7 Φεβρουαρίου 2026

ΗΠΑ: Κατηγορητήριο για απάτη και δωροδοκίες σε συμβάσεις του ΝΑΤΟ

Ένα εκτεταμένο σχήμα παράνομων πληρωμών, δωροδοκιών και χειραγώγησης στρατιωτικών συμβάσεων περιγράφεται σε κατηγορητήριο ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται ένας Τούρκος εργολάβος και ένας ανώτερος αξιωματούχος του ΝΑΤΟ, οι οποίοι φέρονται να ανέπτυξαν και να διατήρησαν επί σειρά ετών μηχανισμό απάτης σε βάρος των διαδικασιών προμηθειών της Συμμαχίας.

Σύμφωνα με τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Περιφερειακό Δικαστήριο της Κολούμπια, κατηγορούμενοι είναι ο Μπαχαντίρ Χατίπογλου, ιδιοκτήτης της κατασκευαστικής εταιρείας Hatcon, και ο Ραλφ Γκρίνοου, Γερμανός υπήκοος και ανώτατο στέλεχος της Υπηρεσίας Υποστήριξης και Προμηθειών του ΝΑΤΟ (NSPA). Και οι δύο αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνωμοσία, ηλεκτρονική απάτη, απάτη «ειλικρινών υπηρεσιών» και ποινική δήμευση περιουσιακών στοιχείων.

Η φερόμενη δράση τους τοποθετείται χρονικά από το 2014 έως το 2022 και συνδέεται με μεγάλα κατασκευαστικά έργα του ΝΑΤΟ και του αμερικανικού στρατού σε περιοχές όπως το Αφγανιστάν, το Κοσσυφοπέδιο και κράτη της Βαλτικής. Στόχος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ήταν η συστηματική εξασφάλιση συμβάσεων με προκαθορισμένο αποτέλεσμα.

Η συνεργασία φέρεται να στηρίχθηκε σε εκτεταμένο σύστημα ανταλλαγμάτων. Περιλαμβάνονται παραδόσεις μετρητών, ράβδοι χρυσού και κοσμήματα, καθώς και η κάλυψη εξόδων πολυτελών ταξιδιών. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε χρηματοδότηση εργασιών ανακαίνισης ακινήτων στην Πολωνία και σε πληρωμές προσωπικών δαπανών που αφορούσαν το περιβάλλον του Γκρίνοου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ο Γκρίνοου φέρεται να διέρρεε εμπιστευτικές πληροφορίες προς τον Χατίπογλου και να ενέκρινε ψευδή ερωτηματολόγια αξιολόγησης έργων. Οι ενέργειες αυτές φέρονται να εξασφάλιζαν στη Hatcon πλεονεκτική θέση στους διαγωνισμούς, παρά την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη χρήση διεθνών εταιρικών δομών. Ο Χατίπογλου φέρεται να αξιοποίησε εταιρείες σε Τουρκία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Λιθουανία, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε ευρωπαϊκές αγορές και παρακάμπτοντας μηχανισμούς ελέγχου. Για την επικοινωνία τους, οι κατηγορούμενοι απέφευγαν τα επίσημα συστήματα του ΝΑΤΟ και χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφημένες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων.

Η υπόθεση εκδικάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρότι οι εμπλεκόμενοι δεν διαμένουν στη χώρα. Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, η δικαιοδοσία θεμελιώνεται στη χρήση αμερικανικών διακομιστών για τις επικοινωνίες και στην άμεση έκθεση κεφαλαίων Αμερικανών φορολογουμένων που χρηματοδοτούν αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ.

Η δίωξη επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση παλαιότερη έρευνα του 2025, η οποία είχε διακοπεί αιφνιδιαστικά, γεγονός που είχε προκαλέσει ερωτήματα σε πολιτικό επίπεδο. Η νέα εξέλιξη καταγράφεται από τις αμερικανικές αρχές ως ένδειξη διαρκούς ανησυχίας για τη διείσδυση διεφθαρμένων δικτύων στις αλυσίδες προμηθειών της Συμμαχίας.