Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να μη στοχεύσει άμεσα τη Ρωσία, αλλά τους βασικούς εμπορικούς της εταίρους, διαμορφώνει μια νέα γεωοικονομική στρατηγική που ανατρέπει τη μέχρι τώρα αμερικανική προσέγγιση έναντι της Μόσχας. Αντί για κλασικές κυρώσεις, προτείνει έναν μηχανισμό έμμεσης πίεσης μέσω δασμών — ένα τελεσίγραφο 50 ημερών προς χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία: ή σταματούν να αγοράζουν ρωσική ενέργεια ή θα πληρώσουν το τίμημα.
Η απειλή είναι δραματική: δασμοί 100% σε προϊόντα χωρών που συνεχίζουν τις συναλλαγές με τη Μόσχα. Το στοίχημα μεγάλο — το ρίσκο, τεράστιο. Οι επιπτώσεις όμως δεν περιορίζονται μόνο στο Κρεμλίνο ή στους εμπορικούς του συμμάχους. Απειλούν με ντόμινο και την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Η Ρωσία εξάγει το 90% του πετρελαίου της προς την Κίνα και την Ινδία. Μόνο η Κίνα απορροφά περί τα δύο εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ η Ινδία σχεδόν 1,8 εκατομμύρια. Τρίτη έρχεται η Τουρκία, με 400.000 βαρέλια την ημέρα — μια χώρα που έχει μετατραπεί σε ενεργειακό ενδιάμεσο, μεταπωλώντας πετρελαϊκά προϊόντα σε Ευρωπαίους μέσω παράκαμψης των κυρώσεων. Η οικονομική λογική πίσω από αυτές τις αγορές είναι ισχυρή: το ρωσικό πετρέλαιο πωλείται κάτω από την τιμή της αγοράς, δημιουργώντας υπερκέρδη.
Οι ΗΠΑ, από την άλλη, εισήγαγαν από τη Ρωσία το 2024 προϊόντα αξίας 3 δισ. δολαρίων — λιπάσματα, χάλυβα, ουράνιο. Πρώτες ύλες ζωτικής σημασίας για την αγροτική παραγωγή, την κατασκευαστική βιομηχανία και, κυρίως, την πυρηνική ενέργεια. Αντιθέτως, οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς τη Ρωσία περιορίστηκαν σε μόλις 500 εκατ. δολάρια. Ο Τραμπ λοιπόν μπορεί να ανεμίζει τις κυρώσεις σαν σημαία, χωρίς να διακινδυνεύει άμεσα αμερικανικά εμπορικά συμφέροντα. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει.
Αν η Κίνα και η Ινδία δεν υποχωρήσουν (όπως θεωρείται πιθανό), ο Τραμπ θα αναγκαστεί να ενεργοποιήσει τη δασμολογική απειλή. Αμέσως, θα ξεσπάσει ένας σκληρός εμπορικός πόλεμος. Το Πεκίνο και το Νέο Δελχί δεν θα μείνουν απαθή: θα επιβάλουν αντίστοιχους δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα. Η αμερικανική αγορά θα χάσει πρόσβαση σε φθηνά κινεζικά και ινδικά αγαθά, κάτι που θα οδηγήσει σε ελλείψεις και εκτίναξη του πληθωρισμού.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (FED) θα αναγκαστεί να αυξήσει απότομα τα επιτόκια, αντιστρέφοντας τη φιλολογία Τραμπ για «φθηνό χρήμα». Η επενδυτική δραστηριότητα θα παγώσει και η ύφεση θα γίνει πραγματικότητα. Ο δρόμος προς μια ενεργειακή κρίση παγκοσμίως θα έχει πλέον ανοίξει.
Το σενάριο “συμμόρφωσης” και το φάντασμα της κρίσης
Ακόμα χειρότερο είναι το υποθετικό σενάριο όπου Κίνα, Ινδία, Τουρκία και άλλες χώρες αποφασίσουν να σταματήσουν να αγοράζουν ρωσική ενέργεια. Πέντε έως επτά εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως θα εξαφανιστούν από την παγκόσμια αγορά. Το σοκ θα είναι άμεσο: η τιμή του πετρελαίου θα εκτιναχθεί σε τριψήφια νούμερα, το κόστος μεταφοράς, παραγωγής και κατανάλωσης θα εκτιναχθεί. Καμία χώρα, ούτε ο ΟΠΕΚ+, δεν μπορεί να καλύψει τόσο μεγάλη απώλεια σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η παγκόσμια οικονομία θα μπει σε τροχιά αστάθειας.
Η μπλόφα, οι πραγματικοί στόχοι και η… μη απάντηση
Ο Τραμπ δείχνει να παίζει το γνωστό του παιχνίδι: απειλεί, κλιμακώνει, αλλά δεν εφαρμόζει. Όταν ρωτήθηκε τι θα κάνει αν δεν υπάρξει συμφωνία εντός 50 ημερών, απάντησε «Μην μου κάνετε αυτή την ερώτηση». Η αμφιθυμία του υποδηλώνει ότι οι απειλές του λειτουργούν περισσότερο για εσωτερική κατανάλωση. Να δείξει πυγμή, χωρίς να διακινδυνεύσει τους δεσμούς με τον Πούτιν. Να κατευνάσει τους επικριτές, χωρίς να εμπλακεί βαθιά στην Ουκρανία.
Η σιωπή της αγοράς πετρελαίου μετά τις δηλώσεις Τραμπ επιβεβαιώνει αυτή την ανάγνωση. Οι τιμές έμειναν σταθερές. Οι επενδυτές δεν πίστεψαν πως επίκειται σύγκρουση. Η ρωσική χρηματιστηριακή αγορά μάλιστα κατέγραψε άνοδο. Η ανθεκτικότητα της Μόσχας απέναντι σε οικονομικά «όπλα» έχει δοκιμαστεί και αποδείχθηκε απροσδόκητα ισχυρή.
Σε αυτή τη γεωπολιτική σκακιέρα, ο μεγάλος χαμένος είναι η Ευρώπη. Η οικονομική κόπωση είναι έκδηλη, η κοινωνική ανοχή μειώνεται και οι πολιτικές πιέσεις αυξάνονται. Το κόστος στήριξης της Ουκρανίας, σε όπλα και παροχές, βαραίνει ολοένα και περισσότερο τους Ευρωπαίους πολίτες. Οι αγορές αμερικανικών όπλων από ευρωπαϊκές χώρες έχουν ξεσηκώσει αντιδράσεις. Ακόμα και φιλοουκρανοί αξιωματούχοι, όπως η Κάγια Κάλλας, αρχίζουν να εκφράζουν δημόσια τη δυσφορία τους.
Το πιθανότερο είναι το τελεσίγραφο να αποτελέσει μια καλά χορογραφημένη μπλόφα. Ένα εργαλείο πίεσης χωρίς πρόθεση χρήσης. Η εποχή των μονομερών εντολών έχει παρέλθει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να πιέσουν μόνο την εξαρτημένη Ευρώπη. Ο υπόλοιπος κόσμος δεν υπακούει πια με ευκολία. Οι χώρες που έχουν κερδίσει από τη ρωσική ενέργεια δύσκολα θα εγκαταλείψουν μια τόσο επικερδή σχέση.
Αν τελικά ο Τραμπ επιχειρήσει να υλοποιήσει τις απειλές του, θα πρέπει να είναι έτοιμος να πληρώσει ένα πολιτικό και οικονομικό κόστος που ίσως ούτε ο ίδιος δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει. Μέχρι τότε, η παγκόσμια αγορά θα συνεχίσει να παρακολουθεί. Ήρεμα. Σχεδόν αδιάφορα.
Πιο Δημοφιλή
Η Ευρώπη σε γνωστική ισλαμιστική πολιορκία