Η ένταση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ δεν αποτελεί πλέον ζήτημα διπλωματικών δηλώσεων ή περιστασιακών συγκρούσεων. Όπως σημειώνει ο Τούρκος δημοσιογράφος και αναλυτής Ιμπραήμ Καραγκιούλ σε άρθρο του στη «Yeni Şafak», η αντιπαράθεση έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο και, κατά την τουρκική αντίληψη, οδεύει αναπόφευκτα προς ανοιχτή σύγκρουση. Η Άγκυρα –σύμφωνα με τον αρθρογράφο– οφείλει να προετοιμαστεί για έναν μακροχρόνιο πόλεμο, στον οποίο θα αξιοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα μέσα, συμπεριλαμβανομένων των πιο εξελιγμένων μορφών υβριδικής σύγκρουσης.
Εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι ότι στην ανάλυση δεν περιορίζεται η αναφορά σε Ισραήλ και Παλαιστίνη. Ο χάρτης των «προβληματικών περιοχών» περιλαμβάνει επίσης την Ελλάδα, την Κύπρο και –ξεχωριστά– τα νησιά του Αιγαίου. Η διάκριση αυτή δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, εντάσσεται σε ένα συνολικότερο πλαίσιο στρατηγικής σκέψης, όπου η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως ένας σύνθετος, πολυεπίπεδος στόχος· όχι μόνο στρατιωτικός, αλλά και κοινωνικός, ενεργειακός, ακόμα και πολιτισμικός.
Η απειλή του πυρηνικού εξοπλισμού και η τουρκική επιμονή
Ο πραγματικός καταλύτης της τουρκοϊσραηλινής σύγκρουσης δεν είναι το Παλαιστινιακό. Είναι ο πυρηνικός παράγοντας. Η συντριπτική υπεροχή του Ισραήλ σε αυτόν τον τομέα καθιστά τη στρατιωτική ισορροπία στην περιοχή απόλυτα ασύμμετρη. Ο ίδιος ο Ερντογάν, ήδη από το 2019, είχε δηλώσει πως είναι «απαράδεκτο η Τουρκία να μην έχει πυρηνικά, ενώ άλλες χώρες έχουν».
Η Τουρκία δεν διαθέτει επίσημο στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα. Ωστόσο, τα δεδομένα δεν πείθουν για τις πραγματικές της προθέσεις. Το Belfer Center και άλλοι διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι η Άγκυρα έχει ήδη το τεχνολογικό υπόβαθρο για την κατασκευή πυρηνικού όπλου σε ορίζοντα 3 έως 7 ετών. Στο επίκεντρο αυτής της εκτίμησης βρίσκεται η λειτουργία του πυρηνικού σταθμού Akkuyu, η εκπαίδευση Τούρκων επιστημόνων στη Ρωσία και η πρόσφατη συμφωνία αγοράς ουρανίου από τον Νίγηρα – μια κίνηση με σαφή γεωπολιτικά συμφραζόμενα.
Προστίθεται και το Πακιστάν, με το οποίο η Τουρκία έχει αναπτύξει στενότατη στρατηγική σχέση. Οι 24 συμφωνίες στον τομέα της άμυνας και της ενέργειας, η ιστορική τεχνογνωσία διάδοσης τεχνολογίας του πυρηνικού προγράμματος του Πακιστάν και η προσωπική σχέση Ερντογάν-Ιμράν Καν δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας: η πυρηνική συνεργασία υφίσταται. Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η Τουρκία έχει ήδη πρόσβαση σε τεχνολογίες εμπλουτισμού ουρανίου με φυγοκέντρηση, καθώς και σε μηχανισμούς πυρηνικής ανάφλεξης, καθιστώντας εφικτή την κατασκευή μιας λειτουργικής βόμβας με μόλις 10-15 κιλά σχάσιμου υλικού.
Η πυρηνική Τουρκία, όταν και εφόσον συμβεί, δεν θα απειλήσει απλώς την περιφερειακή σταθερότητα. Θα ενεργοποιήσει το ισραηλινό δόγμα «μηδενικής ανοχής» – μια πολιτική που δεν ανέχεται ούτε τη σκιά πυρηνικής ισοδυναμίας στα ανατολικά του εβραϊκού κράτους. Οποιοδήποτε βήμα προς την πυρηνική αυτονομία της Άγκυρας πιθανότατα θα θεωρηθεί από το Τελ Αβίβ ως υπαρξιακή απειλή, με συνέπεια στρατιωτική αντίδραση.
Η Ελλάδα στο ενδιάμεσο πεδίο
Η στρατηγική της Τουρκίας, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην άμεση αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Αντιθέτως, όπως διαφαίνεται από το τουρκικό αφήγημα, στόχος είναι η αποδυνάμωση της εν δυνάμει συμμαχίας Ισραήλ – Ελλάδας. Κι εδώ, μπαίνει στο προσκήνιο το όπλο του υβριδικού πολέμου.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Καραγκιούλ και τις επανειλημμένες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, η Ελλάδα θεωρείται ευάλωτη στον υβριδικό πόλεμο λόγω εσωτερικών ρηγμάτων – πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών. Οι τουρκικοί σχεδιασμοί δεν προβλέπουν φανερή στρατιωτική πρόκληση· αλλά έμμεση, μέσα από εργαλεία που λειτουργούν κάτω από το ραντάρ: πολιτική αναταραχή, εργαλειοποίηση του Παλαιστινιακού, προώθηση επιθέσεων σε Ισραηλινούς στόχους με την επίφαση του ακτιβισμού.
Οι πρώτες ενδείξεις δεν είναι φαντασιακές. Το Ισραήλ έχει ήδη υποβαθμίσει την Ελλάδα στη λίστα ασφαλών τουριστικών προορισμών για Ισραηλινούς πολίτες. Ένα βήμα που, σε διπλωματικό επίπεδο, έχει μεγάλη βαρύτητα. Ερμηνεύεται ως έμμεση προειδοποίηση για ανεπαρκή μέτρα ασφάλειας. Σε κάθε περίπτωση, η τουρκική πλευρά αποκομίζει πολιτικό όφελος.
Η επαναφορά του γνωστού εσωτερικού «διαύλου»
Στο πλαίσιο αυτό, η τουρκική σκέψη δεν αφήνει απέξω την παραδοσιακή γέφυρα που, κατά την αντίληψή της, προσφέρει εδώ και δεκαετίες: την ελληνική Αριστερά. Ιστορικά, ήδη από το 1919, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας είχε ταχθεί κατά της Μικρασιατικής Εκστρατείας και υπέρ της Κεμαλικής Τουρκίας. Ο Νίκος Ζαχαριάδης, σε άρθρο του στον «Ριζοσπάστη» το 1935, ανέφερε πως «η ήττα στη Μικρά Ασία ήταν επιθυμητή γιατί εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του ελληνικού λαού». Η ιστορική αυτή δήλωση δεν αποτελεί κριτική του παρελθόντος, αλλά αναπαράγεται σήμερα στα τουρκικά think tanks ως απόδειξη μιας υποτιθέμενης εσωτερικής ασυνέχειας του ελληνικού κράτους.
Η τουρκική πλευρά θεωρεί ότι η σημερινή ελληνική Αριστερά –ενίοτε χωρίς να το αντιλαμβάνεται– παρέχει το ιδεολογικό υπόβαθρο για την υπονόμευση της σχέσης Ελλάδας–Ισραήλ. Το Παλαιστινιακό, παρότι δεν αγγίζει την ευρύτερη ελληνική κοινωνία, εργαλειοποιείται μέσω κινητοποιήσεων, καταλήψεων και δημόσιων αντισημιτικών αφηγήσεων. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: αφενός η δημόσια εικόνα της χώρας διαταράσσεται, αφετέρου αυξάνεται το ρίσκο για τρομοκρατικές ενέργειες – είτε εγχώριες είτε εισαγόμενες.
Η ελληνική αδράνεια και ο κίνδυνος της εξωτερικής επιβολής
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η στάση της κυβέρνησης χαρακτηρίζεται από επικίνδυνη ανοχή ή αμηχανία. Δεν υπάρχει κανένα οργανωμένο σχέδιο αντιμετώπισης των υβριδικών απειλών. Δεν έχει ληφθεί πρόνοια για την αποτροπή επιθέσεων σε τουριστικούς στόχους, ούτε υπάρχει συντονισμός ανάμεσα στις υπηρεσίες ασφαλείας για την πρόληψη ριζοσπαστικοποίησης. Στην πράξη, ο πυρήνας της τουρκικής στρατηγικής περνάει απαρατήρητος.
Η αμηχανία αυτή ενδεχομένως να εντάσσεται σε έναν άτυπο ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και την Αριστερά – μια σιωπηρή συμφωνία μη σύγκρουσης σε θέματα «ευαισθησιών». Όμως, στην περίπτωση αυτή, η επιλογή της αδράνειας ισοδυναμεί με συνέργεια. Γιατί όταν η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης, της ακτιβιστικής ρητορικής και της βίας δεν συναντά αντίσταση, δεν πρόκειται για ιδεολογική ανοχή. Πρόκειται για εθνική αυτοϋπονόμευση.
Επιμύθιο χωρίς αυταπάτες
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει καινούργιους εχθρούς· αρκεί να κοιτάξει τον καθρέφτη. Η πυρηνική απειλή της Τουρκίας, η υβριδική στρατηγική της εναντίον των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων και η εσωτερική διχόνοια που υποδαυλίζεται από εξωτερικά συμφέροντα συγκλίνουν σε μια κατάσταση αργής, αλλά σταθερής φθοράς.
Όταν οι δρόμοι της Μέσης Ανατολής γεμίσουν και πάλι αίμα, η ερώτηση δεν θα είναι αν η Ελλάδα εμπλέκεται. Θα είναι γιατί δεν είχε προετοιμαστεί.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα
Η συμφωνία Χαφτάρ-Πακιστάν απειλεί την ελληνική εθνική ασφάλεια