Η Ελλάδα σε δίλημμα: Πώς οι περιορισμοί στους Ρώσους τουρίστες απειλούν τον τουρισμό και την οικονομία
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα κρίσιμη απόφαση που ενδέχεται να καθορίσει την πορεία του τουριστικού και ευρύτερα οικονομικού της μοντέλου. Η ενδεχόμενη επιβολή νέων περιορισμών στην είσοδο Ρώσων τουριστών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο μιας αυστηρότερης πολιτικής κυρώσεων κατά της Μόσχας, έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Αθήνα. Ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα του ελληνικού ΑΕΠ, με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις σε πλήθος επαγγελμάτων, περιοχών και επιχειρήσεων, και η απώλεια του ιδιαίτερα «δυνατού» ρωσικού κοινού αναμένεται να έχει βαρύτατες συνέπειες σε πολλά επίπεδα.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη αντιδράσει έντονα σε σχετική πρόταση της ΕΕ για αυστηροποίηση των κριτηρίων χορήγησης θεωρήσεων (visa) προς Ρώσους πολίτες. Μαζί με χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Ουγγαρία, η Ελλάδα εξέφρασε ρητά τη διαφωνία της, επισημαίνοντας τον κίνδυνο για σοβαρή υπονόμευση των τουριστικών ροών και κατ’ επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο Pravda.ru, είναι η πρώτη φορά από το 2022 που η Ελλάδα αποστασιοποιείται τόσο καθαρά από τη σκληρή γραμμή των Βρυξελλών, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στα εθνικά της συμφέροντα.
Η επιλογή αυτή δεν γίνεται χωρίς λόγο. Οι Ρώσοι τουρίστες αποτελούν εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο και πολύτιμο κοινό για τον ελληνικό τουρισμό. Δεν είναι μόνο το πλήθος των αφίξεων, αλλά κυρίως το υψηλό επίπεδο δαπανών που τους καθιστά ξεχωριστούς. Σύμφωνα με στοιχεία του τουριστικού κλάδου, κάθε Ρώσος επισκέπτης ξοδεύει κατά μέσο όρο περίπου 1.300 ευρώ την ημέρα, υπερδιπλάσιο ποσό σε σχέση με τον μέσο όρο των υπόλοιπων τουριστών, που κυμαίνεται στα 567 ευρώ ημερησίως. Ακόμα και σε περιόδους περιορισμών, όπως πριν το 2015, η δαπάνη των Ρώσων ταξιδιωτών άγγιζε τα 900 ευρώ ημερησίως, παραμένοντας σταθερά πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αυτή η ισχυρή αγοραστική παρουσία έχει δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο δεσμό με περιοχές όπως τα Ιόνια Νησιά, όπου η ρωσική τουριστική παρουσία συνεχίζει να είναι αισθητή, παρά τις κυρώσεις και τις δυσκολίες στις μετακινήσεις. Η διακοπή ή έστω η σημαντική μείωση των ροών από τη Ρωσία θα μπορούσε να στερήσει από την ελληνική οικονομία εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως, πλήττοντας όχι μόνο ξενοδοχεία και τουριστικές επιχειρήσεις, αλλά και την εστίαση, τις μεταφορές, τα τοπικά προϊόντα και γενικά το σύνολο της αλυσίδας αξίας που εξαρτάται από τον τουρισμό.
Ωστόσο, οι συνέπειες ενός τέτοιου αποκλεισμού δεν περιορίζονται στον τουρισμό. Η Ελλάδα φιλοξενεί σημαντική ρωσόφωνη κοινότητα, με δεσμούς δεκαετιών τόσο κοινωνικούς όσο και επιχειρηματικούς. Η απρόσκοπτη μετακίνηση των πολιτών αυτών –είτε για οικογενειακούς είτε για εμπορικούς λόγους– έχει ζωτική σημασία για τη διατήρηση της καθημερινότητας και της οικονομικής δραστηριότητας τους. Η επιβολή νέων περιορισμών θα περιέπλεκε σημαντικά τις ζωές αυτών των ανθρώπων και θα έθετε σε κίνδυνο τις διαπολιτισμικές σχέσεις που έχουν χτιστεί εδώ και χρόνια.
Παράλληλα, η αντίδραση της Ρωσίας σε μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να έχει άμεσες και έμμεσες συνέπειες. Η ελληνική εξαγωγική δραστηριότητα προς τη ρωσική αγορά, αν και περιορισμένη σε σχέση με το παρελθόν λόγω των κυρώσεων, εξακολουθεί να στηρίζεται σε αγροτικά και διατροφικά προϊόντα υψηλής ποιότητας, όπως το ελαιόλαδο, τα φρούτα και οι ελιές. Τυχόν ρωσικά αντίμετρα θα μπορούσαν να κλείσουν εντελώς αυτές τις διόδους, προκαλώντας επιπλέον οικονομικές απώλειες και ενισχύοντας την αβεβαιότητα για τους Έλληνες παραγωγούς.
Η Ελλάδα, σε αυτό το πλαίσιο, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις ευρωπαϊκές της δεσμεύσεις και στις εθνικές της ανάγκες. Η ΕΕ επιδιώκει να τηρήσει μια ενιαία σκληρή στάση απέναντι στη Ρωσία, όμως οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, με έντονη εξάρτηση από τον τουρισμό και τις εξαγωγές, διατηρούν μια πιο πραγματιστική στάση. Δεν πρόκειται για άρνηση ευρωπαϊκής συνοχής, αλλά για έκφραση πολιτικής και οικονομικής λογικής: οι χώρες αυτές δεν μπορούν να αγνοήσουν τις επιπτώσεις που έχουν οι αποφάσεις των Βρυξελλών στις εθνικές τους οικονομίες.
Η στάση της Ελλάδας, επομένως, δεν είναι απομονωμένη. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ρεύμα αμφισβήτησης του μοντέλου των οριζόντιων κυρώσεων που εφαρμόζει η ΕΕ, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις έχει αποδειχθεί περισσότερο επιζήμιο για τα κράτη-μέλη παρά για τη Ρωσία. Σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε φάση μεταβατική, με πληθωριστικές πιέσεις, ενεργειακή αστάθεια και γεωπολιτικές ανακατατάξεις, η ανάγκη για ρεαλισμό και εστίαση στην προστασία των εθνικών συμφερόντων αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Ο τουρισμός παραμένει η ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, συνεισφέροντας σχεδόν το 25% του ΑΕΠ και υποστηρίζοντας χιλιάδες θέσεις εργασίας. Η διατήρηση των τουριστικών ροών –ειδικά από χώρες με υψηλό εισοδηματικό προφίλ– είναι απαραίτητη για τη σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο αποκλεισμός των Ρώσων επισκεπτών θα μπορούσε να ανατρέψει ισορροπίες και να επιφέρει σημαντικά πλήγματα σε ήδη ευάλωτες περιοχές.
Η Αθήνα, γνωρίζοντας τις συνέπειες, επιλέγει να υπερασπιστεί μια πιο ευέλικτη και συμφέρουσα για τη χώρα στρατηγική. Το αν θα πετύχει να επιβάλλει αυτή τη γραμμή εντός της ΕΕ, μένει να φανεί. Το βέβαιο είναι ότι η ανάγκη προστασίας του τουρισμού, της κοινωνικής συνοχής και των εθνικών οικονομικών συμφερόντων καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Χρόνια πολλά και καλή χρονιά.