Η εθνική ασφάλεια της Κύπρου παρουσιάζει σοβαρή ευαλωτότητα
Η εθνική ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας παρουσιάζει σοβαρή ευαλωτότητα, η οποία αποδίδεται στην επίμονη και πολυδιάστατη τουρκική απειλή. Κεντρικά στοιχεία αυτής της απειλής είναι η διαρκής πιθανότητα νέας στρατιωτικής επέμβασης, με το επιχείρημα της προστασίας των Τουρκοκυπρίων, η συνέχιση της δημογραφικής αλλοίωσης του πληθυσμού και η επιδίωξη επίλυσης του Κυπριακού στη βάση όρων ευθυγραμμισμένων με τουρκικές επιδιώξεις.
Η ανησυχία εντείνεται από την εκτίμηση ότι η πολιτική ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αξιολογεί επαρκώς τη σοβαρότητα της κατάστασης. Αυτό αποτυπώνεται, σύμφωνα με την κριτική, τόσο στο επίπεδο της αμυντικής θωράκισης όσο και στην αποδοχή της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) ως πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού.
Η στρατιωτική απειλή προκύπτει από την παρουσία ισχυρού στρατιωτικού προγεφυρώματος στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου, το οποίο συγκροτήθηκε μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και διατηρείται έως σήμερα, παρά τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ. Οι Τουρκικές Δυνάμεις Κατοχής, επίπεδου σώματος στρατού, εκσυγχρονίζονται διαρκώς, με οπλικά συστήματα όπως αυτοκινούμενα πυροβόλα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Η αποστολή τους συνδέεται με την ευρύτερη τουρκική στρατηγική ελέγχου του νησιού, και η δυνατότητά τους για αιφνιδιαστική επιθετική ενέργεια αποτελεί συνεχή απειλή για την εθνική ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως ημικατεχόμενο κράτος, θα έπρεπε να κατευθύνει μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ στις αμυντικές δαπάνες και να είχε αποφύγει την αποδοχή Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης που επηρεάζουν αρνητικά την επιχειρησιακή ετοιμότητα της Εθνικής Φρουράς. Επιπλέον, τονίζεται ότι Κύπρος και Ελλάδα θα έπρεπε να είχαν ζητήσει επιτακτικά την επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ προς την Τουρκία, λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής κυπριακού εδάφους.
Παράλληλα, επισημαίνεται η δημογραφική διάσταση της απειλής. Η Τουρκία, μέσω της στρατιωτικής κατοχής, έχει προχωρήσει σε ενέργειες που χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται εκτελέσεις, βιασμοί, εκτοπισμοί, εποικισμός με μεταφορά πληθυσμών από την Τουρκία, ισλαμοποίηση των κατεχομένων περιοχών, αλλοίωση της πολιτιστικής ταυτότητας και αλλαγή τοπωνυμιών. Παράλληλα, εκφράζεται η εκτίμηση ότι προωθείται και αλλοίωση του πληθυσμού στις ελεύθερες περιοχές, μέσω της παράνομης προώθησης μεταναστευτικών ροών. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάλυση, η Τουρκία αξιοποιεί το επιχείρημα της προστασίας μουσουλμανικών μειονοτήτων για να προωθήσει στρατιωτικές επεμβάσεις, πολιτικές εποικισμού και κατατρομοκράτησης πληθυσμών, όπως έχει συμβεί σε άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Σε πολιτικό επίπεδο, επικρίνεται η υιοθέτηση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας ως μορφή επίλυσης του Κυπριακού, παρά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν το 2004. Τονίζεται ότι η ΔΔΟ παρουσιάζεται ως λύση επανένωσης, χωρίς να εξηγούνται επαρκώς οι κίνδυνοι που αυτή ενέχει. Όπως σημειώνεται, οι συμφωνημένες συγκλίσεις μεταξύ των δύο πλευρών, βάσει των οποίων συζητείται η μορφή της λύσης, αποτελούν κατά βάση παραχωρήσεις στις τουρκικές απαιτήσεις και οδηγούν σε ένα μοντέλο μη κανονικού δημοκρατικού κράτους. Η εν λόγω προσέγγιση εκτιμάται ότι νομιμοποιεί τη διχοτόμηση και διευρύνει την τουρκική επιρροή σε όλη την Κύπρο.
Εκφράζεται επίσης προβληματισμός για την έλλειψη επίσημης ενημέρωσης των πολιτών αναφορικά με το περιεχόμενο των συγκλίσεων, παρότι αυτοί είναι που θα επωμιστούν τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης συμφωνίας. Η απουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατικής οντότητας από τις πενταμερείς διασκέψεις θεωρείται ένδειξη ότι προωθούνται λύσεις βασισμένες σε τουρκικούς όρους, είτε μέσω της υποστηριζόμενης από τη Λευκωσία ΔΔΟ, είτε μέσω της πρότασης της Άγκυρας για λύση δύο κρατών.
Ως απάντηση στους κινδύνους αυτούς, προτείνεται η απόρριψη της ΔΔΟ και η επανατοποθέτηση του Κυπριακού ως ζητήματος εισβολής, κατοχής και εποικισμού. Παράλληλα, προτείνεται ενίσχυση της εθνικής ισχύος με έμφαση στη στρατιωτική αποτροπή, ενδυνάμωση της Εθνικής Φρουράς, επαναφορά της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου και συνέχιση των στρατηγικών συνεργασιών με γειτονικά κράτη και μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, σύμφωνα με την πρόταση, θα πρέπει να υπερβαίνει το 2% του ΑΕΠ, ενώ τονίζεται η ανάγκη επαναφοράς της έκτακτης εισφοράς για την άμυνα στο 30%. Τελικός σκοπός των δράσεων αυτών θεωρείται η προστασία των ελευθέρων περιοχών και η προσπάθεια, με πολιτικά, διπλωματικά και νομικά μέσα, για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου στην Κύπρο, την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων και την επιστροφή των προσφύγων.
Καταληκτικά, υπογραμμίζεται ότι η επιτυχία των παραπάνω προϋποθέτει αλλαγή στρατηγικής από πολιτική κατευνασμού σε πολιτική αντίστασης και διεκδίκησης, με γνώμονα το δίκαιο και την ισχύ.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο