Σύμφωνα με πληροφορίες από κύκλους της ομογένειας και αμερικανικές πηγές, αναπτύσσονται έντονες διεργασίες σε διπλωματικά και πολιτικά παρασκήνια που συγκλίνουν σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: η πολιτική και εθνική κρίση στην Ελλάδα μπορεί —και ενδεχομένως πρέπει— να οδηγηθεί σε εκλογική εκτόνωση τον προσεχή Οκτώβριο.
Το πεδίο των εθνικών θεμάτων φαίνεται να λειτουργεί καταλυτικά στις εξελίξεις. Η αιφνιδιαστική, αν και συγκαλυμμένη, αναφορά του πρωθυπουργού στο ενδεχόμενο άσκησης βέτο σε τουρκικές διεκδικήσεις παραπέμπει ευθέως στην ιστορική στάση Καραμανλή πριν από τη φυγή του στη Ραφήνα. Παράλληλα, η ρητορική του Υπουργού Εξωτερικών Γεραπετρίτη, ακολουθεί μια διττή πολιτική γραμμή —μιλώντας τη γλώσσα του κατευνασμού ενώ ενδύεται τον μανδύα της αποφασιστικότητας— με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η ασάφεια και η διγλωσσία.
Η επιστροφή σε μια σκληρότερη γραμμή στο Αιγαίο, με πρωτοβουλίες που φέρουν τη σφραγίδα της αντίληψης Σαμαρά, ενδέχεται να λειτουργήσει ως προπομπός για πολιτική ανατροπή και πρόωρες εκλογές. Ο εν εξελίξει «ανασχηματισμός» του πολιτικού σκηνικού, φάνηκε και με την πρωτοβουλία της Ντόρας Μπακογιάννη να ανοίξει διαύλους προς την αντιπολίτευση, προσκαλώντας Τσίπρα και Παπανδρέου στην Κρήτη. Πρόκειται για ενδεικτικό δείγμα του αναβρασμού που επικρατεί πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας.
Η επιδεικνυόμενη υποχωρητικότητα της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας δεν είναι ούτε μοιραία ούτε αναγκαία. Αντίθετα, αποτελεί προϊόν διαχρονικής πολιτικής επιλογής από μερίδες της ελίτ που επενδύουν στη “σταθερότητα” με κάθε κόστος. Η υπερπροβολή του τουρκικού αφηγήματος από ελληνικά ΜΜΕ —συχνά με επιλεκτική αποσιώπηση των προκλήσεων ή και έμμεση υιοθέτηση της τουρκικής “επιτυχίας”— φανερώνει τον εσωτερικό μηχανισμό που υπονομεύει κάθε μορφή αντίστασης. Για τις ίδιες τις ελίτ, η αντίσταση αποτελεί “μπελά”, εμπόδιο στην “κανονικότητα των δουλειών” και στις σχέσεις με τα διεθνή κέντρα ισχύος.
Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, σε κρίση γεωπολιτικής αυτοπεποίθησης, φαίνεται πρόθυμη να προσφέρει στην Τουρκία διαπραγματευτικό μονοπάτι προς την ένταξη, δίνοντάς της επιπλέον πλεονεκτήματα έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου. Αυτή η προοπτική —αν και ρεαλιστικά δύσκολη στην ολοκλήρωσή της— δημιουργεί ένα κλίμα διπλωματικής πίεσης που ενισχύει περαιτέρω την αδράνεια της ελληνικής πλευράς.
Η “μικρή και αν-έντιμη Ελλάδα”
Το πρόβλημα δεν είναι εξωτερικό, είναι εσωτερικό. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η άρχουσα τάξη δεν οικοδομήθηκε πάνω στις αξίες του αγώνα για ελευθερία. Αντίθετα, συγκροτήθηκε από τους οικονομικά ισχυρούς συνεργάτες της οθωμανικής εξουσίας (τους κοτζαμπάσηδες) και τους δυτικόπληκτους διανοούμενους του εξωτερικού, που αντιμετώπισαν την Ελλάδα ως “ανατολίτικο πρόβλημα” που έπρεπε να εκσυγχρονιστεί – και ελέγχεται.
Οι πραγματικοί αγωνιστές, αυτοί που σήκωσαν το βάρος της Επανάστασης του 1821, παραμερίστηκαν. Το αποτέλεσμα: μια κρατική ελίτ, ξένη προς τα λαϊκά στρώματα, με πολιτισμική, κοινωνική και πολιτική εξάρτηση από το εξωτερικό. Αυτή η ελίτ ποτέ δεν ερωτεύτηκε την πατρίδα — την αντιμετώπισε είτε ως βαρίδι, είτε ως πλατφόρμα για προσωπική ανέλιξη.
Απέναντι σ’ αυτή τη διαχρονική στάση υποτέλειας, αντιστέκεται ένα υπαρκτό πατριωτικό ρεύμα. Μειοψηφικό στους θεσμούς, αλλά ζωντανό στη βάση της κοινωνίας. Αυτό το ρεύμα, που δίνει απρόβλεπτες εκφράσεις στις κάλπες και στους δρόμους, διατηρεί ζωντανή την ελπίδα εθνικής αξιοπρέπειας. Το φοβούνται οι διαχειριστές της εξουσίας — γιατί γνωρίζουν την ιστορική του δυναμική.
Οι σύγχρονοι «Νενέκοι» φοβούνται περισσότερο το ίδιο τους το έθνος, παρά τον ξένο κατακτητή. Κι αυτό γιατί γνωρίζουν ότι η οργή μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική δύναμη. Η συμπεριφορά τους, όμως, φανερώνει ξεκάθαρα πως δεν αγαπούν τη χώρα – μόνο τις προσβάσεις της.
Σημαντική πολιτική πληγή αποτελεί η διάλυση του παραδοσιακού πολιτικού Κέντρου — της άλλοτε έκφρασης της μεσαίας τάξης — και η πλήρης ενσωμάτωση της Αριστεράς στο κατεστημένο σύστημα. Οι παλιές αντισυστημικές φωνές μετατράπηκαν σε διαχειριστές μιας εξουσίας χωρίς ταυτότητα και αξίες. Η αποδοχή του συνθήματος «δεν παραχωρούμε τίποτα, δεν διεκδικούμε τίποτα» αποδείχθηκε στρατηγικό λάθος: σε έναν κόσμο όπου όλοι διεκδικούν, όποιος σιωπά, απλώς χάνει.
Υποχώρηση από φόβο και εξάρτηση
Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα λειτουργεί με παιδικούς όρους. Οι κυβερνώντες δεν διεκδικούν, δεν εμπνέουν και δεν προστατεύουν, γιατί απλώς δεν θέλουν και δεν μπορούν. Υποχωρούν όχι λόγω ρεαλισμού, αλλά από δειλία. Και η δειλία, όπως έγραφε ο Θουκυδίδης, οδηγεί στην απώλεια της ελευθερίας.
Η αδυναμία συνδυάζεται με την ανικανότητα. Ο πολιτικός κόσμος και οι ελίτ είναι εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς ιδιοτέλειας και διαπλοκής. Η διαφθορά, η αλαζονεία, η αναξιοκρατία και η εξάρτηση από ξένα συμφέροντα είναι η πραγματική «κανονικότητα» της ελληνικής πολιτικής ζωής.
Όταν η κοινωνία διατηρείται τεχνητά σε κατάσταση ανάγκης, όταν η επιβίωση γίνεται υπέρτατη προτεραιότητα, όταν η πολιτική εξυπηρετεί μόνο τους ισχυρούς, τότε εύκολα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι «φταίει ο λαός». Κι όμως, το σύστημα διαμορφώθηκε έτσι ώστε να κρατά τον λαό αδύναμο, να τον απομακρύνει από τις αποφάσεις και να του αφαιρεί τις ελπίδες.
Η λύση δεν είναι εύκολη. Αλλά το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσουμε ότι η πατρίδα δεν είναι πρόβλημα, αλλά υπόθεση όλων. Κι ότι η αντίσταση δεν είναι ρομαντισμός – είναι ιστορική ανάγκη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ισραήλ–Γερμανία σφίγγουν τον άξονα ασφάλειας απέναντι στο Ιράν
Συναγερμός για την εξαφάνιση της 16χρονης Λόρα – Amber Alert σε ισχύ