Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΥΡΑ

ΜΑΥΡΟΣ

ΧΡΥΣΗ

Η οικονομική ασφυξία αποτρέπει τη γονεϊκότητα

Η οικονομική ασφυξία για την πλειονότητα της κοινωνίας αγγίζει περισσότερο τους νέους και επηρεάζει στον μέγιστο βαθμό τις αρνητικές προοπτικές της χώρας σε ό,τι αφορά το Δημογραφικό. Έρευνα της Interview για λογαριασμό του Capital.gr δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις, καθώς η οικονομική δυσχέρεια και ανασφάλεια είναι για την πλειονότητα των ερωτηθέντων ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν κάνουν παιδιά. 

Σύμφωνα με την έρευνα, οι κυριότεροι λόγοι αποφυγής του γάμου είναι η οικονομική αδυναμία (24,8%) και η αδυναμία εύρεσης κατάλληλου συντρόφου (14,5%). Ακολουθούν η προτεραιότητα στην καριέρα (11,7%) και ο φόβος διαζυγίου (14,9%). Το οικονομικό κόστος του γάμου αναφέρεται από το 11%, ενώ ένα μικρό αλλά σταθερό ποσοστό δηλώνει ότι είναι γενικά αντίθετο με τον θεσμό. 

Όσοι εν τέλει αποφασίζουν να ενωθούν υπό την ίδια σκέπη -και ανεξαρτήτως της μορφής (θρησκευτικός, πολιτικός γάμος, σύμφωνο συμβίωσης ή τίποτε από αυτά)- κρίνουν ως τον πλέον ανασχετικό παράγοντα το οικονομικό: η οικονομική δυσχέρεια αποτελεί τον κυρίαρχο λόγο αποφυγής τεκνοποίησης με ποσοστό 45,7%, ενώ ακολουθεί η επαγγελματική ανασφάλεια με 14,8%. Η αβεβαιότητα στη σχέση καταγράφεται στο 7,9%, ενώ το 15,5% αναδεικνύει τη δυσκολία των γυναικών να ισορροπήσουν μεταξύ οικογένειας και εργασίας. Επιπλέον, το 4,6% δηλώνει ότι η ηλικία του δεν επιτρέπει πλέον την απόκτηση παιδιών. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι το παιδί αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμη δέσμευση σε ένα ασταθές περιβάλλον.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, μόλις το 13% των ερωτώμενων δηλώνει παντρεμένο, ενώ το 12% βρίσκεται σε μόνιμη ή περιστασιακή σχέση χωρίς γάμο. Την ίδια στιγμή, το 5% δηλώνει χωρισμένο και ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό δηλώνει ότι ζει μόνο του. Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη σαφή αποδυνάμωση του γάμου ως κυρίαρχου θεσμού, αλλά και τη διάχυτη αβεβαιότητα στις προσωπικές σχέσεις. Η επιλογή της μοναχικής διαβίωσης ή της μη θεσμοθετημένης σχέσης λειτουργεί σωρευτικά εις βάρος της επιλογής για δημιουργία οικογένειας και της τεκνοποίησης, ενισχύοντας τη δημογραφική καθοδική τάση.

Ο μέσος όρος μελών του ελληνικού νοικοκυριού ανέρχεται πλέον σε μόλις 2,9 άτομα, στοιχείο που καταδεικνύει τη μετάβαση σε μικρότερες οικογενειακές μονάδες. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση μεταξύ γενεών: οι ερωτώμενοι δηλώνουν ότι μεγάλωσαν σε οικογένειες με κατά μέσο όρο τρία αδέλφια, ενώ οι ίδιοι έχουν σήμερα κατά μέσο όρο 1,5 παιδί, δηλαδή μείωση κατά 50%. Η τάση αυτή επιβεβαιώνει ότι το δημογραφικό πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά διαγενεακό και δομικό.

Οι προηγούμενες γενιές διέθεταν ευρύτερα συγγενικά δίκτυα, καθώς οι ερωτώμενοι δηλώνουν ότι είχαν κατά μέσο όρο 5,7 θείους και θείες. Αντίθετα, τα σημερινά παιδιά έχουν μόλις 3,6, δηλαδή 2,1 λιγότερους συγγενείς στον άμεσο οικογενειακό κύκλο. Η αριθμητική αυτή μείωση δεν αφορά μόνο το μέγεθος της οικογένειας, αλλά και τη συνοχή του κοινωνικού ιστού, με λιγότερα υποστηρικτικά δίκτυα για γονείς και παιδιά.

Η ηλικία γάμου έχει αυξηθεί σημαντικά: οι παππούδες παντρεύονταν κατά μέσο όρο στα 25-27 έτη, οι γονείς στα 27-30, ενώ οι σημερινοί ερωτώμενοι παντρεύονται κοντά στα 32 έτη οι άνδρες και στα 30 οι γυναίκες. Η αύξηση της μέσης ηλικίας γάμου κατά πέντε έως επτά έτη περιορίζει αντικειμενικά τον χρόνο απόκτησης παιδιών και εντείνει την υπογεννητικότητα, ιδίως όταν συνδυάζεται με επαγγελματική ανασφάλεια.

Όλες οι μελέτες εγχώριων και διεθνών οργανισμών οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας συρρικνώνεται και γερνάει με ανυπολόγιστες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Με τους σημερινούς ρυθμούς οι περισσότερες μελέτες, όπως αυτές του ΙΟΒΕ και της Eurostat, συγκλίνουν σε έναν πληθυσμό μεταξύ 8,8 και 9 εκατ. το 2050 και μόλις 7,7 εκατ. κατοίκων το 2070.