11 Φεβρουαρίου 2026

Η μηχανή της κατάρτισης και η διαχείριση των κονδυλίων για τους ανέργους

Τα προγράμματα που απευθύνονται στους ανέργους έχουν εξελιχθεί σε έναν μηχανισμό από τον οποίο αποκομίζουν έσοδα συγκεκριμένοι κύκλοι, χωρίς ουσιαστικό όφελος για τους ίδιους τους δικαιούχους. Η λειτουργία τους δημιουργεί ένα πλαίσιο προβλέψιμων κερδών για όσους έχουν πρόσβαση στη διαχείριση και την υλοποίησή τους.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έχουν οι φορείς που κατανέμουν τα κονδύλια, όπως τα υπουργεία Εργασίας και Ανάπτυξης και η ΔΥΠΑ, καθώς και όσοι αναλαμβάνουν την ανάθεση και την εκτέλεση των προγραμμάτων. Η ευθύνη εκτείνεται σε ολόκληρη την αλυσίδα λήψης και εφαρμογής των αποφάσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή της εξ αποστάσεως κατάρτισης, χωρίς υποχρέωση φυσικής παρουσίας των συμμετεχόντων, διαμόρφωσε συνθήκες περιορισμένου ελέγχου. Η εισαγωγή της ασύγχρονης εκπαίδευσης ενίσχυσε περαιτέρω αυτή τη λογική, καθώς οι καταρτιζόμενοι καλούνται απλώς να συνδεθούν σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες και να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια σε χρόνο που οι ίδιοι επιλέγουν.

Η διαδικασία ολοκληρώνεται ουσιαστικά σε αυτό το στάδιο, χωρίς επιβεβαίωση της εκπαιδευτικής συμμετοχής ή της απόκτησης δεξιοτήτων. Το μοντέλο αυτό εφαρμόζεται εδώ και χρόνια και έχει αναδειχθεί επανειλημμένα μέσα από δημοσιεύματα που καταγράφουν τις αδυναμίες της κατάρτισης και της εξειδίκευσης.

Η πρακτική αυτή προϋπήρχε, ωστόσο μετά την πανδημία και τη γενίκευση της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η κλίμακα της εφαρμογής της διευρύνθηκε σημαντικά. Η ασύγχρονη κατάρτιση αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό διόγκωσης της χρηματοδότησης χωρίς αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού κόστους.

Αφορμή για νέα συζήτηση δίνει η ποινική διερεύνηση που αφορά κοινοτικά προγράμματα, τη ΓΣΕΕ και την πρώην γενική γραμματέα του υπουργείου Εργασίας Άννα Στρατηνάκη. Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονται τα κονδύλια που προορίζονται για ανέργους και εργαζόμενους.

Από τη συγκεκριμένη διαδικασία προκύπτουν σαφείς ωφελημένοι. Πρώτοι είναι όσοι κατευθύνουν τη ροή του χρήματος από κεντρικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων κυβερνητικών στελεχών, γενικών γραμματέων και διοικήσεων οργανισμών. Οι άνεργοι παραμένουν εκτός ουσιαστικού οφέλους.

Στη συνέχεια έρχονται οι φορείς στους οποίους ανατίθενται τα προγράμματα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προκρίνει τη συμμετοχή κοινωνικών εταίρων, όπως συνδικαλιστικές οργανώσεις και επαγγελματικές ενώσεις. Οι οργανισμοί αυτοί, αδυνατώντας να υλοποιήσουν τα έργα, τα μεταβιβάζουν σε Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης ή σε ιδιωτικά Κέντρα Δια Βίου Μάθησης, τα οποία αναλαμβάνουν και την καθοδήγηση των ανέργων.

Τα οικονομικά οφέλη των φορέων υλοποίησης αποτυπώνονται στα κίνητρα που προσφέρονται στους συμμετέχοντες. Στο παρελθόν αυτά περιορίζονταν σε ηλεκτρονικές συσκευές, ενώ πλέον καταγράφονται περιπτώσεις χρηματικών παροχών πέραν της προβλεπόμενης αμοιβής του προγράμματος.

Η δυνατότητα αυτή προκύπτει από την αυξημένη αποζημίωση ανά καταρτιζόμενο που λαμβάνουν τα κέντρα. Σε πρόσφατα προγράμματα, το ωριαίο κόστος παρουσίασε αισθητή άνοδο, δημιουργώντας περιθώρια επιπλέον κέρδους.

Ιδιαίτερο βάρος αποκτούν οι ψηφιακές πλατφόρμες που χρησιμοποιούνται στην ασύγχρονη εκπαίδευση. Οι πάροχοι των πλατφορμών απορροφούν σημαντικό μέρος των κονδυλίων, αξιοποιώντας εκπαιδευτικό υλικό που σε αρκετές περιπτώσεις προέρχεται από πρόχειρες μεταφράσεις ξενόγλωσσων προγραμμάτων. Τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης υποχρεώνονται να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το υλικό αυτό, με υψηλό κόστος ανά συμμετέχοντα.

Η πρόσβαση στα προγράμματα εξελίσσεται σε ανταγωνιστική διαδικασία. Οι άνεργοι παραδίδουν δικαιολογητικά και προσωπικούς κωδικούς στα κέντρα κατάρτισης, ώστε οι αιτήσεις να υποβληθούν άμεσα με το άνοιγμα της πλατφόρμας. Παρ’ όλα αυτά, μόνο ένα περιορισμένο ποσοστό καταφέρνει να ενταχθεί.

Με το άνοιγμα της πλατφόρμας, καταχωρίζονται μαζικά προσυμπληρωμένες αιτήσεις, οι οποίες βασίζονται σε στοιχεία που έχουν εισαχθεί σε δοκιμαστικά στάδια του συστήματος. Η πρακτική αυτή αφήνει εκτός τη συντριπτική πλειονότητα των ενδιαφερομένων.

Στον χώρο της κατάρτισης θεωρείται δεδομένο ότι τα κονδύλια των τελευταίων προγραμμάτων κατευθύνθηκαν σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών, ενώ κομβικό ρόλο αποδίδεται στη γραμματεία που χειρίζεται τους κοινοτικούς και λοιπούς πόρους. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι δηλώσεις που αποδίδουν την τελική ευθύνη των αποφάσεων στην πολιτική ηγεσία.