Για δεκαετίες, η Χαλκιδική υπήρξε για τους κατοίκους της Βόρειας Ελλάδας –και ιδίως για τις νεότερες γενιές που ενηλικιώθηκαν μέσα στους ρυθμούς της– ένας τόπος όπου το φυσικό τοπίο και η Ιστορία συνυπήρχαν αρμονικά. Από τις χαμηλές κορυφογραμμές της Σιθωνίας μέχρι τα ακρωτήρια της Κασσάνδρας, οι επισκέπτες δεν αναζητούσαν μόνο μια καλοκαιρινή ανάπαυλα· αναζητούσαν κυρίως έναν τρόπο να αναμετρηθούν με το παρελθόν, με την παράδοση, με το ίδιο το συναίσθημα του ανήκειν.
Η περιοχή κουβαλά ένα πολιτισμικό βάρος που ξεκινά από την Εποχή του Σιδήρου και φτάνει μέχρι τη Βυζαντινή περίοδο, αποτυπωμένο σε αρχαιολογικούς χώρους, τύμβους, παλαιοχριστιανικές βασιλικές, ερειπωμένα κάστρα και αρχαία λιμάνια. Αυτά τα ίχνη του χρόνου συνιστούν όχι μόνο ιστορική παρακαταθήκη αλλά και πολιτισμικό αποτύπωμα που επέτρεπε στους ανθρώπους να συνδεθούν με τον τόπο βαθύτερα. Για μια ολόκληρη γενιά φοιτητών, περιηγητών, οικογενειαρχών, η Χαλκιδική υπήρξε χώρος προσωπικής συγκρότησης, μνήμης και βιώματος.
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η εικόνα αυτή έχει υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις. Η έννοια της «ανάπτυξης» εισέβαλε επιτακτικά στον χώρο, πολλές φορές δίχως μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ή σεβασμό στην τοπική ταυτότητα. Ακίνητα πρώτης γραμμής αγοράστηκαν από μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις· παραλίες περιφράχθηκαν ή παραχωρήθηκαν σε επιχειρηματίες με δεκάδες σειρές ξαπλώστρες· φυσικοί κόλποι μετατράπηκαν σε πλωτές μαρίνες, ενώ αυθαίρετα κτίσματα υψώθηκαν δίπλα σε προστατευόμενες περιοχές. Η ίδια η χρήση του δημόσιου χώρου μεταβλήθηκε από κοινοχρησία σε εμπορική αξιοποίηση.
Το οικιστικό πρότυπο που αναπτύχθηκε τα τελευταία 30 χρόνια υπονόμευσε την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και καλλιέργησε μια κουλτούρα καταναλωτικής επισκεψιμότητας, που δεν ενδιαφέρεται για τον τόπο, παρά μόνο για τη χρήση του. Οι παλιές κοινότητες που βασίζονταν σε δίκτυα σχέσεων, φιλοξενίας και κοινού χρόνου, παραχωρούν σταδιακά τη θέση τους σε τουριστικούς οικισμούς, συγκροτήματα κατοικιών με κοινόχρηστους κανόνες διαμονής και περιορισμούς ησυχίας.
Η τοπική αυτοδιοίκηση και οι εκάστοτε διοικήσεις φαίνεται να μη στάθηκαν ικανές να προστατεύσουν τον χαρακτήρα της περιοχής. Συχνά προώθησαν έργα χωρίς διαβούλευση ή πραγματική οικολογική αξιολόγηση, και επέτρεψαν την εγκατάσταση υποδομών που αλλοιώνουν το φυσικό ανάγλυφο και το υδάτινο αποτύπωμα των ακτών. Η επιβολή τουριστικών μονοκαλλιεργειών εις βάρος της παραδοσιακής αγροτικής παραγωγής και της βιώσιμης αλιείας έχει επίσης συμβάλει στην αποδυνάμωση της τοπικής κοινωνικής συνοχής.
Οι αλλαγές αυτές συνοδεύτηκαν και από μια σταδιακή μεταβολή στο ανθρώπινο τοπίο. Σήμερα, οι τουρίστες που κατακλύζουν την περιοχή προέρχονται κατά κύριο λόγο από χώρες των Βαλκανίων. Η εισροή ξένων επισκεπτών, φυσικά, δεν αποτελεί πρόβλημα καθαυτό. Ωστόσο, η έλλειψη πολιτικής ενσωμάτωσης και πολιτισμικής διαχείρισης αυτής της μετάβασης έχει οδηγήσει σε έντονο ανταγωνισμό για τη χρήση των φυσικών πόρων και των παραλιών, χωρίς κανόνες και χωρίς ουσιαστική προστασία για τους ντόπιους ή για το περιβάλλον.
Παράλληλα, η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας και η αύξηση του κόστους διαβίωσης έχουν αποξενώσει σημαντικό τμήμα των ίδιων των Ελλήνων από τις αγαπημένες τους καλοκαιρινές πατρίδες. Οι κάτοικοι των αστικών κέντρων, ακόμα κι αυτοί που παραδοσιακά επέλεγαν τη Χαλκιδική ως τόπο θερινής διαμονής, δυσκολεύονται πλέον να ανταποκριθούν οικονομικά στο νέο τουριστικό μοντέλο. Το φαινόμενο αυτό ενισχύει την αίσθηση απώλειας· ενός τόπου που κάποτε ανήκε στους ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον σέβονταν, αλλά πλέον μετατρέπεται σε εμπορικό προϊόν για πρόσκαιρη κατανάλωση.
Το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση διάχυτης αποξένωσης. Ό,τι κάποτε υπήρξε συναισθηματικά και πολιτισμικά οικείο, γίνεται σήμερα δυσανάγνωστο. Η Χαλκιδική έχει αλλάξει χέρια, σε κυριολεκτικό και συμβολικό επίπεδο. Η φράση «σαν τη Χαλκιδική δεν έχει», που εκφραζόταν με υπερηφάνεια, καταλήγει πια να ηχεί με πικρή ειρωνεία.
Είναι πλέον προφανές πως η ανάπτυξη χωρίς στρατηγική, χωρίς περιβαλλοντική ευθύνη και χωρίς θεσμική συνέπεια δεν συνιστά πραγματική πρόοδο. Αντιθέτως, οδηγεί στον εκφυλισμό του τοπίου και στη ματαίωση μιας συλλογικής μνήμης. Για να ανακτηθεί το ουσιαστικό νόημα του τόπου, απαιτείται ένα νέο πλαίσιο πολιτικής και κοινωνικής συνεννόησης που να θέτει ως προτεραιότητα τη βιωσιμότητα, την πολιτιστική προστασία και τη δίκαιη χρήση του φυσικού πλούτου.
Αλλιώς, όπως συμβαίνει και σε πολλά άλλα σημεία της χώρας, το παρελθόν θα επιβιώνει μόνο στις αφηγήσεις όσων πρόλαβαν να το ζήσουν.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα
Η συμφωνία Χαφτάρ-Πακιστάν απειλεί την ελληνική εθνική ασφάλεια