Η ομογένεια παύει να είναι ντεκόρ: Τώρα γίνεται κάλπη και μπορεί να κρίνει έδρες
Η Ελλάδα μπαίνει σε μια νέα εκλογική εποχή, χωρίς να αλλάζουν οι εκλογικές περιφέρειες στον χάρτη, αλλά με την κάλπη να αποκτά πλέον σαφώς ισχυρότερη παρουσία εκτός συνόρων. Με τον νόμο 5285/2026 θεσμοθετήθηκε η επιστολική ψήφος στις εθνικές εκλογές για τους Έλληνες του εξωτερικού, με τη σχετική διάταξη να εγκρίνεται από τη Βουλή με 201 ψήφους, ξεπερνώντας οριακά το απαιτούμενο συνταγματικό όριο των 200.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι εκατομμύρια απόδημοι θα αποφασίζουν μόνοι τους ποια κυβέρνηση θα προκύπτει στην Ελλάδα. Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν υπερβολική και αριθμητικά αβάσιμη.
Σημαίνει, όμως, κάτι πολύ πιο ουσιαστικό για τους εκλογικούς συσχετισμούς: μια νέα, καταγεγραμμένη και δυνητικά κρίσιμη δεξαμενή ψηφοφόρων εισέρχεται πλέον στο παιχνίδι. Δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει μια μεγάλη εκλογική διαφορά, μπορεί όμως να αποκτήσει βαρύτητα όταν η μάχη για την πρώτη θέση, την αυτοδυναμία ή ακόμη και την είσοδο μικρότερων κομμάτων στη Βουλή κριθεί σε οριακές αποστάσεις.
Η ψήφος της Διασποράς δεν είναι ακόμη ένας τεράστιος εκλογικός όγκος. Είναι όμως μια ροή ψήφων που μπορεί να αποκτήσει πολιτικό βάρος πολύ μεγαλύτερο από το απόλυτο μέγεθός της.
Στις εθνικές εκλογές του Μαΐου 2023, όταν οι Έλληνες του εξωτερικού μπορούσαν να ψηφίσουν μόνο με φυσική παρουσία σε ειδικά εκλογικά τμήματα, είχαν εγγραφεί στους ειδικούς καταλόγους 22.857 εκλογείς και ψήφισαν 18.203, ποσοστό συμμετοχής 79,6%.
Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, οι εγγεγραμμένοι εκλογείς εξωτερικού είχαν ανέλθει σε 25.610. Αυτό ήταν μέχρι τότε το πραγματικό μέγεθος της ενεργοποιημένης εκλογικής βάσης των αποδήμων: περίπου 20.000 έως 25.000 άνθρωποι.
Η εφαρμογή της επιστολικής ψήφου στις ευρωεκλογές του 2024 άλλαξε αισθητά την εικόνα. Στην πλατφόρμα είχαν εγγραφεί συνολικά 202.515 εκλογείς, από τους οποίους 50.204 κατοικούσαν στο εξωτερικό ή είχαν επιλέξει να ψηφίσουν από χώρα του εξωτερικού.
Η διαφορά είναι σημαντική. Η επιστολική ψήφος έδειξε ότι όταν καταργείται η υποχρέωση μετακίνησης σε εκλογικό τμήμα, το ενδιαφέρον της Διασποράς μπορεί να αυξηθεί θεαματικά. Σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του 2023, η ενεργοποιημένη βάση σχεδόν τριπλασιάστηκε.
Από τις 50.000 στις 200.000 ψήφους – Πόσο πραγματικά μετρά η Διασπορά
Για να αξιολογηθεί το πραγματικό πολιτικό βάρος της ψήφου των αποδήμων, πρέπει να συγκριθεί με το σύνολο της εθνικής κάλπης. Στις εκλογές του Ιουνίου 2023 η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 2.114.780 ψήφους και ποσοστό 40,56%, γεγονός που αντιστοιχεί σε περίπου 5,21 εκατομμύρια έγκυρες ψήφους συνολικά.
Με αυτό το μέτρο σύγκρισης, οι 50.000 ψήφοι αποδήμων αντιστοιχούν περίπου στο 0,96% της εθνικής κάλπης. Οι 100.000 ψήφοι φτάνουν περίπου το 1,92%, οι 150.000 το 2,88% και οι 200.000 πλησιάζουν το 3,84%.
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό κλειδί της αλλαγής.
Με 50.000 ψήφους, η Διασπορά αντιστοιχεί σχεδόν σε μία ποσοστιαία μονάδα της πραγματικής κάλπης. Με 100.000 ψήφους, η επιρροή προσεγγίζει τις δύο μονάδες. Στις 150.000, ο όγκος αρχίζει να θυμίζει εκλογική δύναμη μικρού κοινοβουλευτικού κόμματος. Στις 200.000 ψήφους, η Διασπορά προσεγγίζει ένα μέγεθος σχεδόν 4%.
Η σημασία αυτών των αριθμών δεν είναι θεωρητική. Σε μια εκλογική αναμέτρηση όπου η διαφορά ανάμεσα στα δύο πρώτα κόμματα είναι μικρή ή η αυτοδυναμία κρίνεται σε λίγες έδρες, η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Η Διασπορά, πάντως, δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό σώμα. Η παλιά ομογένεια σε Αυστραλία, ΗΠΑ και Καναδά έχει διαφορετικές εμπειρίες, προτεραιότητες και πολιτικές αναφορές από τους Έλληνες που ζουν στη Γερμανία, στο Βέλγιο ή στην Ολλανδία.
Ακόμη πιο διαφορετικό είναι το νέο κύμα του λεγόμενου brain drain, δηλαδή οι δεκάδες χιλιάδες Έλληνες που εγκατέλειψαν τη χώρα την περίοδο της οικονομικής κρίσης και εγκαταστάθηκαν σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Άμστερνταμ και οι πρωτεύουσες των σκανδιναβικών χωρών.
Η παλαιότερη ομογένεια συχνά διαμορφώνει πολιτική συμπεριφορά μέσα από τον δεσμό με την πατρίδα, την εθνική ταυτότητα, την ιστορική μνήμη και παλαιότερες κομματικές αναφορές. Η νεότερη Διασπορά λειτουργεί συχνότερα μέσα από τη σύγκριση.
Συγκρίνει μισθούς, δημόσιες υπηρεσίες, λειτουργία του κράτους, πανεπιστήμια, υγεία, δικαιοσύνη, μεταφορές, φορολογία και ψηφιακές υπηρεσίες. Για έναν νέο Έλληνα που ζει στη Βόρεια Ευρώπη ή στη Βρετανία, το πολιτικό κριτήριο μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο ενός ψηφοφόρου που ζει μόνιμα στην ελληνική περιφέρεια.
Ο απόδημος δεν βιώνει την ελληνική ακρίβεια στην καθημερινότητά του με τον ίδιο τρόπο. Βιώνει όμως άλλες όψεις της σχέσης του με το ελληνικό κράτος: προξενικές υπηρεσίες, φορολογικές εκκρεμότητες, ακίνητη περιουσία, κληρονομικά ζητήματα, συντάξεις, επενδύσεις, επαναπατρισμό, επαγγελματικές ευκαιρίες και πρόσβαση στη δημόσια διοίκηση.
Αυτό σημαίνει ότι τα κόμματα δεν μπορούν να απευθυνθούν στη Διασπορά με το ίδιο πολιτικό μήνυμα που χρησιμοποιούν σε μια λαϊκή αγορά της Αθήνας ή σε μια περιοδεία στη Θεσσαλία.
Η Νέα Δημοκρατία διαθέτει σαφές πλεονέκτημα αφετηρίας, επειδή έχει συνδέσει πολιτικά την επιστολική ψήφο με τη δική της θεσμική ατζέντα και με το αφήγημα της επανασύνδεσης του ελληνικού κράτους με τους απόδημους. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μεταρρύθμιση ως ουσιαστική κατάργηση των εμποδίων που δυσκόλευαν μέχρι σήμερα τους Έλληνες του εξωτερικού να συμμετέχουν στις εθνικές εκλογές.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ψήφος της Διασποράς είναι δεδομένη υπέρ της ΝΔ. Η θεσμική πρωτοβουλία μπορεί να δίνει πολιτικό πλεονέκτημα στην κυβέρνηση, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να εξασφαλίσει εκλογική κυριαρχία.
Το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να διατηρεί ιστορικούς δεσμούς με τμήματα της ομογένειας, κυρίως σε παλαιότερες κοινότητες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μπορεί να μετατρέψει αυτά τα δίκτυα σε σύγχρονη πολιτική παρουσία ή αν θα περιοριστεί στη νοσταλγία μιας οργανωτικής ισχύος που ανήκει σε άλλη εποχή.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, το υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα και συνολικά ο χώρος της Κεντροαριστεράς μπορούν να απευθυνθούν σε τμήματα του νεότερου brain drain. Εκεί, όμως, δεν αρκούν οι γενικές αναφορές στη νέα γενιά. Το συγκεκριμένο κοινό απαιτεί συγκεκριμένες απαντήσεις για μισθούς, θεσμούς, κράτος δικαίου, πανεπιστήμια, στέγη, φορολογία και πραγματικές προϋποθέσεις επιστροφής στην Ελλάδα.
Η εκλογική συμπεριφορά των αποδήμων επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ορισμού δεξιά, κεντρώα ή αριστερή. Πρόκειται για ανοιχτό πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού. Και όποιο κόμμα θεωρήσει ότι διαθέτει προνομιακή ιδιοκτησία πάνω σε αυτή τη δεξαμενή, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με δυσάρεστες εκπλήξεις.
Η κάλπη του 2027 βγαίνει στο εξωτερικό – Και τα κόμματα αλλάζουν στρατηγική
Οι επόμενες εθνικές εκλογές δεν θα έχουν πλέον μόνο την παραδοσιακή γεωγραφία της Αττικής, της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας, της Κρήτης και της υπόλοιπης χώρας. Θα αποκτήσουν και μια νέα χαρτογράφηση: Λονδίνο, Βερολίνο, Βρυξέλλες, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Βοστώνη, Τορόντο, Μελβούρνη, Σίδνεϊ.
Η εποχή κατά την οποία η πολιτική παρουσία στην ομογένεια περιοριζόταν σε μια ομιλία αρχηγού, μερικές χειραψίες και μια φωτογραφία με ελληνικές σημαίες σε αίθουσα ξενοδοχείου τελειώνει. Εφόσον η επιστολική ψήφος ενεργοποιήσει δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους, τα κόμματα θα χρειαστούν πραγματική στρατηγική.
Θα χρειαστούν ψηφιακές καμπάνιες προσαρμοσμένες ανά χώρα, διαφορετική επικοινωνία για τους νέους Έλληνες του εξωτερικού, συγκεκριμένες προτάσεις για επαναπατρισμό και καθαρές θέσεις για φορολογική κατοικία, συντάξεις, επενδύσεις, ελληνική εκπαίδευση και λειτουργία των προξενικών υπηρεσιών.
Κυρίως, θα χρειαστούν συνέπεια. Η ομογένεια έχει μάθει επί δεκαετίες να βλέπει τα ελληνικά κόμματα να τη θυμούνται όταν πλησιάζουν οι κάλπες και να την ξεχνούν όταν τελειώνουν οι περιοδείες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο θα ψηφίζουν οι απόδημοι στις αμέσως επόμενες εθνικές εκλογές. Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, θα αποστέλλουν επιστολικά το ψηφοδέλτιο του κόμματος που επιλέγουν, χωρίς σταυρό προτίμησης, καθώς θα χρησιμοποιείται το ψηφοδέλτιο Επικρατείας.
Οι ψήφοι αυτές θα συνυπολογίζονται στο πανελλαδικό αποτέλεσμα και θα επηρεάζουν τη συνολική κατανομή των εδρών. Το βασικό βάρος μεταφέρεται επομένως στα κόμματα και στους πολιτικούς αρχηγούς και όχι στους τοπικούς υποψηφίους.
Η ειδική τριεδρική περιφέρεια Απόδημου Ελληνισμού δεν θα ισχύσει στις αμέσως επόμενες εκλογές, καθώς δεν εξασφάλισε την απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία για άμεση εφαρμογή και μετατίθεται για μεταγενέστερη εκλογική διαδικασία.
Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι σαφές: οι απόδημοι δεν θα εκλέξουν ακόμη ξεχωριστά τρεις «δικούς τους» βουλευτές. Θα επηρεάσουν όμως απευθείας το πανελλαδικό ποσοστό των κομμάτων και, μέσω αυτού, τη μάχη των εδρών.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ακόμη σημαντικότερο.
Υπάρχει επίσης ένα σοβαρό πρόβλημα για τις κλασικές δημοσκοπήσεις. Τα περισσότερα πολιτικά επιτελεία έχουν αναπτύξει επί δεκαετίες εργαλεία για να διαβάζουν την πολιτική συμπεριφορά της Αττικής, της Κεντρικής Μακεδονίας, της Κρήτης ή της Θεσσαλίας. Δεν διαθέτουν ακόμη την ίδια ακρίβεια για τους Έλληνες του Λονδίνου, της Φρανκφούρτης, του Τορόντο ή της Μελβούρνης.
Αυτό δημιουργεί έναν νέο παράγοντα αβεβαιότητας.
Μια δεξαμενή 50.000 ψήφων μπορεί να φαίνεται περιορισμένη στο σύνολο της επικράτειας. Αν όμως παρουσιάζει έντονη κομματική κλίση, μπορεί να δημιουργήσει καθαρό πλεονέκτημα αρκετών δεκάτων της μονάδας σε ένα κόμμα. Στις 100.000 ή 150.000 ψήφους, η επίδραση γίνεται πολύ πιο ευδιάκριτη.
Οι εκλογές δεν κρίνονται πάντοτε από τεράστιες κοινωνικές μάζες. Συχνά κρίνονται από μικρότερες, καλύτερα κινητοποιημένες ομάδες ψηφοφόρων που συμμετέχουν σε πολύ υψηλότερο ποσοστό από τον μέσο όρο.
Και εδώ βρίσκεται το επόμενο μεγάλο στοίχημα: η συμμετοχή.
Η επιτυχία της επιστολικής ψήφου δεν θα κριθεί από το πόσοι απόδημοι έχουν τυπικά δικαίωμα συμμετοχής. Θα κριθεί από το πόσοι θα εγγραφούν εγκαίρως, πόσοι θα ολοκληρώσουν σωστά τη διαδικασία, πόσοι θα αποστείλουν εμπρόθεσμα τον φάκελό τους και πόσοι θα εμπιστευθούν το σύστημα.
Η εμπιστοσύνη αποτελεί ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της νέας διαδικασίας. Εάν η εφαρμογή λειτουργήσει χωρίς προβλήματα, η συμμετοχή μπορεί να αυξηθεί αισθητά στις επόμενες εκλογές. Εάν υπάρξουν τεχνικές αστοχίες, καθυστερήσεις, ασάφειες ή έντονη κομματική αμφισβήτηση, η δυναμική μπορεί να περιοριστεί.
Η επιστολική ψήφος αποτελεί σημαντική θεσμική αλλαγή, όμως η αξιοπιστία της θα κριθεί στην πράξη. Στις εκλογές, κανένας νέος μηχανισμός δεν επιβιώνει μόνο επειδή ψηφίστηκε στη Βουλή. Επιβιώνει όταν ο πολίτης πειστεί ότι η ψήφος του είναι ασφαλής και μετρά κανονικά.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι μεγαλύτερο από μια τεχνική διευκόλυνση. Η Ελλάδα αναγνωρίζει στην πράξη ότι οι πολίτες που ζουν στο εξωτερικό εξακολουθούν να αποτελούν μέρος του εκλογικού σώματος και να έχουν λόγο για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Αυτό αποτελεί μια ουσιαστική δημοκρατική μεταβολή. Ταυτόχρονα, δημιουργεί νέα υποχρέωση για τα κόμματα.
Η Διασπορά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διακοσμητικό σκηνικό στις περιοδείες των πολιτικών αρχηγών. Δεν αρκούν τα δείπνα με ομογενειακές οργανώσεις, οι φωτογραφίες και οι γενικόλογες αναφορές στην «Ελλάδα που ζει παντού».
Οι απόδημοι ζητούν συγκεκριμένες πολιτικές και κυρίως συνέχεια. Θέλουν ένα κράτος που να λειτουργεί όταν χρειάζονται προξενική υπηρεσία, φορολογική εξυπηρέτηση, επαναπατρισμό, επένδυση, μεταφορά σύνταξης ή διευθέτηση περιουσιακής υπόθεσης.
Η κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζει δικαιολογημένα την επιστολική ψήφο ως θεσμική μεταρρύθμιση. Δεν μπορεί όμως να θεωρεί ότι επειδή θέσπισε το εργαλείο απέκτησε και τους ψηφοφόρους που θα το χρησιμοποιήσουν. Η πολιτική κρίση θα γίνει στην κάλπη και εκεί οι απόδημοι θα αξιολογήσουν συνολικά την κυβερνητική πολιτική, όπως κάθε άλλος πολίτης.
Με βάση την εμπειρία των ευρωεκλογών, υπάρχει σήμερα μια πραγματική αφετηρία περίπου 50.000 ενεργοποιημένων ψηφοφόρων του εξωτερικού. Με συστηματική κινητοποίηση, ο αριθμός αυτός μπορεί να κινηθεί προς τις 100.000 ή τις 150.000 ψήφους. Σε ένα ιδιαίτερα υψηλό σενάριο συμμετοχής, θα μπορούσε να πλησιάσει τις 200.000.
Σε όρους εθνικής κάλπης, αυτό μεταφράζεται σε δύναμη περίπου 1% έως σχεδόν 4% με βάση τα επίπεδα συμμετοχής του 2023.
Δεν πρόκειται για εκλογικό τσουνάμι. Πρόκειται όμως για ένα μέγεθος ικανό να επηρεάσει ποσοστά, έδρες, τη μάχη της αυτοδυναμίας, το αφήγημα της εκλογικής νίκης και τη δυναμική της επόμενης ημέρας.
Για πρώτη φορά, λοιπόν, η ομογένεια παύει να είναι μόνο κοινό στις περιοδείες των πολιτικών αρχηγών. Γίνεται κανονική κάλπη. Και όποιος υποτιμήσει αυτή τη νέα εκλογική γεωγραφία μπορεί να ανακαλύψει την πραγματική της δύναμη όταν θα είναι πλέον αργά για διορθώσεις.
Πιο Δημοφιλή
Κόκκινα δάνεια: Αλλαγές στους κανόνες εξετάζει η Κομισιόν
Samsung Galaxy Z Fold8 Ultra: 200MP κάμερα, 5.000mAh και οθόνη 8 ιντσών
ΑΑΔΕ: Διευκρινίσεις για μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενών
Πιο Πρόσφατα
Ρωσία προς Βρετανία: Θα λογοδοτήσετε για τα drones στην Ουκρανία
Ρωσία: Στήνει 10 βάσεις drones – Στην ακτίνα δράσης ακόμη και η Βαρσοβία