Την περασμένη εβδομάδα στην Αθήνα, η έκτη Υπουργική Σύνοδος για τη Διατλαντική Ενεργειακή Συνεργασία (P-TEC) επιβεβαίωσε αυτό που όλοι ήδη γνώριζαν: η Ευρώπη επιχειρεί να απομακρυνθεί «οριστικά» από το ρωσικό φυσικό αέριο, αντικαθιστώντας το με υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες μιλούν για «ενεργειακή ανεξαρτησία». Όμως, πίσω από τη ρητορική της απεξάρτησης, διαμορφώνεται μια νέα και βαθύτερη εξάρτηση — αυτή τη φορά από την αμερικανική αγορά, τις πολυεθνικές του LNG και τις πολιτικές αποφάσεις της Ουάσινγκτον.
Το κόστος είναι ήδη ορατό: αυξημένοι λογαριασμοί, ενεργοβόρα βιομηχανία σε ύφεση, γεωπολιτικές εντάσεις και μια Ευρώπη που χάνει σταδιακά την ενεργειακή της αυτονομία.
Από το 2022, με την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία, το πολιτικό αφήγημα της Δύσης ήταν σταθερό: απομόνωση της Ρωσίας και απεξάρτηση της Ευρώπης από τους ρωσικούς αγωγούς. Η φράση «για πάντα» ακούγεται συχνά, αλλά η πραγματικότητα είναι πιο επίμονη.
Η Ευρώπη —και ιδιαίτερα η Γερμανία— είχε στηρίξει επί δεκαετίες τη βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο που έφτανε μέσω των αγωγών Nord Stream. Ο ενεργειακός αυτός ρεαλισμός, που παρείχε σταθερότητα και χαμηλό κόστος παραγωγής, εγκαταλείφθηκε απότομα, υπό την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών και της νέας γεωπολιτικής γραμμής που υπαγορεύει ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η Ουάσινγκτον εδώ και χρόνια προωθούσε τη στρατηγική αντικατάστασης των ρωσικών προμηθειών με αμερικανικό LNG. Από το 2021, όταν οι ΗΠΑ ανέβηκαν στην πρώτη θέση των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου, η πίεση προς τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έγινε πολιτική δέσμευση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ευθυγραμμίστηκε πλήρως με την αμερικανική γραμμή, προωθώντας τη μαζική εγκατάσταση νέων τερματικών σταθμών και συμβολαίων προμήθειας που, στην πράξη, μεταφέρουν την εξάρτηση από τη Μόσχα στην Ουάσινγκτον.
Η P-TEC ήρθε να το επικυρώσει: η ενεργειακή «ανεξαρτησία» της Ευρώπης σημαίνει αμερικανική ηγεμονία στις ενεργειακές υποδομές, στους αγωγούς, στις τιμές και στη χάραξη στρατηγικής.
Οι υποστηρικτές της μετάβασης υποστηρίζουν ότι το LNG είναι «πολυδιάστατη λύση» που επιτρέπει την ευελιξία και μειώνει την εξάρτηση από ένα μόνο προμηθευτή. Στην πράξη, όμως, το LNG είναι ακριβότερο και πιο ασταθές: απαιτεί εξειδικευμένες εγκαταστάσεις επαναεριοποίησης, μεταφορά με δεξαμενόπλοια και κόστος που μετακυλίεται στον καταναλωτή.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ενέργειας (ACER), το LNG αποτελεί πλέον τον κύριο μοχλό αύξησης της τιμής του φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και οι βιομηχανίες πληρώνουν έως και 30% υψηλότερες τιμές σε σχέση με το 2019, ενώ η αμερικανική βιομηχανία απολαμβάνει φθηνό εγχώριο αέριο, αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητά της.
Η Νορβηγία, που αντικατέστησε προσωρινά τη Ρωσία ως κορυφαίος προμηθευτής αγωγών, πλησιάζει ήδη στο ανώτατο όριο παραγωγής της και αναμένεται να μειώσει τις εξαγωγές μετά το 2026. Το Αζερμπαϊτζάν, μέσω του αγωγού Southern Gas Corridor, προσφέρει μόλις το 3% των συνολικών ευρωπαϊκών αναγκών. Η Αλγερία, επιδιώκοντας να αυξήσει τις εξαγωγές προς την Ιταλία και την Ισπανία, παραμένει δέσμια των πολιτικών εντάσεων με το Μαρόκο και της εύθραυστης εσωτερικής της ισορροπίας.
Με άλλα λόγια, η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου δεν είναι τεχνικά αδύνατη, αλλά είναι οικονομικά επώδυνη και πολιτικά ασταθής.
Ο υπόλοιπος κόσμος δεν ακολουθεί
Το μεγαλύτερο παράδοξο της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι η απομόνωσή της. Η Ε.Ε. εφαρμόζει το αυστηρότερο ενεργειακό εμπάργκο στη Ρωσία, ενώ οι περισσότερες μεγάλες οικονομίες του πλανήτη συνεχίζουν να συνεργάζονται με τη Μόσχα.
Η Τουρκία έχει μετατραπεί σε κεντρικό διαμετακομιστικό κόμβο του ρωσικού αερίου μέσω του TurkStream, εξασφαλίζοντας στρατηγική μόχλευση και ενεργειακά οφέλη. Η Ινδία αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο σε έκπτωση και το εξάγει εκ νέου ως «διυλισμένο προϊόν» προς τη Δύση. Η Κίνα υπέγραψε πολυετείς συμφωνίες για αγωγούς και LNG από τη Ρωσία, εδραιώνοντας μια ενεργειακή συμμαχία που υπονομεύει τη δυτική στρατηγική.
Ακόμη και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ασία —Ιαπωνία και Νότια Κορέα— παραμένουν μέτοχοι στο έργο LNG Sakhalin-2, αψηφώντας τις πιέσεις της Ουάσινγκτον. Ο παγκόσμιος ενεργειακός χάρτης δεν ευθυγραμμίζεται με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις, αφήνοντας την Ευρώπη να πληρώνει μόνη το κόστος μιας πολιτικής που ελάχιστοι ακολουθούν.
Η Ελλάδα προβάλλεται πλέον ως «ενεργειακός κόμβος» της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι εγκαταστάσεις LNG στη Ρεβυθούσα και στην Αλεξανδρούπολη, η κατασκευή νέων αγωγών και η συμμετοχή σε περιφερειακά δίκτυα εντάσσονται στο αφήγημα της «ενεργειακής αναβάθμισης».
Στην πραγματικότητα, όμως, η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε ζώνη διέλευσης χωρίς ουσιαστικό όφελος. Οι αμερικανικές εταιρείες που ελέγχουν τις ροές και τις τιμές καρπώνονται τα κέρδη, ενώ η Ελλάδα επωμίζεται το κόστος των υποδομών και της πολιτικής δέσμευσης.
Η συμμετοχή της ExxonMobil, της Energean και της Helleniq Energy στις έρευνες του Ιονίου και της Κρήτης παρουσιάζεται ως «εθνική επιτυχία». Στην πράξη, όμως, πρόκειται για μακροπρόθεσμες επενδύσεις με αβέβαιη απόδοση, έντονα γεωπολιτικά εμπόδια και υψηλό ρίσκο. Οι πρώτες γεωτρήσεις προβλέπονται μετά το 2026, ενώ οι εντάσεις με την Τουρκία για τις θαλάσσιες ζώνες και οι περιβαλλοντικές αντιδράσεις καθιστούν το εγχείρημα αβέβαιο.
Ακόμα κι αν οι έρευνες αποδώσουν, η διαχείριση των κοιτασμάτων θα παραμείνει στα χέρια των αμερικανικών εταιρειών, οι οποίες θα εξάγουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής. Ο ρόλος της Ελλάδας θα περιορίζεται, για ακόμη μια φορά, σε ρυθμιστή περασμάτων — και όχι σε παραγωγό που καθορίζει όρους και τιμές.
Η ενεργειακή Βαλκανιοποίηση
Παράλληλα, οι γειτονικές χώρες ευθυγραμμίζονται με τον αμερικανικό σχεδιασμό. Η Βουλγαρία έχει ήδη συνδέσει το ενεργειακό της δίκτυο με την Αλεξανδρούπολη και συμμετέχει ενεργά στον λεγόμενο «Κάθετο Διάδρομο», που θα μεταφέρει αμερικανικό LNG μέσω Ελλάδας, Ρουμανίας και Ουκρανίας.
Η Ρουμανία, αν και διαθέτει δική της παραγωγή στη Μαύρη Θάλασσα, δέχεται πίεση να συμμετάσχει στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που ελέγχεται πολιτικά από την Ουάσινγκτον. Η Σερβία και η Ουγγαρία, ωστόσο, ακολουθούν τον αντίθετο δρόμο: διατηρούν τη συνεργασία με τη Ρωσία μέσω του TurkStream και εξασφαλίζουν χαμηλότερες τιμές.
Η Ευρώπη δεν είναι ενιαία. Οι γραμμές ενέργειας χαράζουν πλέον νέες πολιτικές ζώνες επιρροής: από τη μια, χώρες πλήρως ενταγμένες στο αμερικανικό δίκτυο, από την άλλη, κράτη που επιλέγουν τον ενεργειακό πραγματισμό.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει κυρώσεις στη Ρωσία στο όνομα της δημοκρατίας, αλλά παραμένει σιωπηλή απέναντι σε άλλες συγκρούσεις και παραβιάσεις δικαίου, όπως στη Μέση Ανατολή. Η ασυνέπεια αυτή ενισχύει την εντύπωση ότι οι κυρώσεις είναι εργαλείο πολιτικής συμμόρφωσης, όχι ηθικής στάσης.
Επιπλέον, η Ευρώπη εισάγει ακόμη ρωσικό πετρέλαιο και LNG μέσω τρίτων χωρών. Η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Αυστρία εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ρωσικές πρώτες ύλες — απλώς αλλάζουν τις ετικέτες. Το 2024, οι εισαγωγές ρωσικού LNG στην Ε.Ε. αυξήθηκαν κατά 11% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Η πολιτική του «τέλους της ρωσικής ενέργειας» αποδεικνύεται περισσότερο επικοινωνιακό σύνθημα παρά πραγματική στρατηγική. Το τίμημα, ωστόσο, πληρώνεται καθημερινά από τους πολίτες: αυξημένοι λογαριασμοί, ενεργειακή ανασφάλεια, κλείσιμο βιομηχανιών.
Η Ευρώπη βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στην επιθυμία να δείξει ενότητα και στην ανάγκη να επιβιώσει οικονομικά. Η επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία εξυπηρέτησε τον πολιτικό στόχο της σύμπνοιας, αλλά αποδυνάμωσε το ίδιο το θεμέλιο της ευρωπαϊκής ισχύος — τη βιομηχανία.
Ο γαλλογερμανικός άξονας, που άλλοτε καθόριζε την ενεργειακή στρατηγική της ηπείρου, έχει αποδυναμωθεί. Η Γερμανία επενδύει δισεκατομμύρια σε σταθμούς LNG και επιδοτεί τις επιχειρήσεις της για να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τιμές, ενώ η Γαλλία βασίζεται περισσότερο στην πυρηνική ενέργεια. Η συνοχή της Ε.Ε. διαβρώνεται από τις ίδιες της τις αποφάσεις.
Το τίμημα της Ελλάδας
Η Ελλάδα, στηριγμένη στη ρητορική του «ενεργειακού κόμβου», αναλαμβάνει ρόλο που φαίνεται τιμητικός αλλά είναι βαρύς. Οι επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς και αγωγούς εξυπηρετούν πρωτίστως την αμερικανική εξαγωγική στρατηγική, όχι την ελληνική ενεργειακή ασφάλεια.
Η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο εξωτερικής επιρροής: οι αποφάσεις για το τι θα εισαχθεί, σε ποια τιμή και με ποιον όρο, λαμβάνονται εκτός Ελλάδας. Το κράτος απλώς παρέχει τις υποδομές και αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος.
Στην πράξη, η χώρα κινδυνεύει να επαναλάβει το ίδιο λάθος της Ευρώπης: να θεωρήσει την απεξάρτηση ως συνώνυμο της ελευθερίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μετάβαση από έναν έλεγχο σε έναν άλλον.
Η Ευρώπη μπορεί, θεωρητικά, να απομακρύνει «για πάντα» το ρωσικό αέριο. Αλλά για να το κάνει, θα χρειαστεί δεκαετίες δαπανών, πολιτικής πειθαρχίας και γεωπολιτικής σταθερότητας που δεν υπάρχουν.
Η υπόλοιπη διεθνής κοινότητα δείχνει ότι ο πραγματισμός υπερισχύει των συνθημάτων. Οι χώρες επιλέγουν συνεργασίες που υπηρετούν τα εθνικά τους συμφέροντα, όχι ιδεολογικές σταυροφορίες.
Η Ευρώπη, εγκλωβισμένη στην ηθική της υπεροψία, αρνείται να παραδεχθεί ότι η ενεργειακή εξάρτηση δεν αντιμετωπίζεται με διακηρύξεις. Αντί να επιδιώκει ισορροπία, παραδίδει την ενεργειακή της κυριαρχία σε τρίτους — και μετατρέπει την απεξάρτηση από τη Ρωσία σε νέα μορφή εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ελλάδα, στο κέντρο αυτής της νέας αρχιτεκτονικής, θα πληρώσει το τίμημα πρώτη.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα
«Εγκεφαλικά νεκρός, χάρισε ζωή: Πρωτοχρονιά στη Θεσσαλονίκη»