταδίκες των δύο γονέων. Η υπόθεση, ωστόσο, δεν έκλεισε. Η Εισαγγελία Ανηλίκων της Ζυρίχης άρχισε ποινική έρευνα σε βάρος της 19χρονης για αδικήματα που αφορούν ψευδή κατηγορία, παρεμπόδιση της δικαιοσύνης και παράνομη στέρηση ελευθερίας.

Τα ερωτήματα για τον χειρισμό των ελβετικών αρχών

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το γεγονός ότι κατά την αρχική δικαστική διαδικασία είχαν παρουσιαστεί στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της ανήλικης. Καθηγητές της είχαν καταθέσει ότι η έφηβη συνήθιζε να λέει ψέματα, ενώ είχε αναφέρει ότι άκουγε φωνές στο κεφάλι της.

Παρά τα παραπάνω, οι καταγγελίες της ήταν εξαιρετικά λεπτομερείς. Η κοπέλα είχε περιγράψει περιστατικά κατά τα οποία, όπως ισχυριζόταν τότε, δεχόταν γροθιές και κλωτσιές, καθώς και χτυπήματα με ηλεκτρική σκούπα και καρέκλες.

Είχε επίσης καταγγείλει σεξουαλική κακοποίηση από τον πατριό της μέσα στο σπίτι και στον κήπο, ενώ είχε υποστηρίξει στο δικαστήριο ότι φορούσε πολλά στρώματα ρούχων προκειμένου να προστατεύεται.

Οι καταγγελίες δεν είχαν συνέπειες μόνο για τους δύο κατηγορουμένους. Η ίδια και τα μικρότερα αδέλφια της απομακρύνθηκαν από το οικογενειακό περιβάλλον και τοποθετήθηκαν προσωρινά σε ανάδοχες οικογένειες.

Η μεταγενέστερη ομολογία ανέτρεψε πλέον τα βασικά δεδομένα πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η δικαστική υπόθεση. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον όχι μόνο η ευθύνη της 19χρονης για όσα παραδέχθηκε ότι κατήγγειλε ψευδώς, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησαν οι μηχανισμοί της Δικαιοσύνης πριν δύο άνθρωποι στερηθούν την ελευθερία τους επί 599 ημέρες.