Η Ελλάδα του στατιστικού ψεύδους: Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια κοινωνία σε απόγνωση
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Όταν η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει τις εκθέσεις της, οι τίτλοι στα μέσα ενημέρωσης είναι ψυχροί: «18,5% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας», «ένας στους τρεις αντιμετωπίζει υλικές στερήσεις», «τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 30% την τελευταία πενταετία». Αλλά πίσω από τα νούμερα κρύβεται μια καθημερινότητα που δεν αποτυπώνεται σε πίνακες και διαγράμματα. Κρύβεται η αγωνία μιας κοινωνίας που ζει μέρα με τη μέρα, χωρίς να ξέρει πώς θα βγάλει τον επόμενο μήνα.
Ένας στους πέντε Έλληνες ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Το όριο αυτό δεν είναι στατιστική αυθαιρεσία. Ορίζεται στο 60% του διάμεσου εισοδήματος, δηλαδή σε ένα επίπεδο που εξασφαλίζει απλώς τα βασικά: τροφή, στέγη, ένδυση. Στην Ελλάδα του 2025, σχεδόν δύο εκατομμύρια άνθρωποι δεν φτάνουν ούτε εκεί. Το βλέπεις στην ουρά του κοινωνικού παντοπωλείου, στο παιδί που πάει σχολείο με τα ίδια φθαρμένα αθλητικά για τρίτη χρονιά, στον ηλικιωμένο που υπολογίζει τα κέρματα στο φαρμακείο.
Και όμως, οι ανακοινώσεις μιλούν για «ανάπτυξη». Το ΑΕΠ αυξάνεται, λένε. Οι επενδύσεις έρχονται. Οι δείκτες δείχνουν βελτίωση. Όμως το ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από αυτήν την ανάπτυξη. Γιατί ο μέσος πολίτης δεν τη βλέπει ούτε στο πορτοφόλι του ούτε στη ζωή του. Βλέπει μόνο λογαριασμούς ρεύματος που ξεπερνούν τα 200 ευρώ, ενοίκια που καταπίνουν τον μισό μισθό και τιμές στο σούπερ μάρκετ που αυξάνονται σιωπηλά, λίγα λεπτά κάθε φορά, ώσπου το καλάθι γίνεται απλησίαστο.
Η εργασία, θεωρητικά το αντίδοτο στη φτώχεια, έχει μετατραπεί σε παγίδα. Η ανεργία ίσως να μην είναι πια στα επίπεδα της κρίσης του 2010, αλλά η ποιότητα της απασχόλησης θυμίζει κοινωνία υπόδουλη. Οι νέοι υπογράφουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου με μισθούς 650-700 ευρώ. Οι γυναίκες εργάζονται μερικώς απασχολούμενες για να συμπληρώσουν το εισόδημα του νοικοκυριού. Οι μετανάστες δουλεύουν σε οικοδομές ή χωράφια χωρίς ασφάλιση. Το success story των αριθμών χτίζεται πάνω σε επισφαλείς ζωές.
Στην καρδιά της κρίσης βρίσκεται η στέγη. Στην Αθήνα, τα ενοίκια για ένα τριάρι σε μέση γειτονιά ξεπερνούν τα 800 ευρώ. Στη Θεσσαλονίκη, ακόμη και σε υποβαθμισμένες περιοχές, τα διαμερίσματα κοστίζουν όσο παλιότερα σε κεντρικές. Το Airbnb εκτόξευσε τις τιμές, η έλλειψη κοινωνικής πολιτικής για τη στέγη τις παγίωσε. Η ιδιοκατοίκηση, που κάποτε ήταν το όνειρο κάθε ελληνικής οικογένειας, σήμερα μοιάζει με μακρινό μύθο. Νέοι μένουν με τους γονείς τους μέχρι τα 35, όχι επειδή το θέλουν, αλλά γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή.
Η φτώχεια αποτυπώνεται και στα μικρά πράγματα. Μια μητέρα που λέει στο παιδί της ότι δεν μπορεί να πάει στην εκδρομή γιατί «δεν περισσεύουν». Ένας πατέρας που δουλεύει δύο δουλειές και λείπει από το σπίτι, αφήνοντας τα παιδιά του να μεγαλώνουν μπροστά σε μια οθόνη. Ένας συνταξιούχος που κόβει το φάρμακο στη μέση, για να βγάλει τον μήνα. Σκηνές που δεν είναι μεμονωμένες, αλλά επαναλαμβάνονται σε κάθε γειτονιά, σε κάθε πόλη, σε κάθε οικογένεια.
Η κοινωνία δεν φτωχαίνει μόνο στο πορτοφόλι, αλλά και στο πνεύμα. Όταν το εισόδημα φτάνει μόνο για τροφή και στέγη, τότε η ψυχαγωγία, ο πολιτισμός, η μόρφωση γίνονται πολυτέλεια. Οι θεατρικές αίθουσες μένουν άδειες, τα βιβλιοπωλεία υποφέρουν, τα ταξίδια περιορίζονται. Μια κοινωνία που δεν μπορεί να επενδύσει στη γνώση και στην ψυχαγωγία χάνει σταδιακά και την ελπίδα της.
Η υγεία αποτελεί μια άλλη όψη της ίδιας κρίσης. Το δημόσιο σύστημα παραμένει υποστελεχωμένο και με τεράστιες λίστες αναμονής. Προληπτικές εξετάσεις, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητες, αναβάλλονται για μήνες. Όσοι έχουν χρήματα απευθύνονται σε ιδιωτικά κέντρα. Όσοι δεν έχουν, περιμένουν. Έτσι δημιουργείται μια «διπλή υγεία»: των λίγων που πληρώνουν και έχουν άμεση πρόσβαση και των πολλών που περιμένουν και χάνουν.
Η ανισότητα βαθαίνει. Το πλουσιότερο 20% της κοινωνίας κατέχει εισόδημα πέντε φορές μεγαλύτερο από το φτωχότερο 20%. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, οι φτωχοί φτωχότεροι. Η ψαλίδα δεν κλείνει. Αντίθετα, μεγαλώνει. Και όσο μεγαλώνει, τόσο περισσότερο δημιουργεί αίσθημα αδικίας, θυμού και κυνισμού. Μια κοινωνία που δεν πιστεύει ότι η ζωή της μπορεί να βελτιωθεί μετατρέπεται σε κοινωνία απελπισμένων.
Η ΕΛΣΤΑΤ δείχνει με ψυχρότητα αυτό που όλοι γνωρίζουμε. Ότι η Ελλάδα ζει σε ένα καθεστώς στατιστικής ευημερίας και πραγματικής απελπισίας. Ότι το ΑΕΠ μπορεί να ανεβαίνει, αλλά ο πολίτης δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι του. Ότι οι επενδύσεις μπορεί να έρχονται, αλλά τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο χωρίς πρωινό. Ότι οι δείκτες μπορεί να φαίνονται θετικοί, αλλά οι άνθρωποι κόβουν από το φαγητό τους για να βγάλουν τον μήνα.
Η ΔΕΘ ως σκηνικό παρωχημένων εξαγγελιών
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, η οποία για δεκαετίες είχε αποκτήσει χαρακτήρα θεσμικής αφετηρίας για την παρουσίαση της κυβερνητικής πολιτικής, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη ως βήμα επικοινωνιακής διαχείρισης, σαν ένα μόνιμο βήμα «ντελάλη» αποσπασματικών εξαγγελιών. Την ώρα που οι διεθνείς οικονομικές ισορροπίες μεταβάλλονται με πρωτοφανείς ρυθμούς και οι στρατηγικές επιταγές της γεωπολιτικής, της άμυνας και της οικονομικής αυτάρκειας γίνονται το βασικό υπόβαθρο χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη, η κυβέρνηση μοιάζει να ανακυκλώνει ένα παλαιό μοντέλο πολιτικής αφήγησης, σαν να μην έχει συνειδητοποιήσει ότι βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή.
Κάθε χρόνο επιχειρείται η ίδια συνταγή: εξαγγελίες για επιδόματα, ρυθμίσεις «διευκόλυνσης» και φορολογικές διορθώσεις που ελάχιστα συνδέονται με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική. Η ανάπτυξη και η οικονομία δεν προσεγγίζονται ως ζωντανά συστήματα που απαιτούν συνεχή προσαρμογή, επενδύσεις και ριζικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις, αλλά ως πεδίο διαχείρισης παροχών με προεκλογική στόχευση. Ο πολίτης μπορεί προσωρινά να ανακουφίζεται από μικροπαροχές που ανακουφίζουν την καθημερινότητά του, αλλά η ιστορική συγκυρία απαιτεί πολιτική αναβάθμιση της ίδιας της έννοιας «εξαγγελία». Στον σύγχρονο κόσμο, μια εξαγγελία δεν μπορεί να είναι υπόσχεση για την επόμενη χρονιά· πρέπει να είναι στοιχείο ενός συνεκτικού σχεδίου εθνικής στρατηγικής που απαντά στις ανατροπές της παγκόσμιας σκηνής.
Η παγκόσμια πραγματικότητα έχει αλλάξει. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ επένδυσαν σε μια «υψηλή στρατηγική» που παρείχε στην Ευρώπη την αμυντική ομπρέλα του ΝΑΤΟ και έδινε περιθώριο στις ευρωπαϊκές οικονομίες να διοχετεύσουν πόρους στην κοινωνική πολιτική και την ανάπτυξη. Το Σχέδιο Μάρσαλ και η μακρά περίοδος αμερικανικής στήριξης διαμόρφωσαν το πρότυπο της μεταπολεμικής Δύσης. Σήμερα, όμως, οι ΗΠΑ απαιτούν από την Ευρώπη να χρηματοδοτήσει την ίδια της την άμυνα, μεταβάλλοντας άρδην τα δεδομένα. Η στροφή αυτή αποτελεί στρατηγικό σοκ, διότι αναγκάζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να αποδεχθούν ότι πόροι που διοχετεύονταν σε ανάπτυξη, κοινωνικά δικαιώματα και υποδομές θα κατευθύνονται πλέον σε εξοπλισμούς και αμυντικές δαπάνες.
Η δημιουργία ενός νέου «Σιδηρούν Παραπετάσματος», αυτή τη φορά με επίκεντρο τον ανταγωνισμό με τη Ρωσία και την Κίνα, επιβάλλει στην Ευρώπη μια αναδιάταξη που την βρίσκει ανέτοιμη. Η ήπειρος χάνει τα πλεονεκτήματα που είχε απολαύσει για δεκαετίες υπό την αμερικανική προστασία και εμφανίζει σύγχυση, εσωτερικές αντιθέσεις και αδυναμία συλλογικής αποφασιστικότητας. Οι ισχυρές χώρες πιέζουν για πολιτικές που διασφαλίζουν τα δικά τους συμφέροντα, ενώ οι πιο αδύναμες κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με ακόμη μεγαλύτερες ανισότητες.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιορίζεται σε «σπασμωδικές» παρεμβάσεις. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες της ΔΕΘ μπορεί να φαίνονται καθησυχαστικές, αλλά στην πραγματικότητα στερούνται βάθους και στρατηγικής συνοχής. Χρειάζεται μια εθνική στρατηγική που να αναγνωρίζει την ιστορική στιγμή: την απομάκρυνση των ΗΠΑ από τον παραδοσιακό ρόλο του προστάτη, την αναδιάταξη της Ευρώπης και την ανάγκη για εθνοκεντρικές αναπτυξιακές πολιτικές που δεν θα εξαρτώνται από τις διαθέσεις των Βρυξελλών.
Η ΔΕΘ, όμως, εξακολουθεί να αναπαράγει το μοντέλο μιας «Σεπτεμβριανής επανάληψης» εξαγγελιών για φόρους, τεκμήρια και προκαταβολές. Ο Πρωθυπουργός είτε δεν μπορεί να αναλύσει τη βαρύτητα των διεθνών εξελίξεων, είτε δεν θέλει να αναγνωρίσει τα λάθη των προηγούμενων ετών και καταφεύγει στον εύκολο δρόμο της επικοινωνιακής διαχείρισης. Η θεωρητική προσέγγιση «Πισσαρίδη», που έγινε η βάση του κυβερνητικού αφηγήματος, αποδείχθηκε ατελέσφορη, αφού εγκλώβισε την πολιτική σε μια λογική μικρών τακτικών κινήσεων και όχι μιας «υψηλής στρατηγικής» που θα θωράκιζε τη χώρα μακροπρόθεσμα.
Από τα μνημόνια έως σήμερα, η Ελλάδα κινείται σε έναν δρόμο βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων, χωρίς μακροπρόθεσμο όραμα. Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ, συχνά με χαρακτήρα προεκλογικών παροχών, αδυνατούν να απαντήσουν στις προκλήσεις που θέτει το νέο παγκόσμιο σκηνικό. Και όμως, τα μηνύματα είναι σαφή: το 2024 χαρακτηρίστηκε «έτος εκλογών» παγκοσμίως, με πάνω από 70 χώρες να προσέρχονται στις κάλπες. Το κοινό νήμα όλων αυτών των εκλογών ήταν η οργή απέναντι σε πολιτικά και οικονομικά συστήματα που απέτυχαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών.
Αν η πολιτική συνεχίσει να κρύβεται πίσω από τα «καλά νέα» των αριθμών, η κοινωνία θα βυθιστεί ακόμη περισσότερο στην απόγνωση. Γιατί οι αριθμοί δεν λένε ποτέ ψέματα, αλλά λένε μόνο τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή βρίσκεται στα σπίτια των ανθρώπων, στα άδεια πορτοφόλια, στα βλέμματα που κουβαλούν την αγωνία για το αύριο. Και αυτή η αλήθεια είναι πιο δυνατή από κάθε στατιστική.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Μπορεί να συνεχίσει να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της ανάπτυξης ή να αντικρίσει κατάματα την πραγματικότητα: ότι χωρίς ουσιαστική πολιτική για τη φτώχεια, την εργασία, τη στέγη και την υγεία, η κοινωνία θα παραμείνει σε μόνιμο καθεστώς ανισότητας και απελπισίας. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα έχει τη δύναμη να αντιμετωπίσει την αλήθεια ή αν θα συνεχίσει να κρύβεται πίσω από τις στατιστικές.
Γιατί η Ιστορία έχει δείξει ότι οι κοινωνίες που αγνοούν την αλήθεια των αριθμών πληρώνουν βαρύ τίμημα. Και στην Ελλάδα, το τίμημα αυτό πλησιάζει.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Χρόνια πολλά και καλή χρονιά.