Η Κομισιόν θολώνει τις γραμμές των Πρεσπών – Στο στόχαστρο η κυβερνητική σιωπή
Έντονες πολιτικές αντιδράσεις προκαλούν οι τοποθετήσεις της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στα Σκόπια, καθώς η αναφορά της σε «μακεδονική ταυτότητα», γλώσσα και πολιτισμό επαναφέρει στο προσκήνιο τις ευαίσθητες διαχωριστικές γραμμές της Συμφωνίας των Πρεσπών. Παράλληλα, η στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι στην κυβέρνηση του Χρίστιαν Μίτσκοσκι δημιουργεί ανησυχία για την τήρηση των προϋποθέσεων που έχουν συμφωνηθεί για την ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας.
Η δημόσια στήριξη της προέδρου της Κομισιόν προς τη γειτονική χώρα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση των Σκοπίων αναζητά περιθώρια επαναδιαπραγμάτευσης των υποχρεώσεών της. Για την Αθήνα και τη Σόφια, το ουσιαστικό διακύβευμα παραμένει η πλήρης εφαρμογή των δεσμεύσεων που συνοδεύουν την ενταξιακή διαδικασία.
Η ευρωπαϊκή αξιοπιστία δοκιμάζεται όταν ήδη συμφωνημένοι όροι εμφανίζονται εκ νέου ως αντικείμενο πολιτικού παζαριού. Η παρέμβαση της φον ντερ Λάιεν αφήνει χώρο σε αυτή την ανάγνωση, ενώ οι διατυπώσεις της για την ταυτότητα και τον πολιτισμό της γειτονικής χώρας ενισχύουν την πολιτική επιχειρηματολογία της κυβέρνησης Μίτσκοσκι.
Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας γνωστοποίησε ότι, έπειτα από συμβουλή της προέδρου της Επιτροπής, ανέθεσε στον υπουργό Εξωτερικών Τίμτσο Μουτσούνσκι να επιδιώξει συνάντηση με τη Βουλγάρα ομόλογό του, Βελισλάβα Πέτροβα. Η συνάντηση συνδέεται με την παρουσία του στο φόρουμ για τον Διάδρομο 8 στις 8 Οκτωβρίου.
Οι κινήσεις αυτές πραγματοποιούνται παράλληλα με την ευρωπαϊκή συζήτηση για τη διεύρυνση. Στον σχετικό προγραμματισμό περιλαμβάνονται η παρουσίαση των αναθεωρήσεων πολιτικής πριν από τη διεύρυνση στις 6 Οκτωβρίου και η συζήτηση των Ευρωπαίων ηγετών για τη διεύρυνση και τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις στις 15 και 16 Οκτωβρίου.
Οι δεσμεύσεις του 2022 και η πίεση για νέα διαπραγμάτευση
Η απαίτηση για συνταγματική αναθεώρηση στη Βόρεια Μακεδονία αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού συμβιβασμού του 2022. Στα συμπεράσματα της 18ης Ιουλίου εκείνου του έτους, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέδεσε την επόμενη διακυβερνητική διάσκεψη με την ενσωμάτωση στο Σύνταγμα πολιτών που ανήκουν σε άλλους λαούς, περιλαμβανομένων των Βουλγάρων.
Το επόμενο ενταξιακό βήμα εξαρτάται από την εκπλήρωση αυτής της συγκεκριμένης υποχρέωσης. Το Συμβούλιο έχει προβλέψει τη σύγκληση της διάσκεψης χωρίς καθυστέρηση ή πρόσθετη πολιτική απόφαση, μόλις ολοκληρωθεί η απαιτούμενη αλλαγή. Η πολιτική συμφωνία υπάρχει ήδη και η εφαρμογή της προϋποθέτει ενέργειες από την πλευρά των Σκοπίων.
Η περιγραφή της εκκρεμότητας ως αποκλειστικά διμερούς διαφοράς ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία αποδυναμώνει αυτή την ευρωπαϊκή διάσταση. Οι διαφωνίες των δύο χωρών είναι υπαρκτές. Ο συγκεκριμένος όρος, όμως, έχει ενταχθεί στις κοινές αποφάσεις της Ένωσης και δεσμεύει την υποψήφια χώρα στο πλαίσιο της ενταξιακής της πορείας.
Όταν η συζήτηση μεταφέρεται στην αναζήτηση νέας παραχώρησης από τη Σόφια, η ευθύνη για την εφαρμογή της συμφωνίας μετατοπίζεται. Η κυβέρνηση των Σκοπίων αποκτά περιθώριο να παρουσιάζει μια ανεκπλήρωτη υποχρέωση ως ανοιχτή πολιτική διαπραγμάτευση. Βουλγαρικές κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένα απορρίψει την παρουσίαση των συμφωνημένων προϋποθέσεων ως μεταγενέστερων απαιτήσεων.
Στο διαπραγματευτικό πλαίσιο περιλαμβάνεται επίσης η συνεπής εφαρμογή της Συνθήκης Φιλίας, Καλής Γειτονίας και Συνεργασίας του 2017. Προβλέπονται ακόμη οι ετήσιες επανεξετάσεις και τα μέτρα που συνδέονται με το άρθρο 12 της Συνθήκης, στοιχεία που προσδίδουν συγκεκριμένο περιεχόμενο στην υποχρέωση καλής γειτονίας.
Ο Μίτσκοσκι υποστήριξε ότι αναμένει ευρωπαϊκή συνδρομή για μια λύση που θα αποσαφηνίζει τα συμφωνημένα, θα καθιστά τις υποχρεώσεις δεσμευτικές για όλους και θα αποκλείει την προσθήκη νέων διμερών προϋποθέσεων, ερμηνειών ή αξιώσεων στην ενταξιακή διαδικασία. Η τοποθέτηση αυτή υπηρετεί την προσπάθειά του να καθορίσει πολιτικά τα όρια των απαιτήσεων προς τη χώρα του.
Η ενθάρρυνση της συνάντησης με τη βουλγαρική πλευρά μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια επανεκκίνησης της διπλωματικής επικοινωνίας. Το περιεχόμενο των κλειστών συνομιλιών παραμένει άγνωστο. Συνεπώς, από τις δημόσιες δηλώσεις δεν τεκμηριώνεται απόφαση αλλαγής του ευρωπαϊκού πλαισίου. Τεκμηριώνεται, ωστόσο, ένα πολιτικό μήνυμα που αφήνει ασάφεια ως προς την απαρέγκλιτη εφαρμογή του.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί η επιλογή των παραδειγμάτων από τη φον ντερ Λάιεν. Η πρόεδρος της Επιτροπής παρουσίασε τη Συμφωνία των Πρεσπών ως δείγμα πολιτικού θάρρους, χωρίς αντίστοιχη αναφορά στη Συνθήκη με τη Βουλγαρία. Η ασυμμετρία αυτή υποβαθμίζει στο δημόσιο μήνυμα μία από τις βασικές συνιστώσες των δεσμεύσεων της γειτονικής χώρας.
Η «μακεδονική ταυτότητα» και η καταγγελία Σαμαρά για υποχωρήσεις
Στη συνάντησή της με τον Μίτσκοσκι στις 2 Οκτωβρίου, η φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση υποδέχεται τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πρόσθεσε ότι ο «μακεδονικός πολιτισμός» και η «μακεδονική γλώσσα» μπορούν να εμπλουτίσουν την Ένωση.
Η χρήση του όρου «ταυτότητα» έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος για την Ελλάδα. Αγγίζει τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην ιθαγένεια, τη γλώσσα και την εθνότητα, οι οποίες βρίσκονται στον πυρήνα της αντιπαράθεσης για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η γενική διατύπωση της προέδρου της Κομισιόν επιτρέπει ευρύτερες ερμηνείες από εκείνες που συνδέονται με έναν αυστηρά νομικό όρο.
Η Συμφωνία αναγνωρίζει την επίσημη γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας ως «μακεδονική», με τη διευκρίνιση ότι ανήκει στις νοτιοσλαβικές γλώσσες. Παράλληλα, αποσαφηνίζει ότι η γλώσσα και τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της γειτονικής χώρας δεν συνδέονται με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία και την κληρονομιά της ελληνικής Μακεδονίας.
Για το πεδίο της ιθαγένειας, η επίσημη ελληνική ερμηνεία αναφέρεται στον νομικό δεσμό ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Η ελληνική πλευρά έχει τονίσει ότι η Συμφωνία δεν αναγνωρίζει «μακεδονικό έθνος» ή «μακεδονικό λαό» και δεν καθορίζει ζητήματα εθνότητας.
Η έννοια της «ταυτότητας» εκτείνεται πέρα από αυτόν τον νομικό δεσμό. Μπορεί να προσλάβει εθνικό, ιστορικό και πολιτιστικό περιεχόμενο. Γι’ αυτό η χρήση της από την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, χωρίς ταυτόχρονη υπενθύμιση των σχετικών διακρίσεων, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για πολιτική αξιοποίηση από τα Σκόπια.
Ανάλογες διατυπώσεις έχουν χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν. Το 2022 η φον ντερ Λάιεν απευθύνθηκε στους πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας ως «Μακεδόνες» και μίλησε για σεβασμό της εθνικής τους ταυτότητας. Το 2023 επανέφερε την προοπτική υποδοχής της χώρας στην Ένωση με τη δική της γλώσσα και τη μοναδική της ταυτότητα.
Η επανάληψη αυτής της φρασεολογίας καθιστά αναγκαία τη σαφή αποσαφήνιση της ευρωπαϊκής θέσης. Η συμβατότητα των δηλώσεων με το άρθρο 7 της Συμφωνίας των Πρεσπών έχει ουσιαστική διπλωματική σημασία για την Αθήνα, καθώς το συγκεκριμένο άρθρο διαχωρίζει το ιστορικό και πολιτιστικό περιεχόμενο των όρων «Μακεδονία» και «μακεδονικός» για τις δύο πλευρές.
Για την Ελλάδα, οι όροι συνδέονται με τη βόρεια ελληνική περιοχή, τον ελληνικό πολιτισμό και την ιστορική του συνέχεια. Για τη Βόρεια Μακεδονία, περιγράφουν τη δική της ιστορία, πολιτισμό και γλώσσα, με ρητή διαφοροποίηση από την αρχαία ελληνική κληρονομιά. Η παράλειψη αυτών των ορίων σε υψηλού επιπέδου ευρωπαϊκές δηλώσεις θολώνει το δημόσιο πολιτικό μήνυμα.
Η αναφορά σε «μακεδονική κουλτούρα» και «ταυτότητα» προσφέρει στην κυβέρνηση Μίτσκοσκι ισχυρό υλικό για την εσωτερική πολιτική σκηνή. Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να υπερασπιστεί με σαφήνεια τις διακρίσεις που επικαλείται επισήμως, καθώς η διπλωματική ασάφεια ευνοεί την παγίωση ευρύτερων ερμηνειών.
Σφοδρή κριτική στις εξελίξεις άσκησε ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Σε βιντεοσκοπημένη παρέμβασή του αμφισβήτησε την ευρωπαϊκή εκπροσώπηση που εκφράζει η φον ντερ Λάιεν και κατήγγειλε τον θαυμασμό της για τη λεγόμενη μακεδονική γλώσσα και τον πολιτισμό των Σκοπίων.
Ο Σαμαράς συνέδεσε τις δηλώσεις της με τη συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας για εκκλησιαστικά κειμήλια, χαρακτηρίζοντας τις δύο εξελίξεις «διπλό χτύπημα». Υποστήριξε ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών και καταλόγισε στην ελληνική πλευρά σιωπηλή παρακολούθηση των γεγονότων.
Για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία, ανέφερε ότι η Σόφια υποδέχθηκε τα οστά του Σαμουήλ με τις ανώτατες επίσημες τιμές. Περιέγραψε την εξέλιξη ως εκπλήρωση βουλγαρικού εθνικού στόχου που παρέμενε ανοιχτός για περισσότερο από έναν αιώνα, αποδίδοντάς της εξαιρετικά μεγάλη συμβολική σημασία.
Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, η Ελλάδα παρέλαβε μόλις 48 κειμήλια και λειψανοθήκες από τις χιλιάδες που, όπως επισήμανε, είχαν αφαιρεθεί από τη Βόρεια Ελλάδα κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπενθύμισε ότι επί της πρωθυπουργίας του είχε ζητήσει την επιστροφή του συνόλου των κλαπέντων εκκλησιαστικών θησαυρών.
Η κριτική του στράφηκε ευθέως στην κυβερνητική παρουσίαση της συμφωνίας ως επιτυχίας. Ο Σαμαράς χαρακτήρισε την εξέλιξη υποχώρηση που προβλήθηκε με πανηγυρικό τρόπο, ανοίγοντας ακόμη ένα μέτωπο για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και τη διαχείριση ζητημάτων ιστορικής και εθνικής σημασίας.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Συμφωνία Ελλάδας-Φλόριντα για άμυνα και ασφάλεια
Βύρωνας: Σύλληψη για διακίνηση αλλοδαπών
Ρεκόρ επιθέσεων σε δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ