Σήμερα Γιορτάζουν:

ΗΛΙΑΣ

19 Ιουλίου 2026

Η αμερικανική ηγεμονία υποχωρεί και η Ελλάδα παραμένει στρατηγικά ακίνητη

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η μεταψυχροπολεμική Δύση οικοδόμησε την πολιτική της πάνω σε μια βολική βεβαιότητα: η Ιστορία είχε ολοκληρώσει τον μεγάλο κύκλο των ιδεολογικών και γεωπολιτικών συγκρούσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αναδειχθεί σε αδιαμφισβήτητη παγκόσμια δύναμη και η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αποτελούσε τον μοναδικό δρόμο για τα κράτη και τους λαούς.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου και η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή δημιούργησαν την εικόνα μιας μόνιμης παγκόσμιας τάξης. Η Ουάσιγκτον εμφανιζόταν ως ο μοναδικός ρυθμιστής των εξελίξεων, οι αγορές αποκτούσαν εξουσία μεγαλύτερη από εκείνη πολλών κυβερνήσεων και οι εθνικές ταυτότητες αντιμετωπίζονταν ως κατάλοιπα μιας εποχής που υποτίθεται ότι είχε παρέλθει.

Η πραγματικότητα διέλυσε αυτή την κατασκευή. Η Ιστορία συνέχισε να κινείται με τους δικούς της νόμους, αδιαφορώντας για τις θεωρίες των πανεπιστημίων, τις αναλύσεις των δεξαμενών σκέψης και τις διακηρύξεις των δυτικών κυβερνήσεων. Η ισχύς μετακινήθηκε, νέοι παίκτες εμφανίστηκαν, παλαιές δυνάμεις επέστρεψαν και οι λαοί αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τις ταυτότητες και τα συμφέροντά τους στο όνομα μιας αφηρημένης παγκόσμιας ομοιομορφίας.

Σήμερα η Ρωσία εξακολουθεί να αντέχει την οικονομική και στρατιωτική πίεση της Δύσης, η Κίνα διευρύνει την παραγωγική και τεχνολογική της ισχύ, η Ινδία ακολουθεί αυτόνομη στρατηγική, το Ιράν παραμένει ενεργός περιφερειακός παράγοντας και οι BRICS αποκτούν μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό βάρος. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ενεργειακές, δημογραφικές και βιομηχανικές αδυναμίες, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν για πρώτη φορά μετά το 1991 να αμφισβητείται συστηματικά η δυνατότητά τους να καθορίζουν μονομερώς τις διεθνείς εξελίξεις.

Μέσα σε αυτή την κοσμογονική μεταβολή, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε αντιλήψεις περασμένων δεκαετιών. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη συμπεριφέρεται σαν η αμερικανική πρωτοκαθεδρία να αποτελεί αιώνια και αμετάβλητη συνθήκη. Επενδύει στην πλήρη ευθυγράμμιση με τις επιλογές της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών, χωρίς να παρουσιάζει ολοκληρωμένη στρατηγική για την υπεράσπιση των αυτοτελών ελληνικών συμφερόντων.

Η Ιστορία έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι οι αυτοκρατορίες χάνουν πρώτα την κυριαρχία τους στη συνείδηση των λαών και αργότερα στα επίσημα βιβλία. Η παρακμή ξεκινά όταν οι σύμμαχοι αναζητούν εναλλακτικές, όταν οι αντίπαλοι παύουν να φοβούνται και όταν η ίδια η ηγεμονική δύναμη αδυνατεί να αναγνωρίσει τα όρια των δυνατοτήτων της.

Η κατάρρευση της μονοπολικής βεβαιότητας

Το 1992 ο Φράνσις Φουκουγιάμα δημοσίευσε το βιβλίο «Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος», διατυπώνοντας τη θέση ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είχε επικρατήσει οριστικά ως τελικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Ο κομμουνισμός είχε καταρρεύσει, ο φασισμός είχε ηττηθεί και η μεγάλη ιδεολογική αντιπαράθεση του 20ού αιώνα έμοιαζε να έχει κλείσει.

Η θεωρία αυτή μετατράπηκε γρήγορα σε πολιτικό δόγμα. Κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης και ισχυρά οικονομικά κέντρα υιοθέτησαν την πεποίθηση ότι η αμερικανική ηγεμονία ήταν μόνιμη, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ αναπόφευκτη και η παγκοσμιοποίηση αδιαπραγμάτευτη.

Οι στρατιωτικές επεμβάσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν παρουσιάστηκαν ως επιχειρήσεις εκδημοκρατισμού. Η απορρύθμιση των αγορών προβλήθηκε ως προϋπόθεση ανάπτυξης. Η άνοδος της Κίνας θεωρήθηκε μια προσωρινή πρόκληση, η οποία θα μπορούσε να ελεγχθεί μέσω της οικονομικής ενσωμάτωσης και της πρόσβασης στις δυτικές αγορές.

Ακολούθησε η βίαιη επιστροφή της πραγματικότητας. Η εικοσαετής αμερικανική παρουσία στο Αφγανιστάν ολοκληρώθηκε το 2021 με μια χαοτική αποχώρηση από την Καμπούλ. Οι εικόνες του αεροδρομίου θύμισαν την πτώση της Σαϊγκόν και αποκάλυψαν τα όρια μιας υπερδύναμης που είχε επενδύσει τεράστιους στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους χωρίς να πετύχει τους διακηρυγμένους στόχους της.

Το Ιράκ παρέμεινε πεδίο πολιτικής αστάθειας, κοινωνικού διχασμού και εξωτερικών παρεμβάσεων. Η Συρία εξελίχθηκε σε χώρο ανταγωνισμού μεταξύ περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων, αποδεικνύοντας ότι η Δύση δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να επιβάλλει μόνη της την τελική διευθέτηση.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία επανέφερε στην Ευρώπη τη σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, τη μαζική χρήση πυροβολικού, τις μάχες φθοράς και τον ανταγωνισμό πολεμικών βιομηχανιών. Οι κυρώσεις δεν οδήγησαν στην ταχεία κατάρρευση της Ρωσίας, όπως είχαν προβλέψει δυτικές κυβερνήσεις και αναλυτές. Η Μόσχα διατήρησε τη στρατιωτική της ικανότητα, αναπροσάρμοσε τις εμπορικές της σχέσεις και ενίσχυσε τους δεσμούς της με την Κίνα, την Ινδία και χώρες του παγκόσμιου Νότου.

Η Κίνα αναδείχθηκε σε βιομηχανικό και τεχνολογικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών. Διαθέτει τεράστια παραγωγική βάση, επενδύει στην τεχνητή νοημοσύνη, στη ναυπηγική, στους ημιαγωγούς, στα μη επανδρωμένα συστήματα και στις διαστημικές τεχνολογίες. Παράλληλα, διευρύνει τη διπλωματική της παρουσία στην Ασία, στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και στη Μέση Ανατολή.

Η Ινδία αρνείται να περιοριστεί στον ρόλο του συμπληρωματικού συμμάχου της Δύσης. Διατηρεί ενεργειακές και αμυντικές σχέσεις με τη Ρωσία, συνεργάζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου εξυπηρετούνται τα συμφέροντά της και διεκδικεί αυτοτελή θέση στο διεθνές σύστημα.

Το Ιράν, παρά τις δεκαετίες κυρώσεων, τις στρατιωτικές πιέσεις και τις εσωτερικές δυσκολίες, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές δυνατότητες πυραύλων, drones και περιφερειακής επιρροής. Η σύγκρουσή του με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δείχνει πόσο δύσκολο είναι να εξουδετερωθεί μια πολυπληθής χώρα με μεγάλη γεωγραφική έκταση, οργανωμένες ένοπλες δυνάμεις και ισχυρό ιδεολογικό μηχανισμό.

Η Τουρκία ακολουθεί εξίσου επιθετική στρατηγική. Επεμβαίνει στη Συρία, διατηρεί στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη, αναπτύσσει δεσμούς στον Καύκασο, επενδύει στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία και προωθεί τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η Άγκυρα αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις, εξακολουθεί όμως να σχεδιάζει με όρους περιφερειακής δύναμης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη συνολικά δύναμη του πλανήτη, με τεράστια στρατιωτική παρουσία, κυρίαρχο νόμισμα, κορυφαία πανεπιστήμια, τεχνολογικές επιχειρήσεις και παγκόσμιο δίκτυο συμμαχιών. Η υπεροχή τους έχει πλέον σαφή όρια. Κάθε νέα στρατιωτική εμπλοκή απαιτεί υψηλό οικονομικό και πολιτικό κόστος, ενώ η αμερικανική βιομηχανία δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στην ταχύτητα κατανάλωσης πυρομαχικών που απαιτούν οι σύγχρονοι πόλεμοι.

Η Κίνα έχει δημιουργήσει σημαντικό πλεονέκτημα σε κρίσιμους τομείς μαζικής παραγωγής, κυρίως στη ναυπηγική, στα εμπορικά drones, στις μπαταρίες και στις βιομηχανικές αλυσίδες. Η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον: η στρατιωτική τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από δυνατότητα ταχείας, μαζικής και οικονομικά βιώσιμης παραγωγής.

Μια χερσαία επέμβαση στο Ιράν θα απαιτούσε τεράστιο αριθμό στρατιωτών, μακροχρόνια κατοχή, συνεχή ανεφοδιασμό και αντοχή σε απώλειες. Η εμπειρία του Ιράκ και του Αφγανιστάν έχει περιορίσει την κοινωνική και πολιτική διάθεση των Ηνωμένων Πολιτειών για νέους πολέμους αυτού του τύπου.

Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να διατηρήσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία με πιο ωμή, συναλλακτική και επιθετική πολιτική. Χρησιμοποιεί δασμούς, κυρώσεις, στρατιωτικές απειλές και διμερείς πιέσεις, αντιμετωπίζοντας τις συμμαχίες ως σχέσεις κόστους και ανταλλάγματος. Η μέθοδος αυτή αποτυπώνει την ανασφάλεια μιας δύναμης που βλέπει το μονοπώλιο της πρωτοβουλίας να περιορίζεται.

Ο σημερινός κόσμος είναι πολυπολικός, ρευστός και ιδιαίτερα επικίνδυνος. Οι συμμαχίες μεταβάλλονται, οι περιφερειακές δυνάμεις διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία και οι διεθνείς κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά. Καμία υπερδύναμη δεν διαθέτει πλέον την ικανότητα να επιβάλλει απόλυτη τάξη σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Η εποχή της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής ηγεμονίας υποχωρεί σταδιακά. Η αλλαγή δεν εκδηλώνεται μέσα από μία και μοναδική ήττα. Προχωρά με τη συσσώρευση αποτυχιών, τη φθορά της αποτρεπτικής ισχύος, την ενίσχυση ανταγωνιστικών κέντρων και την απώλεια εμπιστοσύνης των συμμάχων.

Η ελληνική στρατηγική αδράνεια και η απειλή της Τουρκίας

Ενώ το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται με μεγάλη ταχύτητα, η ελληνική πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να κινείται με τα αντανακλαστικά της δεκαετίας του 1990. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει σχεδόν ολοκληρωτικά στην αντίληψη ότι η απόλυτη προσήλωση στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί πλήρη εθνική στρατηγική.

Η προσκόλληση δεν συνιστά στρατηγική. Συνιστά εξάρτηση. Η εξωτερική πολιτική απαιτεί διαρκή αξιολόγηση συσχετισμών, εναλλακτικά κανάλια επικοινωνίας, αμυντική ισχύ, οικονομική ανθεκτικότητα και καθαρή ιεράρχηση απειλών.

Κάθε κράτος υπηρετεί τα δικά του συμφέροντα. Η Ουάσιγκτον υπερασπίζεται τις αμερικανικές προτεραιότητες, το Βερολίνο τις γερμανικές, το Παρίσι τις γαλλικές και η Άγκυρα τις τουρκικές. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει ότι διαμορφώνει πολιτική με αποκλειστικό κριτήριο την ασφάλεια, την κυριαρχία και την ευημερία της χώρας.

Η Ελλάδα λειτουργεί συχνά ως παθητικός παρατηρητής. Παραχωρεί στρατιωτικές διευκολύνσεις, συμμετέχει σε κυρώσεις, υιοθετεί αποφάσεις τρίτων και εμφανίζεται ως απολύτως προβλέψιμος σύμμαχος, χωρίς να εξασφαλίζει πάντοτε συγκεκριμένα και δεσμευτικά ανταλλάγματα για τα εθνικά ζητήματα.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη στρατηγική αδράνεια ως υπευθυνότητα και την αποφυγή δύσκολων αποφάσεων ως σταθερότητα. Την ίδια ώρα, η Τουρκία ενισχύει τη ναυτική και αεροπορική της ισχύ, επεκτείνει την πολεμική της βιομηχανία και επιμένει στις αναθεωρητικές της διεκδικήσεις.

Το τουρκικό casus belli για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων παραμένει σε ισχύ. Η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» αμφισβητεί ευθέως ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Οι τουρκικές απαιτήσεις αφορούν το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, την αποστρατιωτικοποίηση νησιών, τις θαλάσσιες ζώνες και τη μειονότητα της Θράκης.

Η απειλή είναι συγκεκριμένη, διακηρυγμένη και υποστηρίζεται από στρατιωτικές δυνατότητες. Η Άγκυρα επενδύει σε drones, πυραύλους, πολεμικά πλοία, αεροσκάφη και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Παράλληλα, καλλιεργεί μια εθνική αφήγηση που παρουσιάζει την αναθεώρηση των συνόρων και των ισορροπιών ως ιστορικό δικαίωμα της Τουρκίας.

Η Αθήνα επέλεξε τα τελευταία χρόνια να τοποθετήσει τη Ρωσία στο κέντρο της δημόσιας εχθρικής ρητορικής, ακολουθώντας πλήρως τη δυτική γραμμή για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η επιλογή αυτή επιβάρυνε τις ελληνορωσικές σχέσεις χωρίς να συνοδευτεί από ουσιαστικές δυτικές εγγυήσεις απέναντι στην τουρκική απειλή.

Η Ρωσία δεν συνορεύει με την Ελλάδα και δεν διατηρεί επίσημο δόγμα αμφισβήτησης ελληνικών νησιών και θαλάσσιων ζωνών. Η Τουρκία βρίσκεται δίπλα στην ελληνική επικράτεια και προβάλλει καθημερινά απαιτήσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας.

Η γεωγραφία επιβάλλει προτεραιότητες. Η συμμετοχή της Ελλάδας στη Δύση αποτελεί δεδομένη στρατηγική επιλογή, χωρίς να ακυρώνει την ανάγκη για ρεαλιστικές σχέσεις με άλλες μεγάλες δυνάμεις. Ένα κράτος με τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας οφείλει να διατηρεί δίαυλους, να αξιοποιεί αντιθέσεις και να αποφεύγει τη μετατροπή του σε δεδομένο προκεχωρημένο φυλάκιο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετωπίζει τις συμφωνίες «ήρεμων νερών» με την Τουρκία ως απόδειξη σταθερότητας. Η αποκλιμάκωση της έντασης είναι χρήσιμη μόνο όταν συνοδεύεται από εγκατάλειψη των αναθεωρητικών αξιώσεων. Η Άγκυρα δεν έχει αποσύρει το casus belli, δεν έχει εγκαταλείψει τη «Γαλάζια Πατρίδα» και συνεχίζει να θέτει ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας.

Η επίκληση του διεθνούς δικαίου δεν αρκεί όταν ισχυρά κράτη το εφαρμόζουν κατά περίπτωση. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις, οι μονομερείς κυρώσεις και οι επιλεκτικές ερμηνείες διεθνών κανόνων δημιουργούν επικίνδυνα προηγούμενα. Η Τουρκία μπορεί να επιχειρήσει να αξιοποιήσει αυτή τη διεθνή απορρύθμιση για να δοκιμάσει τις ελληνικές αντοχές.

Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, εγχώρια αμυντική βιομηχανία, επαρκή αποθέματα πυρομαχικών, ενεργειακή ασφάλεια και κοινωνική συνοχή. Χρειάζεται επίσης πολιτική ηγεσία που να κατανοεί ότι οι συμμαχίες αποκτούν αξία όταν στηρίζονται σε αμοιβαία συμφέροντα και σαφείς δεσμεύσεις.

Η εκχώρηση της εθνικής ασφάλειας σε τρίτους αποτελεί επικίνδυνη επιλογή. Καμία ξένη κυβέρνηση δεν θα θυσιάσει αυτομάτως δικά της συμφέροντα για την προστασία της Ελλάδας. Η αποτροπή ξεκινά από την εσωτερική ισχύ, την αποφασιστικότητα και την ικανότητα πρόκλησης σοβαρού κόστους σε κάθε επιτιθέμενο.

Το ελληνικό κράτος παραμένει ταυτόχρονα ευάλωτο σε δημογραφική συρρίκνωση, παραγωγική αποδυνάμωση, ενεργειακή εξάρτηση και κοινωνικές ανισότητες. Η πώληση κρίσιμων υποδομών, η εξάρτηση από ξένα κεφάλαια και η εγκατάλειψη της εγχώριας παραγωγής περιορίζουν τη δυνατότητα άσκησης αυτόνομης πολιτικής.

Η εθνική ισχύς δεν εξαντλείται στα οπλικά συστήματα. Περιλαμβάνει την οικονομία, τη βιομηχανία, τη γεωργία, την παιδεία, τη δημογραφία, την πολιτιστική συνοχή και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Μια κοινωνία διχασμένη, απογοητευμένη και χωρίς ιστορική αυτογνωσία δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει μεγάλες κρίσεις.

Η Ελλάδα χρειάζεται επανασύνδεση με την ιστορική της ταυτότητα και τη Ρωμιοσύνη, χωρίς εχθρότητα προς άλλους λαούς και χωρίς ιδεολογικές υπερβολές. Η ορθόδοξη παράδοση, η γλώσσα, η ιστορική μνήμη και η εθνική συνείδηση αποτελούν πηγές συνοχής και αντοχής.

Οι θρησκευτικές προφητείες και οι παραδόσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον στρατηγικό σχεδιασμό. Η πίστη αποκτά ουσία όταν συνοδεύεται από ευθύνη, προετοιμασία, ενότητα και θυσία. Η προσδοκία μιας εξωτερικής ή υπερφυσικής σωτηρίας οδηγεί σε αδράνεια, όταν η ίδια η κοινωνία αποφεύγει να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες της.

Ο νέος πολυπολικός κόσμος θα είναι πιο αβέβαιος, πιο ανταγωνιστικός και πιθανότατα πιο βίαιος. Οι παλαιές βεβαιότητες καταρρέουν, οι συμμαχίες αναδιαμορφώνονται και οι ισχυροί επιδιώκουν να επεκτείνουν τον χώρο επιρροής τους.

Η Ελλάδα οφείλει να πάψει να περιμένει ότι κάποιος άλλος θα λύσει τα προβλήματά της. Χρειάζεται να ιεραρχήσει την τουρκική απειλή, να ενισχύσει την αποτροπή, να αποκαταστήσει την παραγωγική της βάση και να διαμορφώσει πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική με γνώμονα το εθνικό συμφέρον.

Το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο η υποχώρηση της αμερικανικής μονοκρατορίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ικανότητα της Ελλάδας να αντιληφθεί εγκαίρως τη μετάβαση και να προσαρμοστεί χωρίς να χάσει κυριαρχία, ασφάλεια και ιστορική ταυτότητα.

Οι αυτοκρατορίες δεν καταρρέουν μέσα σε μία ημέρα. Η φθορά τους συσσωρεύεται, η επιρροή τους υποχωρεί και η εικόνα της παντοδυναμίας διαλύεται. Η Ελλάδα κινδυνεύει περισσότερο από τη δική της αδράνεια παρά από την αλλαγή του κόσμου.

Η χώρα χρειάζεται αφύπνιση, στρατηγική σοβαρότητα και επιστροφή σε μια ζωντανή εθνική συνείδηση. Η Ρωμιοσύνη δεν είναι σύνθημα νοσταλγίας. Είναι απαίτηση για ιστορική συνέχεια, πνευματική συνοχή και πολιτική αυτονομία. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η Ελλάδα θα παραμένει θεατής των εξελίξεων και αντικείμενο των σχεδιασμών τρίτων.